Γιώργος Γεραπετρίτης : Η επέκταση των χωρικών μας υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας,

Συνέντευξη Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στην εφημερίδα Political και τη δημοσιογράφο Αλεξία Τασούλη :

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: κ. Υπουργέ, πρόσφατα αναφερθήκατε στην ετοιμότητα της Ελλάδας για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Εκτιμάτε ότι είναι οι συνθήκες- σε αυτή τη χρονική συγκυρία – κατάλληλες για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για τη σύνταξη του συνυποσχετικού;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Έχω επανειλημμένως τονίσει – και αυτό αποτελεί σταθερή και σαφή εθνική θέση – ότι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης είναι η μία και μόνη διαφορά μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας. Η επίλυσή της, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και ιδίως του Δικαίου της Θάλασσας, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για μακρά και βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή, δεδομένου ότι η υποκείμενη πηγή εντάσεων συνήθως εδράζεται εκεί.
Η Ελλάδα είναι πάντα έτοιμη να συζητήσει για την επίλυση αυτής της διαφοράς. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ένας από τους λόγους για τους οποίους επενδύσαμε στον δομημένο διάλογο με την Τουρκία τα τελευταία τρία χρόνια. Για να ανοίξουν οι δίαυλοι επικοινωνίας και να διερευνηθεί εάν μπορεί να δημιουργηθεί πρόσφορο έδαφος για να προχωρήσουμε στο ζήτημα της οριοθέτησης.
Ωστόσο, για την παραπομπή του ζητήματος αυτού σε διεθνή δικαιοδοσία απαιτείται η αποδοχή συνυποσχετικού ως προς το αντικείμενο της διαφοράς. Στο ζήτημα αυτό, επί του παρόντος, οι θέσεις των δύο πλευρών αφίστανται ουσιωδώς. Η Τουρκία επιθυμεί να τεθούν σε δικαιοδοτική κρίση αυθαίρετες και ανυπόστατες αξιώσεις της που άπτονται ζητημάτων ελληνικής κυριαρχίας. Τα ζητήματα κυριαρχίας ήταν, είναι και θα παραμείνουν εκτός συζήτησης. Συνεπώς, με τα σημερινά δεδομένα, δεν συντρέχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για να αρχίσει ουσιαστική συζήτηση επί του συνυποσχετικού.
Αυτό δεν αναιρεί ούτε τη σταθερή προσήλωσή μας στον διάλογο ούτε την ετοιμότητά μας να επιλύσουμε τη διαφορά της οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχετε πει πολλές φορές , και εσείς και ο πρωθυπουργός, ότι η επέκταση έως τα 12νμ στο Αιγαίο, θα γίνει όταν κρίνει η Ελλάδα ότι είναι η κατάλληλη στιγμή. Η επέκταση στα 12νμ νότια της Κρήτης είναι κάτι που μπορεί να γίνει πιο άμεσα;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η επέκταση των χωρικών μας υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας, το οποίο απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Ο δε χρόνος και ο τρόπος άσκησής του θα καθοριστούν μονομερώς από την Ελληνική Πολιτεία, με αποκλειστικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον και σε πλήρη συμμόρφωση με το Διεθνές Δίκαιο. Άλλωστε ήταν η κυβέρνησή μας εκείνη που έφερε την επέκταση των εθνικών χωρικών υδάτων στο Ιόνιο και έως το ακρωτήριο Ταίναρο. Έχουμε αποδείξει στην πράξη ότι σε θέματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν κάνουμε καμία έκπτωση.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Υπό ποιες προϋποθέσεις η Ελλάδα θα ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της συνθήκης της Λισσαβόνας στο πλαίσιο της αμυντικής συνδρομής; Θα μπορούσε να το ζητήσει για παράδειγμα εάν υπάρξει παρεμπόδιση στην πόντιση του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση; Είναι κάτι που το έχετε θέσει στους Ευρωπαίους ομολόγους σας;

Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου αποτελεί Έργο Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος, απολύτως συμβατό με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η συμμετοχή της γαλλικής εταιρείας Meridiam, με πλειοψηφικό μάλιστα πακέτο, επιρρωνύει αυτή ακριβώς την ευρωπαϊκή διάσταση. Εκτός από ευρωπαϊκό, όμως, είναι ένα έργο που εδράζεται πλήρως στις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου. Ελλάδα, Γαλλία και Κύπρος έχουν εκφράσει την πολιτική του στήριξη στο έργο και θα πράξουμε όσα μας αναλογούν για την απρόσκοπτη υλοποίησή του.
Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχουν πολλαπλά και επάλληλα επίπεδα αντίδρασης. Η Ελλάδα διαθέτει και αξιοποιεί όλα τα διπλωματικά, νομικά, ευρωπαϊκά και αμυντικά μέσα που της παρέχουν το Διεθνές Δίκαιο, η ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ευρύτερες διεθνείς της συνεργασίες και εταιρικές σχέσεις. Οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και οι ευρωπαϊκές αρχές, έχουν γνώση για την εξέλιξη της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, στο μέτρο μάλιστα που ως ευρωπαϊκό έργο κατεξοχήν τους αφορά.
Το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισσαβόνας, δηλαδή η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορά περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά κράτους-μέλους της Ένωσης. Ως προς την πρόβλεψη αυτή των Συνθηκών, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την περαιτέρω επιχειρησιακή και αποτελεσματική εφαρμογή του. Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά, και πρωτοστατεί θα έλεγα, σε αυτή τη συζήτηση. Έχει ήδη τεθεί η ανάγκη εκπόνησης οδικού χάρτη και αποσαφήνισης του κατά περίπτωση τρόπου αντίδρασης μετά την ενεργοποίηση της ρήτρας. Δεν θα ήταν, όμως, ορθό να συνδέσουμε εκ των προτέρων έναν θεσμικό μηχανισμό αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με ένα υποθετικό επιχειρησιακό σενάριο.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα λαμβάνει τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα. Έχουμε δίπλα μας την ΕΕ, τη Γαλλία, με την οποία εξάλλου μας συνδέει Συμφωνία Ενισχυμένης Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, έχουμε τις συμμαχίες και τις στρατηγικές εταιρικές σχέσεις με σειρά χωρών της ευρύτερης περιοχής μας και κυρίως, έχουμε το διεθνές κύρος το οποίο χτίσαμε ως αξιόπιστοι συνομιλητές και εταίροι. Στο ζήτημα της έρευνας και πόντισης καλωδίων, που συνιστά ελευθερία του δικαίου της θάλασσας, δεν χωρεί μέση οδός. Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να παραβιάζει διεθνείς και ευρωπαϊκούς κανόνες χωρίς τίμημα, στο τέλος πληρώνει με τόκο.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχετε δεχτεί, ως Νέα Δημοκρατία, κριτική από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά για υποχωρητικότητα στα ελληνοτουρκικά, ότι οι κατευνασμοί φέρνουν νέα τετελεσμένα. Τι απαντάτε;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Οι απόψεις όλων είναι σεβαστές, πόσο μάλλον όταν προέρχονται από έναν πρώην Πρωθυπουργό. Η κυβέρνηση κρίνεται από την πολιτική που ασκεί και από τα αποτελέσματά της. Κάθε κριτική, ή τουλάχιστον κάθε καλοπροαίρετη κριτική, πρέπει να βασίζεται επομένως στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι για όλους αμείλικτη. Πρώτον, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις συνομιλούσαν με την Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης του κ. Σαμαρά και μάλιστα σε πολύ χειρότερες συνθήκες. Ο διάλογος με την Τουρκία δεν αποτελεί ούτε καινοτομία της σημερινής κυβέρνησης ούτε ένδειξη υποχωρητικότητας. Αποτελεί διαχρονικό εργαλείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής – και ορθώς. Δεύτερον, δεν είναι σημερινή η ρητορική αξιώσεων της Τουρκίας, ανατρέχει σε δεκαετίες. Αυτό που έχει, πράγματι, αλλάξει είναι η συγκριτική θέση της χώρας μας σε σχέση με το παρελθόν. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει το διπλωματικό και στρατηγικό της αποτύπωμα, έχει διευρύνει και εμβαθύνει τις διεθνείς συμμαχίες και συνεργασίες της, και βρίσκεται σε σαφώς ισχυρότερη θέση από οποτεδήποτε στο παρελθόν διπλωματικά, αμυντικά και οικονομικά. Ταυτόχρονα, έχει θέσει, όπως ποτέ άλλοτε, στο τραπέζι τα επιχειρήματα της: θαλάσσια πάρκα, Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, εξορύξεις υποθαλάσσιου πλούτου, εκτενής παράσταση ισχύος στην ευρύτερη περιοχή. Ναι, σήμερα είναι αλλιώς: η Ελλάδα αναλαμβάνει πρωτοβουλίες στο πεδίο και εισπράττει τις, εν πολλοίς αναμενόμενες, αντιδράσεις.
Το να ταυτίζεται ο διάλογος με δήθεν υποχωρητικότητα αποτελεί στρέβλωση της πραγματικότητας, αν όχι ιδεοληψία και υποκρισία. Εμείς αποδείξαμε στην πράξη ότι μπορούμε να συζητάμε με αυτοπεποίθηση και να υπερασπιζόμαστε απολύτως τις θέσεις μας, χωρίς καμία υποχώρηση ή παραχώρηση και, αντιθέτως, ενισχύοντας ουσιαστικά και πολυεπίπεδα τη θέση της χώρας. Οι Έλληνες μπορούν σήμερα να αισθάνονται περισσότερο από ποτέ υπερήφανοι για τη διεθνή θέση της Πατρίδας. Η φωνή μας ακούγεται δυνατή και ανυποχώρητη παντού. Αν αυτό ενοχλεί, σίγουρα δεν είναι δικό μας θέμα. Θα συνεχίσουμε να χτίζουμε γέφυρες και την ίδια στιγμή να πολλαπλασιάζουμε τη ισχύ μας στον κόσμο.

12.9.2026

Τελευταία Άρθρα