ΟΙ ΠΑΡΥΦΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΠΙΔΙ

Δημήτρης Πετρόπουλος

Δημήτρης Πετρόπουλος Σκηνοθέτης Ηθοποιός

 

 

 

 

Τον Φώτο τον Γιαγκούλα τον θυμάστε; Τον ξακουστό τον λήσταρχο. Τον ωραίο βασιλιά των ορέων. Που σκοτώθηκε στις 20 Σεπτέμβρη του 1925 σε συμπλοκή με τα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Διάβαζα ένα αφιέρωμα λόγω της επετείου του θανάτου του όπου, παρά την κριτική προσέγγιση του φαινομένου της ληστείας, ο θαυμασμός του συντάκτη για τον παλικαρά, τον επονομαζόμενο ΄΄απέθαντο΄΄, τον φόβο και τον τρόμο της άρχουσας τάξης, δεν πέρναγε απαρατήρητος.

Η επέτειος, αντίθετα, που η χώρα διεκδίκησε και απέκτησε το πρώτο Σύνταγμα τον Σεπτέμβρη του 1943, πέρασε μάλλον στο ντούκου. Τα τελευταία χρόνια, βλέπεις, μέτρα και αποφάσεις παίρνονται συχνά-πυκνά ΄΄στις παρυφές της συνταγματικότητας΄΄, κατά τη διατύπωση διακεκριμένου συνταγματολόγου και πρώην έμπειρου υπουργού που… κάτι περισσότερο θα ξέρει. Στα όρια  της νομιμότητας, με άλλα λόγια. Τι ακριβώς θα πει αυτό; Ποιες είναι οι παρυφές και ποια τα όρια; Και ποιος τα μεταθέτει κατά το εκάστοτε δοκούν; Με ποια εξουσιοδότηση; Και στο όνομα ποιου πράγματος, εντέλει;

Αισθάνθηκε άραγε ποτέ ο Έλληνας πολίτης ότι το Σύνταγμα τον προστατεύει από την αυθαιρεσία και τις καταχρήσεις της κεντρικής εξουσίας; Πέρασαν τόσα χρόνια που η χώρα λειτουργεί συντεταγμένα και η ανασφάλεια του πολίτη απέναντι στο κράτος καλά κρατεί ακόμα.  

Παρακαλιέμαι στο Θεό και στην Αγιασωτήρα
Να γίνει κανα σύνταμα κανα κακό σεφέρι
Να ζώσει ο Λέος τα άρματα κι ο Κούτρας το σπαθί του
Να βγούμε απάνω στα βουνά

Τέτοια τραγούδια λέγανε μετά το πρώτο Σύνταγμα στα μέρη μου, στην ορεινή Ναυπακτία, τόπο καταγωγής μου από την πλευρά του πατέρα μου. Το σύνταμα –το Σύνταγμα– ήταν συνώνυμο με τον ξεσηκωμό, την ταραχή, την ανταρσία. Λόγος να βγεις στο κλαρί, με άλλα λόγια.

Οι Έλληνες, με την απελευθέρωση από τους Τούρκους, δεν ήταν δυνατόν να αλλάξουν τρόπο ζωής, συνήθειες και συμπεριφορές που ίσχυαν για εκατοντάδες χρόνια. Τίποτα δεν βοηθούσε άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση. Φτώχεια σε βαθμό εξαθλίωσης, έλλειψη υποδομών και οργάνωσης, μεγάλες ανισότητες ανάμεσα στους προύχοντες και τη φτωχολογιά, οι μηχανορραφίες των προεστών για να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, ο εμφύλιος  σπαραγμός και η ξενοκρατία στη συνέχεια και το σημαντικότερο μια κεντρική εξουσία που αντιμετωπιζόταν και αντιμετωπίζεται ακόμα μέχρι σήμερα με δυσπιστία, για  να μην πω εχθρικά.

Όταν οι Βαυαροί διέλυσαν τα άτακτα στρατεύματα του αγώνα, χιλιάδες πολεμιστές βρέθηκαν ανεπάγγελτοι και ξέμπαρκοι. Ιδίως όσοι ήταν από περιοχές όπως η Ήπειρος, η Θεσσαλία και η Μακεδονία, που παρέμειναν Τούρκικες μέχρι το 1913, ζούσαν σαν πρόσφυγες στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ε, ναι, η μισή Ελλάδα εδώ κι εκατό χρόνια ήταν ακόμη τούρκικο, μην το ξεχνάμε –παίζει ρόλο.  

Πολλοί αγωνιστές της επανάστασης δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στον μετασχηματισμό της Ελλάδας σε σύγχρονο κράτος δυτικού τύπου. Και κάποιοι ξαναβγαίναν στο κλαρί, ιδίως στην παραμεθόριο. Οι ορεσίβιοι νομαδικοί ποιμενικοί πληθυσμοί τους στήριζαν συνήθως.

Από τη σκοπιά του κράτους οι ληστές ήταν εγκληματίες που έθεταν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, στα μάτια όμως του λαού, που έβλεπε το κράτος εχθρικά, μιας και το κράτος προσπαθούσε να επιβάλλει με τη βία ένα νέο και άγνωστο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, οι ληστές ήταν επίγονοι των προεπαναστατικών κλεφτών και όσων αρματολών προσχώρησαν στις τάξεις των κλεφτών που απελευθέρωσαν τη χώρα.

Η οπτική γωνία καθορίζει τι θα δεις, πως θα το δεις και πως θα τοποθετηθείς, έτσι δεν είναι;

Η Αντιγόνη είναι ένα περίλαμπρο παράδειγμα. Ο τσαλαπατημένος από την εξουσία πολίτης, που λαχταράει να ορθώσει το ανάστημα του στον κάθε Κρέοντα και δεν τολμάει, μετέτρεψε την Αντιγόνη σε σύμβολο αντίστασης, ενώ η πρόθεση του Σοφοκλή ήταν να καταδείξει τον κίνδυνο που ελλοχεύει όταν το δίκαιο της πολιτείας αποκλίνει από τις τρέχουσες αντιλήψεις της κοινωνίας.

Το ίδιο έγινε και με τους Βαυαρούς. Οι παραδοσιακές ελληνικές αντιλήψεις για το δίκαιο διέφεραν από τις δικές τους.

Τα περισσότερα θέματα στις σχέσεις των ανθρώπων μέχρι τότε στην Ελλάδα καθορίζονταν με βάση εθιμικούς κανόνες και όχι δίκαιο γραπτό. Η αυτοδικία, λόγου χάριν, ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα αποδεκτή σε γενικές γραμμές –οι μαθητές μου στα ΙΕΚ τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια το επιβεβαιώνουν και μάλιστα ομόφωνα όταν το συζητάμε, οι λόγοι είναι γνωστοί, ολιγωρία της πολιτείας και λοιπά.

Η ληστεία ήταν κι αυτή κοινωνικά αποδεκτή όταν οι ληστές τηρούσαν κάποιους κανόνες ως προς το ποιον και για ποιο λόγο λήστευαν. Και με ποιο τρόπο. Μερικές φορές μάλιστα ο λαός τους αντιμετώπιζε ως  ΄΄κοινωνικούς αγωνιστές΄΄, κάτι σαν τον Ρομπέν των δασών.

Άλλους, επομένως, θεωρούσε ληστές ο λαός και άλλους η άρχουσα τάξη. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα με οργανώσεις που συμπεριφέρονται επαναστατικά και ικανοποιούν το αίσθημα εξέγερσης.

Σήμερα, άλλωστε, οι περισσότεροι ληστές φοράν λευκά κολάρα και παριστάνουν τους ευυπόληπτους πολίτες. Στις παρυφές της εξουσίας πλέον και όχι των ορέων κινούνται στο θολό μεταίχμιο ανάμεσα στη νομιμότητα –ή την νομιμοφάνεια– και την παρανομία. Εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις και το σύστημα και αρπάζουν ό,τι θέλουν ή ό,τι βρουν.

Η διαπλοκή και τα αλισβερίσια ανάμεσα σ΄αυτού του είδους τους ληστές και τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες ήταν –και είναι ακόμα– στην ημερήσια διάταξη.

Οι μεγαλοτσιφλικάδες χρησιμοποιούσαν τους ληστές για να προστατεύουν τις περιουσίες τους και αρκετοί πολιτικοί της εποχής χρησιμοποιούσαν συμμορίες ληστών για να πιέζουν με απειλές ή εκδουλεύσεις τους ψηφοφόρους τους. Και ενίοτε για να εξοντώνουν πολιτικούς τους αντιπάλους. Η λέξη παρακράτος δεν είναι άγνωστη.

Το κράτος αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει με κατασταλτικούς μηχανισμούς το φαινόμενο της ωμής ληστείας –η εξευγενισμένη τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης– χωρίς να προσπαθεί να εξαλείψει τους εκάστοτε γενεσιουργούς μηχανισμούς. Απέραντη συνήθως η μοναξιά του πολίτη απέναντι στην πολιτεία –για να μη μιλήσω για το σύστημα που την τροφοδοτεί– τόσο σε χαλεπούς καιρούς όσο και σε καλύτερους.

Η δημόσια διοίκηση χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί ακόμα, όποτε μπορεί, τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις με κριτήρια κομματικά και ανεξέλεγκτα. Ούτε η λέξη κουκούλωμα είναι άγνωστη.

Στις παρυφές της συνταγματικότητας λοιπόν, μέτρα και αποφάσεις, συχνά-πυκνά. Στα όρια της νομιμότητας … και τα λοιπά. Με τη Δικαιοσύνη να παίζει συνήθως και κείνη το παιχνίδι της εκτελεστικής εξουσίας και της άρχουσας τάξης ή –έστω– αυτή την εντύπωση να δίνει.

Ας δούμε τώρα τι χάραξε ο Γιαγκούλας στο λεπίδι του. Μάρτιος 1917. Άλλη… επέτειος κι αυτή. Εκατό χρόνια πριν. ΄΄Προς όλους. Επειδή δεν μπορώ να βρω ίχνος δικαίου στη δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάστηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχει το λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και ουδέποτε θα λησμονήσει τα Ιερά της καθήκοντά για την απονομή του δικαίου΄΄.

Μπορείτε να το δείτε στο Εγκληματολογικό Μουσείο μαζί με το κεφάλι του, κομμένο μάλιστα με το δικό του το λεπίδι –σε άριστη κατάσταση.

Η άποψή του για το Σύνταγμα και τη Δικαιοσύνη δεν ήταν και η καλύτερη. Μα ήταν λήσταρχος, θα πεις.

Ναι μεν, αλλά τι ήταν τέλος πάντων οι ληστές; Άγιοι του λαϊκού μαρτυρολόγιου ή εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου; Λεβέντες ανυπότακτοι ή παραστρατημένοι που διάλεξαν τον δρόμο της παρανομίας; Η απάντηση είναι θέμα οπτικής γωνίας. Κοινωνικής συνείδησης. Και συγκυρίας προφανώς. Άλλα τα δεδομένα της φεουδαρχίας και άλλα του καπιταλισμού. Μόνο κοινό στοιχείο… η εκμετάλλευση.

Άλλοι ληστές γυρεύανε το δίκιο τους, άλλοι το δίκιο γενικά και άλλοι ήταν απλά εγκληματίες.

Πάντως, παρά τη φαινομενική επαναστατικότητα και τη συμπάθεια των λαϊκών στρωμάτων, οι ληστές δεν εξελίχτηκαν ποτέ σε ηγέτες κινημάτων –μετά την Επανάσταση ή αργότερα– παρόλο που συμμετείχαν στα απελευθερωτικά κινήματα και τις εξεγέρσεις στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία ως σώματα ατάκτων.

Η ληστεία υπήρξε μια μορφή εξέγερσης που θα μπορούσε να γενικευτεί μα που δεν γενικεύτηκε ποτέ.

Η άλλη ληστεία, η θεσμική, η μουλωχτή, η κυριλέ, η καθώς πρέπει, η καπιταλιστική, εντάχθηκε στην καθημερινότητα. Και με την ανοχή ή τη συνενοχή της Πολιτείας.

Στις παρυφές της συνταγματικότητας κι αυτή.

Υ.Γ. Απελπισμένος ο Καποδίστριας, ο πρώτος κυβερνήτης, θεωρούσε το παιχνίδι με τους ληστές χαμένο ΄΄αφ΄ης στιγμής  εις τας καρδίας αυτών των ανθρώπων, ο έρως της ληστείας είναι επικρατέστερος από την προς τας οικογενείας των φιλοστοργίαν και από την αγάπην προς την πατρίδαν των΄΄. Δεν αντιλαμβανόταν τι ακριβώς τροφοδοτεί τους έρωτες. Τον ίδιο, άλλωστε, τον έφαγαν για μερικά προνόμια που επιχείρησε να καταργήσει.

Αφιερωμένο στους μαθητές μου στα ΙΕΚ. Υπάρχει λόγος. Ρωτάω συχνά πειρακτικά ΄΄Τι θες ρε λήσταρχε Νταβέλη;΄΄. Γελούν. Μέχρι που έπεσα σε κάποιον που είχε διαλέξει το ψευδώνυμο Νταβέλης. Τον μάγευε ο αρχιληστής.

Και για να αναφέρω κι ένα πρόσφατο παράδειγμα ληστή με… οπαδούς. ΄΄Ο Ρωχάμης έγινε συνώνυμο της ανυπότακτης ανδροπρέπειας, του συστηματικού γελοιοποιού της αστυνομίας και της έννομης τάξης΄΄ αναφέρει η Wikipedia… παραθέτοντας και τους λόγους.

Έχουμε μάλιστα συνεργαστεί με τον Ρωχάμη. Στον κινηματογράφο. ΄΄Στη σκιά του Λέμμυ Κώσιον΄΄, την ταινία του Ζερβού.

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Copyright © 2011-2017 lifespeed.gr

cpr certification online
cpr certification onlinecpr certification onlinecpr certification online
CPR certification onlineCPR certification onlineCPR certification online