Τη σκότωσε γιατί ήταν ΓΥΝΑΙΚΑ

«Καραβιές» τα κορίτσια που θυσιάζονται στην Αυλίδα της αντρικής κακοποιητικής συμπεριφοράς.  Στο βωμό της επιθυμίας τους για κατάκτηση, με τη λέξη εξουσίας να έχει ως δεύτερο συνθετικό την «κτήση», την κατοχή. 

«Δεν σε έχω, δεν σε κατέχω, άρα δεν σου αξίζει να ζεις… Δεν σε έχω ΕΓΩ, (πειθήνια, υποταγμένη, εξουσιασμένη, χειραγωγημένη, ανίσχυρη), δεν θα σε έχει κανείς…»  

Δεν είναι η «αγάπη» που οπλίζει τα χέρια των δολοφόνων κι ας γράφουν οι άσχετοι δημοσιογραφίσκοι που πουλάνε αίμα και ψέμα, αναπαραγάγοντας κακοφορμισμένα και άθλια σεξιστικά στερεότυπα. Πως να κλίνεις το ρήμα «αγαπώ» δίπλα στο «φονεύω»; Είναι μια συσχέτιση που ακυρώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι το μαχαίρι -με λάμα ή χωρίς- εκείνων που μεγάλωσαν με εσφαλμένα πρότυπα, είναι ο βρόγχος γύρω από το λαιμό και ο ξυλοδαρμός που κλιμακώνεται σε αποτρόπαιο φόνο. Τον διαπράττουν, λεκτικά, συμπεριφορικά αλλά και σωματικά, άναδρα αντράκια που άλλοτε θέλουν τη γυναίκα «παναγία» κι άλλοτε, «πόρνη»…

«Οι άντρες δεν κλαίνε» μαλώνουμε τα μικρά αγοράκια, όταν πέσουν και χτυπήσουν, όταν χάσουν ένα παιχνίδι ή μια αγάπη. «Τι άντρας είσαι και φοβάσαι το σκοτάδι;» λέμε στο παιδάκι που σκιάζεται τις σκιές του δωματίου τη νύχτα. «Δείξε τους πόσο άντρας είσαι…» παρακινούμε το νέο ή τον έφηβο να αντιμετωπίσει τις αθλητικές, ερωτικές, κοινωνικές, εργασιακές  προκλήσεις. 

«Ξέρεις-ρε-ποιος-είμαι-εγώ» δηλώνει ο πατέρας-αφέντης στο όργανο της τάξεως που του κάνει παρατήρηση για παράβαση του οδικού κώδικα. Ουρλιάζει και «πλακώνεται» φραστικά εντός Βουλής ο εκλεγμένος τραμπούκος που φορά ακριβό μανικετόκουμπο για να κρύψει τη σιδερογροθιά. Απειλεί και ασκεί με υπέρβαση εξουσίας τα καθήκοντά του εκείνος ο «δημοκράτης» προιστάμενος που «τρούπωσε» στη δουλειά με μέσον, λυμαίνεται την υπηρεσία του και κάνει χάρες και χαρές με… «φακελάκια». Εκείνος ο σκιαγμένος τυπάκος που υφίσταται πλήθος υποτιμήσεις κι εξευτελισμούς στην καθημερινότητά του, ξεσπά τα συμπλέγματά του εντός της οικίας, σε εκείνους που «τον παίρνει» να το παίζει νταής.

Η μάνα, που καθυποταγμένη η ίδια, ξεσπά τις ανοχές και τις ενοχές της, διαπαιδαγωγώντας διαφορετικά το αγόρι από το κορίτσι. Οι κατ’ επίφασιν «γονείς» που αγοράζουν μια καραβιά παιχνίδια στα βλαστάρια τους και tablet από το προνήπιο, για να «ησυχάσουν τα κεφάλια τους». Εκείνοι οι ανάλγητοι που πετούν  τους γεννήτορές τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες, στον σκουπιδοτενεκέ του «οίκου ευγηρίας» γιατί δεν έχουν χρόνο, μήτε ανθρωπιά. Η κυράτσα, που διδάσκει την τεχνική της εξαπάτησης στις κόρες της, όντας η ίδια εξαπατημένη κι απατημένη.

Ο μέσος ψηφοφόρος, που ρίχνει στην κάλπη το «κουκί» σε αυτόν που τον τρομοκρατεί, μόνο και μόνο για να τον απαλλάξει από εκείνον που φοβάται. Εκείνος ο νοσηρά περίεργος και κρυφίως κουτσομπόλης, που στήνει αυτί στη διπλανή πόρτα και στο γείτονα που ξυλοφορτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του, αλλά δεν παρεμβαίνει γιατί… «δεν του πέφτει λόγος». Μετά το φονικό, «πέφτει από τα σύννεφα» της συνενοχής του, γιατί επί χρόνια γνώριζε, μα δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει το θύμα. Οι αρχές, που παρά τις καταγγελίες, δυσκοιλιούν να αποτρέψουν τους κακοποιητές να κακοποιούν επί μακρόν, μέχρι να ρθει η στιγμή που θα αποκλείσουν με κόκκινες ταινίες ένα ακόμη σπιτικό στην Καβάλα, την Τούμπα, την Ιεράπετρα, τη Ζάκυνθο, το Περιστέρι, τη Λάρισα, τη Νίκαια…

Εκείνος που κρυφογελούσε κι επιχαίρονταν γιατί βρέθηκε ένας «άντρας» να κάνει την αμετροεπή Λιάνα να… «σκάσει» με ένα χαστούκι, είναι ο ίδιος που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τους όποιους πολιτικούς νταήδες , οι οποίοι του ξεπουλούν το βίο κι ανταλλάσσουν ψήφους είτε με υποσχέσεις είτε με επιδόματα, καταδικάζοντας τα παιδιά του στην ανεργία και την απέλπιδη ένδια.

Είναι αυτός που δεν τόλμησε να εμποδίσει τους κοστουμαρισμένους φασίστες να καπηλεύονται την ιστορία της χώρας και τη σημαία της. Είναι εκείνος που ανέχεται τους, στεντόρεια τη φωνή, διαλαλούντες τις πολιτικές τους πραμάτειες. Είναι ο φρονιμεμένος θρασύδειλος, που επιχαίρεται με τον «τσαμπουκά» των άλλων κι ο μικροαστούλης, με φοβικό σύνδρομο έναντι των ισχυρών, που νοιώθει «άντρας» όταν πλακώνει στο ξύλο τη γυναίκα και τα παιδιά του.

Είμαι εγώ που παριστάνω τον «άνθρωπο» αλλά όταν ακούω μια ανθρώπινη ύπαρξη να τρώει ξύλο, κλείνω τα παντζούρια και τραβάω τις κουρτίνες της συνενοχής. Είσαι εσύ, που θεωρείς «τσαμπουκά» να κάνεις σεξιστικές αναφορές, τύπου αστεϊσμού. Είναι αυτός που μένει απαθής και άπραγος  στο διογκούμενο κιτρινισμό, στην καταστρατήγηση όλων των κανόνων δεοντολογίας, στη σύληση μιας σορού.

Είναι κι εκείνοι οι κρετίνοι μιντιάνθρωποι που κρεμούν στα μανταλάκια «όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες» μιας γυναικοκτονίας, αποδίδοντας στο δράστη ελαφρυντικά του τύπου «τη σκότωσε γιατί…»  τη ζήλευε… γιατί την αγαπούσε παθολογικά… γιατί ήθελε διαζύγιο… γιατί, απλά, ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ.

Όλοι μας, συμμέτοχοι και συνένοχοι στο επαναλαμβανόμενο έγκλημα της γυναικοκτονίας που διαπράττεται σε μιαν Ελλάδα που διεκδικεί το ευρωπαϊκό της προφίλ, μη έχοντας ξεφύγει ωστόσο από τα ανατολίτικα πρότυπα. Με ποια παιδεία θωρακίζεται το δικαίωμα των ανθρώπων στην ισότητα μα και την διαφορετικότητα; Με ποιες επιμορφωτικές πρακτικές και ποιά θεσπιζόμενα μέτρα στήριξης της οικογένειας, που πελαγοδρομεί υπό τη συμπίεση της οικονομικής δυστοκίας, της κοινωνικής απομόνωσης, της επικράτησης της βίας;

Η κοινωνία μας μένει απαθής σα μουδιασμένη, γιατί σκιάζεται το κακό. Μα αυτό επελαύνει αφεύκτως, εφόσον δεν εξορκίζεται η ύβρις. Εφόσον η νέμεσις βραδυπορεί.

Πόσες ακόμη γυναίκες; Πόσες καθημερινά; Χειραγωγούνται, εξευτελίζονται, κακοποιούνται, εκβιάζονται και βιάζονται, εξωθούνται στην πορνεία, δέρνονται ανηλεώς, δολοφονούνται. Όχι για εκείνο το έρμο το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στο «όχι». Αλλά για εκείνο το μεγάλο «ναι» στη ζωή, που κυοφορεί κάθε θηλυκή ύπαρξη…

24.1.2023