Εκείνη που δεν πάει στα ραντεβού

Μαργαρίτα Ικαρίου

Μαργαρίτα Ικαρίου δημοσιογράφος  

 

 

 

 

Χτύπησα την πόρτα της πολλές φορές. Άλλοτε είχε τα πορτοπαράθυρα σφαλιστά και αραχνιασμένα, τον κήπο της απεριποίητο,  γεμάτο φύλλα από προσμονές που ο αγέρας είχε παρασύρει και στοιβάξει σε μια γωνιά αλλά και κάτι διαφημιστικά φυλλάδια που παροδηγούσαν για αποκτήματα ανήμερα κι εφήμερα.  

Έφυγα απογοητευμένη. Μα… ξαναγύρισα. Ένα πρωί, είδα το πανωπόρτι ανοιχτό κι άκουσα κάτι μουσικές από μέσα. Χτύπησα δυνατά. Το παλιό ρόπτρο, ένα λιονταρίσιο πόδι, ήχησε σα μέταλλο που πέφτει μέσα σε κουβά πηγαδιού. Δεν άνοιξε. Η μουσική ακουγόταν, ντύνοντας με νότες τη μοναξιά μου έξω από την κλειστή πόρτα. Έκοψα έναν κατιφέ από τη γλάστρα, χάιδεψα λίγο το βασιλικό και έφυγα…

Την  επόμενη φορά, έριξα ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα της. Της έγραψα ένα ολάκερο κατεβατό. Της ζητούσα να βρεθούμε κάπου φωτεινά, στων απογευματινών έξι τις καμπύλες ή στων πρωινών ηλιόφωτων καλοκαιριάτικων οκτώ τις κουλουριασμένες, σε ένα ξέστρωτο κρεβάτι, στιγμές. Την παρακαλούσα, την εκλιπαρούσα σχεδόν, να με αφήσει να την προσμένω ανάμεσα σε πράγματα απλά κι ανθρώπους αγαπημένους, εκεί ακριβώς που έβρισκε ο νους μου απάγκιο. Της έδινα το χρονικό περιθώριο να προετοιμαστεί, της μιλούσα για την ανάγκη μου να την βρω, να την απαντήσω.

Πήγαινα στο προκαθορισμένο ραντεβού, με μια προσμονή που φουρτούνιαζε στο στήθος την ανάσα μου. Πεταλούδιζε η ανυπομονησία στο στομάχι, κρατούσα στα χέρια ότι καλούδια μπορούσα να μαζέψω από τις ανήλιαγες μέρες και τις ανήσυχες νύχτες μου, είχα στολίσει τα μαλλιά και τα μυαλά μου με φράσεις πλουμιστές και κορδέλες νοηματικές, είχα γεμίσει την καρδιά μου με αιμάτινες ροές συναισθημάτων.

Την περίμενα… την περίμενα… την περίμενα. Κάποιες φορές ξεγελάστηκα, στο μισοσκόταδο που είχε εφορμήσει στη μικρή γωνιά που στεκόμουν προσμένοντας και νόμισα πως την είδα. Της μίλησα, την άγγιξα παρακλητικά. Δεν ήταν εκείνη, ήταν μια άγνωστη που με προσπέρασε ενοχλημένη.

Άλλοτε πάλι, ανάμεσα στη θολούρα των δακρύων, ίσως και να πέρασε από μπροστά μου, μα να μην τη γνώρισα. Να μην αναγνώρισα το άρωμά της, να μη θυμήθηκα τη θωριά της. Κι εκείνη, θυμωμένη που στο πέρασμά της δεν ήμουν έτοιμη να της υποκλιθώ και να της δώσω το πιο δυνατό μου αγκάλιασμα, με προσπέρασε κι έφυγε…

Το κακό ήταν πως την έβλεπα συχνά. Στα όνειρα που έκανα ξύπνια. Καθώς οδηγούσα ολομόναχη τη νύχτα, με τα φώτα να αποκαλύπτουν του δρόμου τις στροφές και τις ανηφόρες. Όταν καθόμουν με τις ώρες και χάζευα το πέλαγο που ανοιγόταν μυστηριώδες και με ένα φεγγάρι σα δίσκο από ασημένια νήματα στην επιφάνειά του. Την ώρα της δουλειάς, που το βλέμμα μου αγκιστρωνόταν στην οθόνη του υπολογιστή και η σκέψη μου έτρεχε σε σκυταλοδρομίες νοητικών αλληλουχιών. Κάθε φορά που το χέρι μου άγγιζε ένα άλλο και ξεγελιόταν πως για λίγο έμενε ζεστό. Όποτε ξεκρέμαγα από τους υπερυψωμένους τοίχους της δυσπιστίας τα βραβεία αυτοσυγκράτησης και τα καταχώνιαζα στα σεντούκια της θύμησης. Κι όποτε στοίβαζα στα μάτια μου εικόνες και στιγμές, συμπυκνώνοντάς τις τόσο που άλλαζαν πλέον σχήμα. Από φόβο μην τις χάσω, τις έχανα.

Κι εκεί που είχα πείσει πλέον τον εαυτό μου πως δεν θα την συναπαντούσα, να σου τη βλέπω να ξεπροβάλλει από τη γωνιά και να μου ανοίγει τα χέρια, σα μια παλιά γνώριμη που είχα χρόνια να τη δω. Μυρίζω την ευωδιά της, ανοιγοκλείνω τα μάτια για να σιγουρευτώ πως είναι αληθινή κι όχι ονειροφαντασιά, νοιώθω την παρουσία της.

Μέσα στις χίλιες της δικαιολογίες -πως τάχα ήρθε αλλά εγώ ήμουν προσηλωμένη σε κάτι άλλο και δε θέλησε να με ενοχλήσει, πως με περίμενε σε κάποιο μέρος κοντινό σε εκείνο που στεκόμουν αλλά οι δρόμοι ήταν κλειστοί- γεμάτοι εμπόδια, πως είχε φτάσει νωρίς και βαρέθηκε να με περιμένει, πως της είχα ορίσει λάθος σημείο ή εκείνη λάθος κατάλαβε, πως όποτε χτυπούσα την πόρτα της ήταν μέσα αλλά δεν με άκουγε γιατί δε χτυπούσα αρκετά δυνατά το λιονταροποδαρίσιο ρόπτρο-  δε βρίσκω τι να απαντήσω και μένω βουβή να την κοιτάζω.

Τώρα που φάνηκε, τι να της πω δεν έχω. Μήτε τι να της ζητήσω. Αφού άπιαστη είναι έτσι κι αλλιώς. Και αντιλαμβάνομαι πως «ευτυχία» δεν είναι όσα «κερδίζουμε» κι όσα αποκτούμε. Δεν είναι τα θαυμαστικά, μα τα ερωτηματικά. Μήτε τα ταξίδια, μα τα ταξιδέματα…

Κι ίσως τελικά, «ευτυχία» είναι να μην κυνηγάς να συναντήσεις την ευτυχία. Αλλά να ζεις την κάθε μέρα!

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Copyright © 2011-2017 lifespeed.gr

cpr certification online
cpr certification onlinecpr certification onlinecpr certification online
CPR certification onlineCPR certification onlineCPR certification online