Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΤΖΟΥΕΛ (Richard Jewell) ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

Μαίρη Κεφαλά

Μαίρη Κεφαλά

 

 

 

 

 

 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΤΖΟΥΕΛ (Richard Jewell)

Συντελεστές

Σενάριο (βασισμένο στο άρθρο της Μαρί Μπρένερ για το Vanity Fair με τίτλο American Nightmare—The Ballad of Richard Jewell): Μπίλι Ρέι

Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ

Πρωταγωνιστούν: Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, Σαμ Ρόκγουελ, Κάθι Μπέιτς, Τζον Χαμ, Ολίβια Γουάιλντ

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Ιβ Μπελανζέρ

Μοντάζ: Τζόελ Κοξ

Μουσική: Αρτούρο Σαντοβάλ

Διάρκεια: 2 ώρες και 9 λεπτά

Ο τέσσερις φορές βραβευμένος με Όσκαρ Κλιντ Ίστγουντ (Το Βαποράκι) εμπνέεται από τη βομβιστική επίθεση στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα και επιστρέφει με μία ακόμα αληθινή ιστορία ηρωισμού -και οσκαρικών προδιαγραφών-, καθώς ξεδιπλώνει τα συνταρακτικά γεγονότα γύρω από τον Ρίτσαρντ Τζούελ, που ενώ έσωσε ανθρώπινες ζωές, βρέθηκε στο στόχαστρο του FBI και του Τύπου και είδε τη ζωή του να διαλύεται για πάντα. 

Ο σπουδαίος δημιουργός αφηγείται την τραγική πορεία της διαστρέβλωσης της κοινής γνώμης με πρωταγωνιστή τον Πολ Γουόλτερ Χάουζερ («I, Tonya») στον ομώνυμο ρόλο, μαζί με τους Σαμ Ρόκγουελ, Κάθι Μπέιτς και Ολίβια Γουάιλντ σε ρόλους κλειδιά. Το σενάριο υπογράφει ο υποψήφιος για Όσκαρ Μπίλι Ρέι (Captain Phillips) βασισμένος σε άρθρο του Vanity Fair.

Σύνοψη

«Βρέθηκε βόμβα. Έχετε τριάντα λεπτά». Ο κόσμος γνώρισε τον Ρίτσαρντ Τζούελ ως τον φύλακα που ανακάλυψε ένα βομβιστικό μηχανισμό και ενημέρωσε άμεσα τις αρχές κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα το 1996. Χάρη στην ακαριαία δράση του, μετατράπηκε σε ήρωα και έσωσε πολλές ζωές. Μέσα σε λίγες μέρες, όμως, έγινε ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος του FBI και κατηγορήθηκε από τον Τύπο και το κοινό, χωρίς βάσιμες αποδείξεις. Από τότε η ζωή του άλλαξε δραματικά και αμετάκλητα.

Κυνήγι Μαγισσών

Στις 27 Ιουλίου, 1996, εν μέσω των Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα, ο φύλακας Ρίτσαρντ Τζούελ ανακαλύπτει ένα ύποπτο πακέτο, κρυμμένο κάτω από έναν πάγκο, που αποδεικνύεται ότι περιέχει εκρηκτικό μηχανισμό. Με ελάχιστο χρόνο στη διάθεση του, βοηθάει να εκκενωθεί η περιοχή, σώζοντας πολλές ζωές. Τον ανακηρύσσουν ήρωα. Αλλά τρεις μέρες μετά, η ζωή του ταπεινού αυτού σωτήρα καταρρέει, όταν συνειδητοποιεί ότι το FBI τον θεωρεί τον κύριο ύποπτο για τη βομβιστική επίθεση.

Αυτή η ιστορία που μοιάζει με θρίλερ δεν είναι επινοημένη, αλλά πρόκειται για την πραγματική περίπτωση του Ρίτσαρντ Τζούελ. Από ειρωνεία της τύχης, εξαιτίας του αλτρουισμού του, ο Τζούελ πέρασε από ανάκριση για 88 μέρες, υπέστη δημόσιο εξευτελισμό και επίθεση από τα μέσα ενημέρωσης, χωρίς ποτέ να είναι σίγουρος ότι θα μπορούσε κάποτε να αποκαταστήσει το όνομα του.

Ο σκηνοθέτης/παραγωγός Κλιντ Ίστγουντ ήθελε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την τραγική ιστορία αυτού του καλοπροαίρετου ανθρώπου που είδε τη ζωή του να ανατρέπεται από τα μέσα ενημέρωσης και τις αρχές επιβολής του νόμου. 

«Συχνά βλέπουμε ιστορίες για ισχυρούς ανθρώπους που τους κατηγορούν για κάτι, αλλά έχουν χρήματα, παίρνουν τον σωστό δικηγόρο και ξεφεύγουν» λέει ο δημιουργός. «Με ενδιέφερε η ιστορία του Ρίτσαρντ Τζούελ γιατί είναι ένας κοινός άντρας, ένας μέσος άνθρωπος. Δεν του ασκήθηκε ποτέ δίωξη, αλλά παρενοχλήθηκε με κάθε τρόπο. Όλοι έσπευσαν να τον κατηγορήσουν, δεν είχε την εξουσία να ξεφύγει και ήταν για καιρό αφελώς ιδεαλιστής για να καταλάβει ότι έπρεπε να σώσει τον εαυτό του».

«Γι΄αυτό ήθελα να κάνω αυτή την ταινία» συνεχίζει «για να αποκαταστήσω τη μνήμη του Ρίτσαρντ. Γιατί είναι ένας απλός άνθρωπος -που θέλει να είναι αστυνομικός και να αφοσιωθεί στην ασφάλεια των ανθρώπων- που κάνει κάτι ηρωικό και μετά πληρώνει ένα μεγάλο τίμημα. Τον ρίχνουν στους λύκους».

Ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι αναφέρονται στον Τζούελ σαν τον βομβιστή της Ατλάντα, παρόλο που έχει αθωωθεί. «Οι άνθρωποι δεν συμπληρώνουν την εικόνα» λέει ο σκηνοθέτης. «Δεν συνδέουν ότι μετά από έξι χρόνια ο πραγματικός βομβιστής εμφανίστηκε, ότι ομολόγησε, ότι τον έπιασαν. Ελπίζω το κοινό να μάθει από αυτή την ταινία, να μάθει ότι μπορούμε σαν κοινωνία να τα πάμε καλύτερα. Είναι ένα σπουδαίο μάθημα αυτό που μας δίνει ο Ρίτσαρντ. Αυτό κάνει έναν άνθρωπο ήρωα». 

Ο σεναριογράφος Μπίλι Ρέι λέει: «Πάντα ήθελα να γράψω για τον Κλιντ, όλοι οι σεναριογράφοι το θέλουν, αλλά ειδικά ένα σενάριο σαν αυτό, γιατί αφορά τα θέματα που απασχολούν τον Κλιντ σε όλη του την καριέρα: η δικαιοσύνη, ο νόμος, ένας συνηθισμένος άνθρωπος σε μία ασυνήθιστη κατάσταση. Ήταν ο τέλειος γάμος μεταξύ σκηνοθέτη και υλικού».

Ο Ρέι βάσισε τη δουλειά του σε ένα άρθρο του Vanity Fair του 1997 από τη Μαρί Μπρένερ. H δημοσιογράφος, που βρέθηκε επί τόπου μετά τα περιστατικά και πέρασε χρόνο με τον Ρίτσαρντ και τη μητέρα του θυμάται: «Το 1996, η αστυνομία είχε ενθουσιαστεί με τη θεωρεία των «προφίλ», οπότε μέσα σε αυτή την τρέλα που επικρατούσε μετά την απόπειρα, είδαν αυτόν τον πολύ γλυκό, λίγο εκκεντρικό τύπο που βρήκε τον μηχανισμό και σκέφτηκαν ότι ταιριάζει στο προφίλ του μοναχικού βομβιστή. Έτσι, ξεκίνησε το κυνήγι μαγισσών, ένας όρος που έχει υποστεί κατάχρηση στην κουλτούρα μας, αλλά είναι ο ορισμός του τι συνέβη στον Ρίτσαρντ. Αυτός και η μητέρα του πέρασαν πολλή πίεση και εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα. Τότε και τώρα, η κοινωνία μας σπεύδει να βγάλει συμπεράσματα για ανθρώπους με βάση την εμφάνιση τους ή τα φαινόμενα, χωρίς να βλέπει πιο βαθιά».

«Ο χρόνος που πέρασα στην Ατλάντα και αυτό που συνέβη στον Ρίτσαρντ με επηρέασε πολύ στη δουλειά μου» συνεχίζει η ρεπόρτερ. «Είναι σπάνιο να σε επηρεάζει μια ιστορία τόσο πολύ και είναι ακόμα πιο σπάνιο να διατηρείς επαφή με αυτούς που έχεις καλύψει δημοσιογραφικά. Το να αναζητώ τη δικαιοσύνη για αυτόν τον άνθρωπο έγινε η αποστολή μου».

Όταν η Μπρένερ έμαθε ότι ο Ίστγουντ ενδιαφερόταν να μεταφέρει την ιστορία στη μεγάλη οθόνη ενθουσιάστηκε. «Ήταν για μένα σαν ένα απίθανο όνειρο ότι 23 χρόνια μετά τον βομβαρδισμό, ένας θρύλος που νοιάζεται για τα δικαιώματα των αφανών ηρώων ανάμεσα μας έχει επιλέξει να αξιοποιήσει τα χαρίσματα του για να πει αυτή την ιστορία, για να αποδώσει δικαιοσύνη στον Ρίτσαρντ και τη μητέρα του».

Παρόλο που δεν υπήρχε κάποια βάσιμη απόδειξη εγκληματικής πράξης, ο Τζούελ δέχτηκε επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι ταίριαζε σε ένα γενικόλογο προφίλ του FBΙ και ότι είχε ανακαλύψει τον βομβιστικό μηχανισμό. Οι αρχές τον συνέκριναν με εγκληματίες σε παρόμοιες, πρόσφατες περιπτώσεις και όταν  έμαθαν ότι ο Τζούελ είχε κάνει μερικά λάθη στις προηγούμενες δουλειές του και τον κατέκριναν για αυτό.

«Όλοι ήθελαν να λύσουν αυτή την υπόθεση και υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στις διαφορετικές αρχές» επισημαίνει ο Ίστγουντ. «Είχαν προηγηθεί κάποιες αποτυχίες και το δίλημμα ήταν αν δεν έβρισκαν κάποιον να λύσει άμεσα την υπόθεση θα κατέρρεαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και οι προετοιμασίες που κόστισαν εκατομμύρια δολάρια θα πήγαιναν χαμένες».

Από τη στιγμή που ο Τζούελ θεωρήθηκε ύποπτος, υπέστη δημόσιο εξευτελισμό και όπως δείχνει η ιστορία, ποτέ δεν αποκαταστάθηκε, παρόλο που αθωώθηκε μετά από 88 εξουθενωτικές μέρες και που κάποιος άλλος, τελικά, ομολόγησε το έγκλημα.

Για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο δημιουργός επέλεξε τον Σαμ Ρόκγουελ στον ρόλο του δικηγόρου, την Κάθι Μπέιτς στον ρόλο της μητέρας του Ρίτσαρντ, τον Τζον Χαμ στον ρόλο του επικεφαλής ανακριτή του FBI, την Ολίβια Γουάιλντ στον ρόλο της ρεπόρτερ και τον Πολ Γουόλτερ Χάουζερ στον ρόλο του Ρίτσαρντ Τζούελ.


12/1/2020

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Copyright © 2011-2017 lifespeed.gr

cpr certification online
cpr certification onlinecpr certification onlinecpr certification online
CPR certification onlineCPR certification onlineCPR certification online