Τα «καλά» και τα «κακά» της συνέντευξης Μητσοτάκη.

Του Δημήτρη Κωνσταντάρα

Πόσο καλό – ή ίσως και πόσο κακό- έκανε  η «συζήτηση» του πρωθυπουργού με  δημοσιογράφο της Süddeutsche Zeitung  , ο οποίος επισκέφτηκε προ ημερών τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου και κουβέντιασε μαζί του;  Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα μια τέτοια εκτίμηση μέσα σε όλες τις άλλες, πολλαπλές «συζητήσεις» – ή απλώς «κουβέντες»- που έχει κάνει ο κ. Μητσοτάκης με ξένους δημοσιογράφους, δείχνοντας ότι δεν φοβάται να μιλήσει σε ξένα Μ.Μ.Ε.

Και αυτό είναι το πρώτο καλό. Ο Μητσοτάκης έχει γερές  σπουδές, μιλάει άνετα ξένες γλώσσες και δεν διστάζει να πει ότι  είναι  διατεθειμένος να παραδεχτεί λάθη”. Πράγματα που ο βασικός του αντίπαλος κ. Τσίπρας  δεν είναι σε θέση να κάνει.  Εδώ έρχεται ένα κακό. Διότι μπορεί ο γερμανός δημοσιογράφος να λέει ότι:  «Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται διεθνώς ως ο πολιτικός που κατάφερε να αποκαταστήσει την αυτοπεποίθηση της Ελλάδας» αλλά λέει και «φόρα παρτίδα» ότι « η εικόνα του ως φιλελεύθερου εκσυγχρονιστή έχει υποστεί πολλαπλά πλήγματα τελευταία. Η υπόθεση των υποκλοπών του στοίχισε την εμπιστοσύνη ακόμη και μελών του κόμματός του».

Το επόμενο «καλό» εί ναι η επισήμανση της εφημερίδας ότι «Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις ο Μητσοτάκης ενδέχεται να εξασφαλίσει μία δεύτερη θητεία στο αξίωμα στις επόμενες εκλογές». Αλλά  αυτό το «ενδέχεται», μας παρουσιάζει το δεύτερο «κακό» αφού θέτει εν αμφιβόλω  την εκπεφρασμένη βεβαιότητα του κ. Μητσοτάκη  ότι θα είναι ο νικητής των επόμενων εκλογών. 

Προχωράμε στο τρίτο «καλό» που βγαίνει απόν τη συζήτηση καθώς ο δημοσιογράφος της γερμανικής εφημερίδας παρατηρεί πως «από τη μία πλευρά υπάρχει ένα βιογραφικό αποτύπωμα, μία δέσμευση στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Μια προοδευτική κλιματική πολιτική, η ενίσχυση των δικαιωμάτων των γυναικών, των ατόμων με αναπηρία, των ομοφυλόφιλων – με τα οποία έστρεψε εναντίον του ακόμη και τμήματα του ίδιου του συντηρητικού κόμματός του». Και ακολουθεί το τρίτο «κακό» : Ο Γερμανός δημοσιογράφος παρατηρεί ότι  υπάρχουν  σχόλια σε ελληνικές εφημερίδες, με ξεκάθαρα φιλοκυβερνητική στάση μέχρι πρότινος, με τα οποία ο επικεφαλής της κυβέρνησης καλείται να ξεκαθαρίσει το τοπίο στο ζήτημα των υποκλοπών.

Αλλά από το δημοσίευμα προκύπτει το επόμενο, τέταρτο «κακό» καθότι η εφημερίδα  αναφέρεται εκτενώς στο ζήτημα των υποκλοπών και υπογραμμίζει : «Παρά το ότι ο διοικητής της ΕΥΠ καθώς και ο Γενικός Γραμματέας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο οποίος είναι επίσης ανιψιός του, παραιτήθηκαν εξαιτίας των καταγγελιών για υποκλοπές, το ερώτημα παραμένει: Τι γνώριζε πραγματικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός όσον αφορά τις – τυπικά νόμιμες – υποκλοπές και τη χρήση λογισμικού κατασκοπίας;»

 Ο δημοσιογράφος το διορθώνει κάπως αναφέροντας: “Απολύτως τίποτα, λέει ο ίδιος. Δεν φέρει ωστόσο ο ίδιος την πολιτική ευθύνη;» Και εκεί ο πρωθυπουργός, επιβεβαιώνοντας την σιγουριά του για καθολική επικράτηση στις εκλογές, διαπράττει  την επόμενη επικίνδυνη –άρα και «κακή» – κίνηση. «”Αυτό θα αποφασιστεί στις επόμενες εκλογές”, αποκρίνεται ο Μητσοτάκης». Αλλά τι είναι αυτό που ευνοεί αυτή την υπερβολική σιγουριά που αν διαψευστεί – προσωπικώς εύχομαι το αντίθετο- θα χαρακτηριστεί πολιτικό ολίσθημα; Κι αυτό γιατί δείχνει αυτή τη σιγουριά τη στιγμή που ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας «καίγεται»- καλώς ή κακώς-  από εξαγριωμένους Ρομά , τη στιγμή που η κυβέρνηση αγωνίζεται να μειώσει το κόστος επιβίωσης του μέσου Έλληνα αλλά δεν το κατορθώνει, τη στιγμή που η εγκληματικότητα/παραβατικότητα   «χτυπάει ταβάνι», τη στιγμή που οι Τούρκοι μας απειλούν καθημερινά ότι «θα έρθουν νύχτα»; Είναι αυτές συνθήκες  ομαλής διεξαγωγής προεκλογικού αγώνα και εκλογών;

Φυσικά ακολουθεί μια «καλή» δήλωση του κ. Μητσοτάκη : «Βλέπω τον εαυτό μου ως σπουδαστή της Δημοκρατίας»,  μία φράση που η εφημερίδα του Μονάχου επιλέγει νε τίτλο του δημοσιεύματος συμπληρώνοντας με τη φράση του πρωθυπουργού ότι : «Θεωρώ πως έχουμε ακόμη πολλά να μάθουμε από τη Δημοκρατία της κλασσικής Αθήνας» .

Αλλά ακόμα και το «καλό» αυτό σημείο, βρίσκει ευκαιρία να το «θάψει»  ο Γερμανός δημοσιογράφος, σχολιάζοντας : «Ομολογουμένως, για τους κινδύνους που εγκυμονεί για τη Δημοκρατία το λογισμικό κατασκοπίας σε κινητά τηλέφωνα, ελάχιστες αποδείξεις θα μπορέσουν να αποκαλύψουν οι αρχαίες πηγές. Άλλωστε την εποχή εκείνη έπρεπε να κοπιάσει κανείς πολύ και να κρύψει πραγματικούς ανθρώπους μέσα σε ξύλινα άλογα».

Όσο και να προσπαθήσουν τα φιλοκυβερνητικά Μ.Μ.Ε . να  εξωραίσουν τη συνέντευξη, δύσκολα μπορούν να το επιτύχουν ώστε η «συζήτηση» του Μαξίμου να θεωρηθεί ότι έχει «καλό» πρόσημο.

Δημήτρης Κωνσταντάρας

Δημοσιογράφος

11.12.2022