Ένα δράμα από τη σφαγή της Χίου

Γράφει ο συγγραφέας Αντώνης Αντωνιάδης
Τι κι αν τη βίασαν απανωτά τρεις άνδρες, εκείνη το μόνο που σκεφτόταν ήταν το κλάμα του όταν της το πήραν από την αγκαλιά της. Τι κι αν μετά σύρθηκε στα αίματα των γονιών της και ξάπλωσε ανάμεσα στα πτώματά τους, παριστάνοντας τη νεκρή, το μόνο που έβλεπε ήταν το πρόσωπό του και το πώς άπλωνε τα χεράκια του για να γυρίσει στην αγκαλιά της…
Δύο μέρες έμεινε ξαπλωμένη δίπλα στα σφαγμένα κορμιά των δικών της και το μόνο που σκεφτόταν ήταν το παιδί της. Ούτε πείνα την ενόχλησε, ούτε δίψα, μόνο οι πόνοι της απώλειας των δικών της μα πάνω από όλα του παιδιού της. Πού το πήγαν; Το σκότωσαν;
Ξημέρωμα της τρίτης μέρας σηκώθηκε με δυσκολία• πονούσε όλο της το σώμα. Σκυφτά, προσεκτικά και φοβισμένα πέρασε τον φράχτη του σπιτιού και από αυλή σε αυλή έφτασε στο σπίτι της Αϊσέ.
Η κουμπάρα της την έβαλε μέσα κλαίγοντας, μόλις είδε την κατάντια της. Ο Μουσταφά έλειπε, ήταν μαζί με τους άλλους Χιώτες μουσουλμάνους στο σπίτι του καδή του νησιού.
Η Αϊσέ την περιποιήθηκε κλαίγοντας και βογκώντας. Τη βοήθησε να πλυθεί και της έδεσε τα τραύματα στα χέρια και τα πόδια, που άρχισαν να αιμορραγούν ξανά μόλις καθάρισε το ξεραμένο αίμα.
“Πήραν τον Γιωργάκη”, “μου πήραν τον Γιωργάκη” μονολογούσε όλη εκείνη την ώρα, κοιτάζοντας στο κενό.
Έκλαιγαν γοερά και οι δυο τους. Η Τουρκάλα καταλάβαινε τον πόνο της Ελληνίδας. Ήταν γυναίκες και μητέρες, φίλες από μικρές, Χιώτισσες με διαφορετική θρησκεία, αλλά αυτό δεν κάνει τη διαφορά, ο πόνος είναι ίδιος ανεξαιρέτως της πίστης…
Όταν γύρισε ο Μουσταφά μάλωσε την Αϊσέ που έβαλε την κουμπάρα στο σπίτι, άλλωστε μόλις πριν είχε κανονίσει να πάρει τα χωράφια και το σπίτι της οικογένειάς της. Η Αϊσέ δεν πτοήθηκε, πείσμωσε και στάθηκε απέναντί του ζητώντας του να πάει και να βρει τον Γιωργάκη.
“Δεν είναι πια εδώ. Χθες μετέφεραν μια καραβιά παιδιά στη στεριά, μάλλον μαζί με εκείνα θα είναι, αν δεν τον σκότωσαν”.
“Σύρε να ρωτήσεις, ψάξε, μάθε”.
“Βάλε να φάω πρώτα”.
“Πρώτα το παιδί! Αν έπαιρναν οι χριστιανοί τον Αλί μας τι θα έλεγες; Να φάω πρώτα;”
Ο Μουσταφά κατέβασε το κεφάλι. Είχε δίκαιο η γυναίκα του και αύριο δεν ήξερε αν θα γινόταν το ίδιο και σ αυτούς. Οι Ρωμιοί είχαν καράβια και μπορούσαν να έρθουν στο νησί όποτε ήθελαν και να τους σφάξουν όπως οι Τούρκοι έσφαξαν τους χριστιανούς του νησιού.
“Κακό πράμα το μίσος και ο πόλεμος” σκέφτηκε και βγήκε ξημερώματα στους δρόμους να ρωτήσει και να μάθει.
Γύρισε το μεσημέρι με καλά χαμπέρια. Καλά δεν ήταν, αλλά έμαθε ότι ο Γιωργάκης ήταν ζωντανός.
Έβαλε τα κλάματα και λιποθύμησε μόλις άκουσε τα νέα. Μετά, όταν συνήλθε, φόρεσε τα ρούχα της Αϊσέ και κατέβηκαν μαζί στο λιμάνι. Η Αϊσέ δεν έφερε καμία αντίρρηση, ούτε και είπε κάτι για να την αποτρέψει, αφού το ίδιο θα έκανε και η ίδια αν της άρπαζαν το παιδί από την αγκαλιά για να το πουλήσουν.
“Θα γυρίσω όλη την Τουρκία μέχρι να τον βρω” της είπε η φίλη της ψιθυριστά και τη φίλησε στο μάγουλο πριν ανέβει στο καράβι για να περάσει απέναντι. Και η Αϊσέ ήξερε, παρ όλο που έκλαιγε, ότι η φίλη της θα έκανε πράξη τα λόγια της.
Η επέτειο ήταν 30 Μαρτίου
Εμπνευσμένο από την αναφορά του Δημητρίου Βικέλα στο βιβλίο Λουκής Λάρας για τη μητέρα που πήγε στην Τουρκία ντυμένη Τουρκάλα για βρει το παιδί που της άρπαξαν κατά τη σφαγή στην Χίο. 
                                                                                                                                                                      Αντώνης Αντωνίαδης – Συγγραφέας