Ένα μωρό στο ποτάμι….

Ένα απείθαρχο τσουλούφι, παίζει κρυφτό με το θάνατο. Το ποτάμι, σαν το άμνιο, νανουρίζει το μικρό κορμάκι που ανάσα πια, δεν έχει. Τα κλικ της «είδησης», με το έμπα της νέας χρονιάς. Τα άφωτα μάτια. Η… «μάνα». Οι ευθύνες του… «πατέρα». Δυο γονείς που δεν άξιζαν να φέρουν τον όρο. Η συνεύρεσή τους, που μόνο όρους ευθύνης απέναντι στη νέα ζωή, δεν είχε. 

Δυο παπουτσάκια κι ένα χρωματιστό κολλάν. Η αποτύπωση ενός χρονικού απελπισίας, φυγής, ψυχολογικών προβλημάτων, εξαπάτησης, μηδειακού τύπου δολοφονίας προς εκδίκηση του άφαντου «πατέρα». Το κοριτσάκι στον Αλιάκμονα είναι μια τραγική υπόμνηση για την υστέρηση των δομών στήριξης σε προβλήματα ψυχικής υγείας.

Σπασμένοι ανάπαιστοι από γυαλί κοφτερό. Σαν την αναλγησία των «πολιτισμένων» μας μικροκοινωνιών που ξυπνούν από το λήθαργο της τηλοψίας με κάθε χαμένη παιδική ψυχή για να ξανακοιμηθούν στα πουπουλένια μαξιλάρια της εφησυχασμένης συνείδησης, αμέσως μετά. Κι ας ουρλιάζει στο διπλανό σπίτι ένα μικρό παιδάκι που το δέρνουν ή το χουν αφήσει παρατημένο…

Κάθε μέρα, κάθε βράδυ, κάθε ξημέρωμα, ενδημεί η βία στις εστίες μας. Χτυπά την πόρτα μας, ξαγρυπνά στην αυλή, ξεβράζεται στις βοτσαλωτές ακτές, σκαρφαλώνει απελπισμένα στα κοφτερά βράχια των ψυχικών ασθενειών. Γαντζώνεται σαν πεταλίδα στο γλιστερό προσωπείο της «διαχείρισης» των κοινωνικών θεμάτων και αποκαλύπτει πως πίσω από κάθε τέτοιο τραγικό συμβάν, κρύβεται η γενεσιουργός αιτία: Η αδιαφορία για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, για τις ελλείψεις και τις αποκλίσεις του…

Η εξουσία που χρειάζεται πότε την απόγνωση των ψυχών και πότε, τις ψήφους τους. Με μια κοινωνική δομή που περιθωριοποιεί άρδην τους ευάλωτους και τους περνά από τη μηχανή του κιμά. Με κλισέ που ορίζουν τα σύνορα της σκέψης, μας κάνει να «συνηθίζουμε» τη φρίκη της εξαθλίωσης, την εκμετάλλευση των ανίσχυρων, την επικράτηση των ισχυρών. 

Ένα μωρό, στο ποτάμι. Με πνιγμένη στα δικά της βάθη, τη μάνα. Με άφαντους εκείνους που θα πρεπε να τη στηρίζουν στο μεγάλωμά του, μα και τη δική της ζωή…

Δεν μπορώ καν, να το σκέφτομαι κείνες τις ύστατες στιγμές. Θα θελα να μπέρδεψε γλυκά το νανούρισμά του μέσα στο άμνιο με κείνον τον κλυδωνισμό στου ποταμιού τα νερά. Θα θελα να κολυμπά πια στους αιθέρες κι όχι στη φρίκη της γης. Ένα τόσο δα πλασματάκι που έκανε μια κατάδυση στην ανυπαρξία κι έπειτα μια γρήγορη ανάληψη στον ουρανό, σε ένα παιχνίδι με τα κοχύλια του διαστήματος…

Ο «φοβερός παφλασμός» του Σεφέρη, αγναντεύει προφητικά τα μελλούμενα. Είναι η χαμένη μας μάχη με το χρόνο, είναι η απώλεια της παιδικότητας, είναι η άρνηση της αθωότητας και το έγκλημα, στο οποίο συμμέτοχοι και συνένοχοι όλοι, διαπράττουμε έναντι των παιδιών. Των παιδιών μας. Σε μια κοινωνία που αδιαφορεί για τα μείζονα καθώς τα μάτια και τα μυαλά μας έχουν «συνηθίσει» πια στη βία και στο θάνατο. Ζει η ζωή μας άραγε, ή έχει κι αυτή πνιγεί στα νερά του Αλιάκμονα;

4.1.2023