ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΤΑ ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ: "Πάμε μια βόλτα στην παραλία"

Εύα Τσαροπούλου

Εύα Τσαροπούλου Αρθρογράφος

 

 

 

 

Κυριακή σήμερα και οι παραλίες αποτέλεσαν τη «χαρά του Ηρώδη»!

Έφτασα καθημερινή εδώ και δεν είχα ζήσει το δράμα. Ολόκληρες οικογένειες Ιταλών, με μικρά και μεγάλα παιδιά, δεν είχαν ακουστεί τόσες μέρες.

Σήμερα όμως, που η χαρωπή ελληνική οικογένεια εμφανίστηκε στην παραλία από τις οκτώ και μισή το πρωί, κατάλαβα για πρώτη φορά την ανάγκη του Ηρώδη να μην αφήσει τίποτα όρθιο!

Δεν ήταν μόνο τα «χαριτωμένα παιδάκια» που έκαναν το σαματά τους. Αυτά παιδάκια ήταν και αυτή είναι η δουλειά τους: Να κάνουν σαματά! Βέβαια κι εγώ είχα παιδάκι, αλλά δεν το θυμάμαι ποτέ να ούρλιαζε τόσο δυνατά (ή να ούρλιαζε γενικώς δηλαδή), ωστόσο άντε πες ότι αυτή είναι η δουλειά τους.


Έλα μου όμως που είναι και εκείνη η Ελληνίδα μάνα! Που οι κάμποι αντιλάλησαν σήμερα από τις φωνές της: Κωνσταντίνε, Αλέξανδρε, Αλκιβιάδη! Γιατί βλέπεις, χάθηκαν τα κλασικά Γιώργος, Γιάννης, έπρεπε να υπάρχουν πολυσύλλαβα ονόματα, ώστε οι φωνές να ακούγονται κατ’εξακολούθηση.

Όπου, οι εν λόγω νεαροί, έπρεπε: Να αφήσουν ήσυχο το κοριτσάκι της διπλανής οικογένειας που έπαιζε αμέριμνο, μέχρι που το πνίξανε οι «μαντραχαλέοι», να μοιράζονται τα παιχνίδια τους και να ζητούν με ωραίο τρόπο το φτυαράκι από το άλλο παιδάκι κι όχι δείχνοντάς το και ουρλιάζοντας: «Μαμάάάά! Μου το πήρε!», να φάνε τη μπανάνα τους, μετά την κρέμα τους, μετά το σταφυλάκι τους και πάει λέγοντας, να φορέσουν αντιηλιακό και γενικώς, έπρεπε ΟΛΗ μέρα κάτι να κάνουν αυτά τα παιδάκια, κατά την τρελή τη μάνα τους!

Αμ, ο Έλληνας πατέρας! Άλλο καμάρι! Ζαλωμένος με ομπρέλες, πετσέτες, κάτι τεράστιες φουσκωτές μπανάνες τσικίτα, κάτι πελώριες σαμπρέλες και κάτι που έμοιαζε με δελφίνι ή φάλαινα (ακαθόριστο ήτο), περπατούσε πρώτος, με παρατεταμένη την κοιλιά του κι έψαχνε –και δυστυχώς βρήκε ακριβώς δίπλα μου- την απαιτούμενη θέση για να στεγάσει όλο το συρφετό που έλεγε «οικογένεια σε διακοπές»!

Κι όταν η Ελληνίδα μάνα, απελπιζόταν που αδιαφορούσαν τα γομαράκια της για τις εντολές της, έστρεφε τα πυρά εναντίον του: «Αμάν, ρε Νίκο, Γιάννη, Κώστα (εδώ δεν είχαμε μεγάλη φαντασία), μόνο να καπνίζεις ξέρεις, δεν τους βλέπεις που δεν παίρνουν από λόγια; Βάλε τους μια φωνή!». (Βάλε κι εσύ μια φωνή, μπορείς!).

Για να σπεύσει τότε ο Πατέρας και να φωνάξει με τη σειρά του: «Έτσι και έρθω εκεί, να δεις τι θα πάθεις κακομοίρη μου, τσακίσου έλα εδώ γρήγορα»!

Αμ το άλλο; Είχαν όλα (μα όλα!) κάτι σανίδες, λες και βγαίνουνε ειδική συσκευασία τα παιδάκια _με_την εξάρτηση αυτή. Και φυσικά, δεν μπορούσαν να βγούνε απ’ τη θάλασσα και να φέρουν και τη σανίδα μαζί τους, έπρεπε να την πετάξουν απ’ το σημείο που βρίσκονταν κι όπου ήθελε έσκαγε η σανίδα, διότι δεν ήτο μία τυχαία σανίδα, ήτο σανίδα με πρωτοβουλία και προτιμήσεις στο κεφάλι μου!

Τώρα αν εσύ είχες αποφασίσει ότι θέλεις να διαβάσεις το βιβλίο σου στην ησυχία των διακοπών σου, μαύρη σου και σκότεινή σου μοίρα! Δεν σου έχουν πει ότι όταν κάνεις εσύ σχέδια, κάποιος γελάει; Ε, αυτός ο κάποιος είναι ο Έλλην πατέρας και η Ελληνίδα μάνα, μαζί!

Διότι δεν ενοχλούνταν καθόλου από τα σκοτεινά βλέμματα που τους ρίχναμε όλοι οι λοιποί και χωρίς παιδιά φουκαράδες της παραλίας. Όπως επίσης, δεν τρεμόπαιζε βλέφαρο που τα καλοπαιδάκια τους πατούσαν όλων αδιακρίτως τις πετσέτες, γεμίζοντάς τες άμμο και πέτρες, ούτε φυσικά που κατάβρεχαν το σύμπαν με τα ανόητα νεροπίστολα που τους είχαν αγοράσει! Ήταν χαριτωμένα τότε και τα φωτογράφιζαν τα «μωρά τους»! Αρκεί να μην χρειαζόταν να διακόψουν το φρέντο τους ή το τσιγάρο τους για να πάνε να τα βγάλουνε που θαλασσοπνίγονταν. Για τους άλλους, σκασίλα τους!

Δεν γίνεται λόγος βέβαια για το τι σου έσουρναν όταν κάποια στιγμή τους επέπληττες, λέγοντάς τους πως θα μπορούσαν να τους είχαν κάνει παρατήρηση για το πέταγμα της σανίδας, που για όγδοη φορά είχε προσγειωθεί στα πόδια σου, στο κεφάλι σου ή στην κοιλιά σου. Η μόνιμη απάντηση ήταν: «Ε, παιδιά είναι, τι να σου κάνουνε κι αυτά, κυρία μου»! Ε, ναι, καλέ μου, αυτά παιδιά είναι, εσύ που είσαι κοτζαμάν γαϊδούρι τι σκοπεύεις να κάνεις;;;;

Όπου εκεί βέβαια, άρχιζες τον καυγά κανονικά, για να καταλάβει όλη η παραλία ότι ναι, βρισκόμασταν επιτέλους μεταξύ μας, ως λαός εννοώ.

Διότι, με τούτα και με κείνα, οι Ιταλοί είχανε ήδη κόψει ρόδα μυρωμένα!
Να μην την ξέρουμε τούτη την τεχνική τότε που πολεμούσανε στο Αλβανικό έπος, θα τους είχαμε ξεφορτωθεί ανώδυνα και χωρίς να θρηνήσουμε και θύματα δηλαδή…

Τελικά, έπεσε το σκοτάδι κι όλα μαζί αρχίσανε να πεινάνε –λες και δεν είχαν φάει τον αγλέορα όλη μέρα- και φυσικά, το σκούξιμο επανήλθε, οπότε εκεί κάπου κάναμε υπομονή να μαζευτεί όλη αυτή η πλαστική προίκα και να ηρεμήσει και πάλι η πλάση….

Μέσα σε όλα τούτα, εκείνο που μου έκανε όμως εντύπωση, δεν ήταν αυτό, ήταν κάτι άλλο:

Κάποια στιγμή, βλέπω μία κοπέλα γύρω στα τριάντα, τριανταπέντε, δύο μέτρα γυναίκα με ένα εκπληκτικό φόρεμα, υπέροχο σύνολο παραλίας, ασορτί τσάντα, καπέλο, τα πάντα. Μοντέλο κανονικό!

Συνοδεύεται από έναν τόσο όμορφο άντρα, θύμιζε έναν πολύ γνωστό ηθοποιό, τόσο γνωστό, που μου διαφεύγει εντελώς το όνομά του, πολύ όμορφο όμως. Από πίσω τους ερχόταν ένα κοριτσάκι, φτυστό ο πατέρας της.

Στρώνονται κι αυτοί μπροστά μου (να θυμηθώ να παίξω ένα Τζόκερ σήμερα).

Πετσέτες ασορτί με τα πάντα, τι να λέμε τώρα! Το μικρό λες και είχε βγει από κουτί με κούκλες! Όπου όμως, τα δίχρονα, είναι πάντα δίχρονα. Κι αυτό δεν ήταν του κουτιού, ήθελε να παίξει και μόλις είδε τα άλλα έκανε το σχετικό χαμό του!

Όπου, η Ελληνίδα συγκεκριμένη, κούκλα μάνα, αρχίζει να στριγκλίζει: «Βικτώρια, έλα εδώ! Βικτώρια, σε φωνάζει η μαμά, έλα αμέσως εδώ!». Η Βικτώρια σκασίλα της για τη μαμά της, προφανώς, οπότε σηκώνεται η δίμετρη και πάει και τη βουτάει με τέτοια βιαιότητα από το έρμο το αυτάκι της, που σήκωσε όλο το παιδί από το αυτί! Και την παραλία, διότι γίναμε έξαλλοι όλοι!

Παθαίνω πανικό εγώ, ενώ αυτή ωρύεται: «Όταν σου μιλάει η μαμά, θα έρχεσαι αμέσως!». Κι αφού της έβαλε αντιηλιακό (διότι γι’αυτό την φώναζε), της βγάζει ξαφνικά το μαγιώ και της κάνει τον πωπώ της μαύρο της έρμης, συνεχίζοντας να φωνάζει γιατί δεν έτρεξε η Βικτώρια μόλις έσκουξε η αυτοκρατορική της μητέρα! Λες και το ξερίζωμα του αυτιού δεν ήταν αρκετή τιμωρία για το έρμο το μωρό!


Εγώ είχα πάθει μεγάλη ταραχή, διότι έβλεπα και τον όμορφο «πατέρα» δίπλα, ο οποίος της έλεγε: «Βικτώρια, μην κλαις, έπρεπε να ακούσεις τη μαμά»!

Στη συνέχεια, αφού τελείωσε η τελετουργία της τιμωρίας, η μικρή αφέθηκε ελεύθερη να πάει να παίξει με τα κουβαδάκια της.
Όπου η τρελή, δίμετρη μάνα ήθελε να τη φωτογραφήσει. Βγάζει κάτι φακούς επαγγελματικούς, ευρυγώνιους, πολυγώνιους, κάτι σε γώνιους πάντως και αρχίζει δεύτερο γύρο φωνής: «Βικτώρια, κοίτα τη μανούλα», «Εδώ, Βικτώρια, η μαμά σε φωνάζει» κι επειδή φυσικά η μικρή προτιμούσε το παιχνίδι της (σημειωτέον ότι παρά τη διάθεσή της, έπαιζε μόνη της και χωρίς να πλησιάσει τα άλλα παιδάκια), η μητέρα την ξαναβούτηξε και την ξαναέκανε μαύρη, διότι δεν στεκόταν να τη βγάλει φωτογραφία!
Για να την πάρει μετά αγκαλιά και να της δίνει φιλάκια για να βγούνε ποζάτες και χαμογελαστές στις φωτό που θα έβγαζε εκείνο το όμορφο ζώον που ήταν δίπλα της!

Όλα αυτά το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, μην νομίζετε ότι είχε μεσολαβήσει και ώρα για την αλλαγή της διάθεσης. Έτσι συνεχίστηκε, ξύλο, φωνή, φιλί, φωνή, φιλί, ξύλο και γενικώς.

Εγώ, που είχα ήδη εξαντλήσει την υπομονή ολόκληρων των διακοπών, δεν κρατήθηκα, διότι κι εγώ τελικά Ελληνίδα μάνα είμαι και μερικά πράγματα δεν τα σηκώνω, περνάω από δίπλα της πηγαίνοντας να βουτήξω, κοιτώντας την και λέω:

«Τελικά, μερικές μανάδες είναι τελείως ηλίθιες και παντελώς ακατάλληλες για να κάνουνε παιδιά και κρίμα σε όλες εκείνες που αξίζουν και δεν μπορούνε να κάνουνε», για να συμφωνήσει αμέσως μαζί μου, νομίζοντας ότι μιλάω για τη διπλανή Ελληνίδα μάνα, που φώναζε τα μικρά της να τα ταΐσει! Earth to Huston! Είσαι και κακιά, είσαι και χαζή!


Εντάξει, τι κρίμα αυτό το τόσο όμορφο, δίμετρο πλάσμα να είναι τόσο κακό και τόσο ηλίθιο μαζί….αλλά τελικά υπάρχει δικαιοσύνη στην κατανομή των χαρισμάτων σ’ αυτό τον κόσμο, μια δικαιοσύνη όμως, που κατάφωρα αδικεί τη μικρή Βικτώρια, αφού σίγουρα θα της καταστρέψει τη ζωή…


Δεν είναι ότι έχω ξεχάσει πώς είναι να έχεις παιδί, όμως δεν θυμάμαι ποτέ το δικό μου να είναι έτσι, ούτε εμένα να είμαι έτσι (άσε που δίμετρη δεν υπήρξα ποτέ, θα το θυμόμουν!).

Υπάρχουν τρόποι και τρόποι να μεγαλώνεις παιδιά και πιστέψτε με, δεν εξαρτώνται όλοι απ’ το πώς έχεις μεγαλώσει εσύ ως παιδί, γιατί θα είχαμε πολλά να πούμε πάνω σ’αυτό στον πρώτο ψυχολόγο που θα στεκόταν δίπλα μας και πολλά λεφτά να του σκάσουμε για τη θεραπεία!

Στην Ελλάδα, όσο κι αν θέλω να μην τσουβαλιάσω, μοιάζει να είμαστε μονοδιάστατοι στο θέμα της ανατροφής των παιδιών: Ή που θα τρέχουμε αλαλιασμένοι να προλάβουμε να φάνε τη μπανάνα τους ή που θα τα θεωρούμε εξάρτημα της εμφάνισής μας και θα πρέπει να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο ζωής. Πάντως, η βία –είτε με τη μορφή της φωνής και της φοβέρας, είτε με τη μορφή του ξύλου- αποτελεί σίγουρη εκπαιδευτική πρακτική.

Δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει και δεν μπορώ να μιλήσω κιόλας ως ειδικός επ’αυτού, διότι μεγάλωσα το παιδί μου σε ειδικές συνθήκες, που μου «επέτρεψαν» ( ;) να ακολουθήσω μία άλλη τακτική, που δεν την περιείχε.

Το σίγουρο είναι πως κανείς δεν καταλαβαίνει τη στιγμή που το κάνει, ότι με τούτα και με κείνα, εκείνη ακριβώς την ώρα μεγαλώνει έναν άνθρωπο και τον γεμίζει βιώματα που θα είναι υπεύθυνα για το πώς θα συμπεριφέρεται στους άλλους ανθρώπους γύρω του για όλη τη μετέπειτα ζωή του!

Ελπίζω απλώς, την επόμενη φορά που θα αναπτύσσουμε τη λογική μας γύρω απ’ τη χρησιμότητα της Παιδείας στη ζωή του ανθρώπου, όταν κοπτόμαστε πως για να αλλάξει «η ελληνική νοοτροπία, πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς απ’ το σπίτι την ‘εκπαίδευση’», να σκεφτούμε ότι αυτές οι απλές, ηλιόλουστες μέρες δίπλα στη θάλασσα, με τα κεφτεδάκια στα τάπερ, ταυτόχρονα με το φρέντο στην ξαπλώστρα, είναι Παιδεία για τα παιδιά μας και για μας…

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Copyright © 2011-2017 lifespeed.gr

cpr certification online
cpr certification onlinecpr certification onlinecpr certification online
CPR certification onlineCPR certification onlineCPR certification online