Η παιδαγωγική, ηθική και πολιτική διάσταση της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης

lifespeed.gr


Βασίλης Ψαριανός Συγγραφέας

 

 

 

 

 

 

 

Το θέμα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών επανήλθε στην επικαιρότητα με την παρέμβαση της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία έκρινε ως αντισυνταγματική την αναγραφή του θρησκεύματος και της ιθαγένειας στα στοιχεία που τηρούνται στο σχολείο, όπως αυτά που αναγράφονται στους τίτλους και στα πιστοποιητικά σπουδών της Β/θμιας Εκπαίδευσης. Επίσης έκρινε ως αντισυνταγματική την δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι χριστιανός, την οποίαν υποβάλει ο γονέας, προκειμένου να απαλλαγεί το παιδί του από το μάθημα των Θρησκευτικών.

Το Υπουργείο Παιδείας αναφορικά με την γνωμάτευση της παραπάνω Αρχής απάντησε ότι αναμένει και δυο σημαντικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με αυτά τα ζητήματα και ότι -αυτονοήτως- θα συμμορφώσει την πολιτική του με τις αποφάσεις των Ανεξάρτητων Αρχών και της Δικαιοσύνης.

Ως φαίνεται, λοιπόν, βαίνουμε προς μια -έστω και μερική- απεμπλοκή του σχολείου από δεσμεύσεις που έχουν σχέση με λογικές που εξυπηρετούν εθνικές, εθνικιστικές, πολιτικές ή θρησκευτικές σκοπιμότητες.

Η απελευθέρωση αυτή του σχολείου από «δουλείες» ιδεολογικές και πολιτικές και η αφοσίωσή του -αποκλειστικά- στην παροχή της γνώσης και στην άσκηση-καλλιέργεια του συνόλου των ψυχοσωματικών και σωματικών δυνάμεων των μαθητών, εκτός των αντιδράσεων που αντιμετωπίζει και θα αντιμετωπίσει, εμπεριέχει και τον κίνδυνο διολίσθησης σε συμπεριφορές και λανθασμένους χειρισμούς τόσο από την πλευρά των γονέων, όσο και από την πλευρά των διδασκόντων (Σχολείου-Υπ. Παιδείας).

Την παιδαγωγική, ηθική, εθνική και πολιτική διάσταση του ζητήματος της διδασκαλίας των Θρησκευτικών στα σχολεία της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε.

Κατά πρώτον πρέπει να επισημάνουμε ότι οφείλουμε όλοι, Γονείς, Πολιτεία, Σχολείο και Εκπαιδευτικοί να αναγνωρίσουμε ότι το κάθε παιδί έχει «προσωπικότητα» που επιβάλλει τον σεβασμό εκ μέρους των γονέων και φυσικά των δασκάλων. Αυτό σημαίνει ότι σε αυτήν την ανώριμη ηλικία αντενδείκνυται από παιδαγωγική, ηθική και πολιτική άποψη ο προσηλυτισμός του ανήλικου εκπαιδευόμενου -προτού αποκτήσει την βασική μορφωτική υποδομή- σε ιδεολογικές, πολιτικές ή θρησκευτικές πίστεις.

Οι μεν γονείς έχουν την υποχρέωση να εντάξουν το παιδί τους στην σχολική κοινότητα, όπου θα συνεχιστεί η κοινωνικοποίησή του και η πρόσληψη των απαραίτητων γνώσεων, για να μπορέσει ωριμάζοντας να διαμορφώσει την δικιά του βιοθεωρία και κοσμοθεωρία (και όχι κατ’ ανάγκην των γονιών του), οι δε δάσκαλοι υποχρεούνται να εφαρμόζουν το υπό της δημοκρατικής πολιτείας ορισμένο «αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας», να παρέχουν τις κατάλληλες για την ηλικία του παιδιού γνώσεις και, συγχρόνως και εκ παραλλήλου, να το ασκούν και να το καθοδηγούν -με απόλυτο σεβασμό στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του- ώστε το παιδί να αναπτύξει τις ιδιαίτερες ψυχοπνευματικές και σωματικές του ικανότητες.

Οι παραπάνω υποχρεώσεις των γονέων και των εκπαιδευτικών περιπλέκονται, συγκρούονται και αντιφάσκουν με το ισχύον καθεστώς της διδασκαλίας των θρησκευτικών, το οποίον για την εξυπηρέτηση εθνικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων είναι μάθημα που αναφέρεται αποκλειστικά στο χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα, με εμφανή τα στοιχεία του προσηλυτισμού των ανήλικων μαθητών.

Οι παιδαγωγικές και ηθικές αρχές επιβάλλουν να παρέχονται οι βασικές γνώσεις για ένα σημαντικό -διαχρονικά- στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού που είναι η θρησκευτική πίστη, χωρίς εξαιρέσεις και άνωθεν αξιολογήσεις των επικρατουσών θρησκευτικών ή αντιθρησκευτικών πεποιθήσεων (όπως είναι ο αγνωστικισμός και η αθεΐα) και, βεβαίως, χωρίς η παροχή της γνώσης για την ιστορική εξέλιξη, την παρουσία των θρησκειών και τον ρόλο τους να καταλήγει σε κατήχηση των μαθητών, με σκοπό την προσκόλλησή τους σε ένα δόγμα, προτού ολοκληρωθεί η αναγκαία -για τόσο σημαντικές «εντάξεις»- μορφωτική τους υποδομή.

Μια λύση που υποστηρίζεται από πολλούς είναι η πλήρης «εκκοσμίκευση» της ελληνικής Πολιτείας και η «αποβολή» από το εκπαιδευτικό μας σύστημα της διδασκαλίας, γενικά, των Θρησκευτικών, με την εκχώρηση, βεβαίως, του δικαιώματος της διδασκαλίας των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων στις αντίστοιχες Εκκλησίες. Θεωρώ ότι, και στο ελάχιστα πιθανό ενδεχόμενο να δοθεί στο ζήτημα μια τέτοια λύση, είναι προτιμότερη, ως παιδαγωγικά και πολιτικά ορθότερη, η διδασκαλία στοιχείων Θρησκειολογίας από το σχολείο.

Μια τέτοια θεσμοθέτηση της διδασκαλίας των Θρησκευτικών ως μαθήματος Θρησκειολογίας, που παρέχει τις βασικές γνώσεις σχετικά με τις επικρατούσες θρησκείες και είναι απαλλαγμένο από σκοπιμότητες προσηλυτισμού -οι οποίες, εκτός των άλλων συνεπειών, έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα του Συντάγματος που απαγορεύει τον προσηλυτισμό- θα συντελούσε στην παύση της αντίθεσης εκ μέρους εκείνων των γονέων που διαφωνούν σήμερα με την ασκούμενη «προπαγάνδα» υπέρ του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος και θα απέτρεπε την άκρως αντιπαιδαγωγική εξαίρεση του παιδιού τους από το μάθημα των Θρησκευτικών, την απομόνωση και την οιονεί «περιθωριοποίησή» του στα πλαίσια της σχολικής κοινότητας.

Ποια είναι, όμως, η ενδεδειγμένη παιδαγωγικά, ηθικά και πολιτικά στάση των γονέων αλλά και των εκπαιδευτικών στην περίπτωση που συνεχιστεί η διδασκαλία των Θρησκευτικών, ως μάθημα της χριστιανικής θρησκείας του ορθόδοξου δόγματος, με την δικαιολογία των υπέρμαχων αυτής της άποψης ότι επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι το Ορθόδοξο δόγμα και ότι στο Σύνταγμα έχει τεθεί ως σκοπός της εκπαίδευσης, «η ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης»;

Κατά πρώτον, θεωρώ πολύ πιο αρνητικές -έως επικίνδυνες- τις επιπτώσεις για το παιδί να μείνει έξω από την τάξη κατά την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά θα παρακολουθούν -εντός της τάξης- το μάθημα των Θρησκευτικών· και περισσότερο ανώδυνες -έως ασήμαντες- τις επιπτώσεις της θρησκευτικής προπαγάνδας που θα υποστεί, δεδομένου ότι οι παιδικοί προσηλυτισμοί, συνήθως, απορρίπτονται κατά την ενηλικίωση, με την ισχυροποίηση της κριτικής ικανότητας του ανθρώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι διάσημοι «αιρετικοί» που αποφοίτησαν από διάφορα κέντρα ιδεολογικής ή θεολογικής προπαγάνδας. Ακόμα και ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουκασβίλι -που φοίτησε, 15ετής, σε εκκλησιαστική ιερατική Σχολή- δεν έδειξε, αργότερα ως Στάλιν, ότι είχε μείνει στην ψυχή του ίχνος από την θρησκευτική προπαγάνδα που υπέστη ως έφηβος!

Και όσον αφορά στον ρόλο -υπό τις κρατούσες, σήμερα, συνθήκες- των διδασκόντων το μάθημα των θρησκευτικών: ο σεβασμός στην προσωπικότητα των μαθητών τους, καθώς και η επιταγή του ελληνικού Συντάγματος για την διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων ανθρώπων και πολιτών επιβάλλει την αποφυγή οποιασδήποτε κατήχησης των ανήλικων μαθητών τους ή αλλιώς την «πλύση εγκεφάλου», είτε αυτή είναι ιδεολογική, πολιτική ή θρησκευτική. Άλλωστε, η συνταγματική σκόπευση για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης δεν αναφέρεται σε κανενός είδους προσηλυτισμό, διότι, τότε, θα αντέφασκε με τον τελικό σκοπό της εκπαίδευσης που είναι «η διάπλαση των εκπαιδευόμενων ως ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών».

Αλλά και όσον αφορά το επιχείρημα της διατήρησης της διδασκαλίας, ως έχει σήμερα, των Θρησκευτικών, ως μαθήματος για το ορθόδοξο δόγμα, διότι -κατά τους επιχειρηματολογούντες- η Ορθοδοξία έπαιξε σημαντικό ιστορικό ρόλο για την διατήρηση -όντως- της ελληνικής εθνικής συνείδησης, το αντεπιχείρημα είναι ότι η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης αφορά, πρωτίστως και κυρίως, το μάθημα της Ιστορίας, όπου με την ανάδειξη της ιστορικής αλήθειας και των αξιών του ελληνικού πολιτισμού (και όχι, βεβαίως, με εθνικιστικά συνθήματα), καλλιεργείται η εθνική αυτογνωσία και στη συνέχεια η εθνική αυτοσυνειδησία.

Αλλά, επίσης, και στα άλλα φιλολογικά μαθήματα μπορεί να καλλιεργηθεί -κάλλιστα- η αυτογνωσία και η εθνική αυτοσυνειδησία με την ανάδειξη του βασικού στοιχείου της εθνικής μας ταυτότητας, της ελληνική Γλώσσας. Με τον εκφραστικό πλούτο και την τελειότητα της ελληνικής Γλώσσας έχει καταγραφεί η ανθρωπιστική πολιτισμική κληρονομιά, πάνω στην οποία χτίστηκε ο σύγχρονος πολιτισμός. Και αυτήν την Γλώσσα ομιλούντες οι Έλληνες -συνεχώς, από τα χρόνια του Ομήρου- διατήρησαν ζωντανή την εθνική τους συνείδηση, εξασφάλισαν την συνεχή παρουσία τους μέσα στους αιώνες και με αυτήν συνεχίζουν και σήμερα να συμπορεύονται με τους άλλους πολιτισμένους λαούς της γης!

Αρκεί, λοιπόν, να διδασκόμαστε και να ομιλούμε σωστά Ελληνικά, για να διατηρήσουμε ζωντανή και ακμαία την εθνική μας συνείδηση!

Δημοσιεύθηκε στο «Εμπρός» στη στήλη «Παντός καιρού» στις 19/09/2019

21/9/2019

 

 

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Copyright © 2011-2017 lifespeed.gr

cpr certification online
cpr certification onlinecpr certification onlinecpr certification online
CPR certification onlineCPR certification onlineCPR certification online