Στις 7 Ιουλίου 2026 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού που περιλαμβάνει, στο Μέρος Δ΄, την πλήρη αναδιατύπωση του θεσμικού πλαισίου χρηματοδότησης του ελληνικού κινηματογράφου και του οπτικοακουστικού τομέα. Η Ένωση Σκηνοθετών Δημιουργών Οπτικοακουστικών και Παραστατικών Τεχνών (ΕΣΔ) εκφράζει την κατηγορηματική της αντίθεση και ζητά την άμεση απόσυρσή του. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ΕΣΔ στέκεται απέναντι σε αυτή την κατεύθυνση. Είχαμε εκφράσει την αντίθεσή μας στην ίδια αρχιτεκτονική ήδη από το 2024, με την ψήφιση του ν. 5105/2024 και τη συγχώνευση ΕΚΚ–ΕΚΟΜΕ στον σημερινό ΕΚΚΟΜΕΔ. Έναν χρόνο μετά, τον περασμένο Νοέμβριο, διοργανώσαμε ανοιχτή συζήτηση στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με θέμα τις πρώτες διαπιστώσεις από τη λειτουργία του νέου υπερ-οργανισμού. Ο ΕΚΚΟΜΕΔ διαχειρίζεται σήμερα χαρτοφυλάκιο μεγαλύτερο από αυτό πολλών υφυπουργών, αλλά και αρκετών υπουργών. Δεν καλύπτει πλέον μόνο τον κινηματογράφο. Καλύπτει το σύνολο του θεάματος-ακροάματος, τις ψηφιακές μορφές δημιουργίας , εικονική πραγματικότητα, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές πλατφόρμες, βιντεοπαιχνίδια, πολιτιστική διπλωματία. Σε 18.269 λέξεις του νομοσχεδίου για τον ΕΚΚΟΜΕΔ που διαχειρίζονται €750 εκατ. δημόσιου χρήματος ο σκηνοθέτης εμφανίζεται 4 φορές, ο σεναριογράφος 1, ο ηθοποιός 1(ως “πρωταγωνιστικών ρόλων”), ο ερμηνευτής 1, ο τεχνικός (ως πρόσωπο) 1, ο εργαζόμενος 3 (αποκλειστικά προσωπικό ΕΚΚΟΜΕΔ), ο δημιουργός ως πρόσωπο 3 (μόνο ως δηλώσεις σκοπού). Το νομοσχέδιο προχωρά ακόμα περισσότερο στην εμπορευματοποίηση της κινηματογραφικής τέχνης, αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο ως επενδυτικό σχέδιο, όχι ως τέχνη με ιδιαιτερότητές στο πλαίσιο της παραγωγής της. Η χρηματοδότηση συγκεντρώνεται σε συντριπτικό ποσοστό στο επενδυτικό εργαλείο (cash rebate), ενώ τα προγράμματα με πραγματικά καλλιτεχνικά κριτήρια παραμένουν στο περιθώριο ενός πολύ μικρότερου προϋπολογισμού. Το 1986: ο ν. 1597/1986, άρθρο 1 §1-2, όριζε ρητά ότι «η προστασία της κινηματογραφικής τέχνης αποτελεί υποχρέωση του Κράτους» και ότι «το Κράτος οφείλει να παίρνει τα αναγκαία μέτρα για την ηθική και υλική ενίσχυση». Ο ίδιος νόμος, στο άρθρο 2 §1 (μεταφέρθηκε αυτούσιο στο άρθρο 1 §2 του ν. 3905/2010), προσέθετε: «Η κινηματογραφική τέχνη είναι ελεύθερη… Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται». Το 2026 δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη διάταξη ούτε θετική υποχρέωση στήριξης, ούτε αρνητική εγγύηση κατά της παρέμβασης. Παράλληλα, η δυνατότητα ανάκλησης ήδη εγκεκριμένης χρηματοδότησης «για λόγους δημοσίου συμφέροντος» χωρίς ο νόμος να ορίζει πουθενά τι ακριβώς αυτό σημαίνει, λειτουργεί ως εργαλείο ελέγχου και λογοκρισίας μέσω επιλεκτικής χρηματοδότησης και επιλεκτικής ανάκλησης. Κανένα έργο δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ασφαλές όταν η τύχη του εξαρτάται από μια τόσο ασαφή, πολιτικά προσαρμόσιμη ρήτρα, εφαρμόσιμη από μια Επιτροπή Αξιολόγησης η οποία είναι η ίδια ελεγχόμενη. Στην πλειοψηφία τους, άμεσα ή έμμεσα, τα μέλη της σχετίζονται με το Υπουργείο Πολιτισμού. Το βάρος αυτής της ασυμμετρίας γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν δει κανείς τι προβλέπεται όταν μια χρηματοδότηση πράγματι ανακαλείται. Η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης του νομοσχεδίου διευκρινίζει ότι τέτοιες αποφάσεις συνοδεύονται από «ρητή πρόβλεψη ότι δεν γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης» για τον θιγόμενο δικαιούχο. Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει, δηλαδή, και θωρακίζει νομικά αυτή την ασυμμετρία εξουσίας, αντί να την περιορίζει. Το ίδιο το σχέδιο νόμου, τέλος, συγκεντρώνει ιδιαίτερα ευρείες αρμοδιότητες στο πρόσωπο του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΕΚΚΟΜΕΔ• η υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε ένα μοναδικό, μη αιρετό διοικητικό στέλεχος περιορίζει ακόμη περισσότερο τον έλεγχο. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και η έννοια του «επιλεκτικού» για τον ελληνικό κινηματογράφο διαλύεται, καθώς μπορούν να ενταχθούν σε αυτό «ψηφιακά παιχνίδια (gaming), τεχνολογίες εμβύθισης (XR, VR, AR)… και κάθε άλλη καινοτόμο μορφή» μια ρήτρα σκόπιμα απεριόριστη, που επιτρέπει σε πόρους αποκλειστικά προορισμένους για τον ελληνικό κινηματογράφο να διοχετεύονται και αλλού. Αν η κυβέρνηση επιθυμούσε πραγματικά να προχωρήσει στις αναγκαίες βελτιώσεις της κινηματογραφικής πολιτικής και ενίσχυσης του οπτικοακουστικού τομέα, όφειλε να συνομιλήσει με τους ίδιους τους δημιουργούς και τους εργαζόμενους του οπτικοακουστικού χώρου, με τα σωματεία, τους φορείς. Πρέπει να γίνει κατανοητό: κάθε νόμος που σχεδιάζεται επί χάρτου από γραφειοκρατικές μειοψηφίες επηρεάζει τις ζωές μας και την ποιότητα του εγχώριου πολιτιστικού έργου, και δεν μπορεί να μας έρχεται στα μουλωχτά, με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερομένων.
ΖΗΤΑΜΕ: Την άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου. Μετά την κατάργηση του ΕΚΚ, θεωρούμε ότι πρέπει να δημιουργηθεί ενιαίος φορέας παραγωγής και διανομής της εθνικής κινηματογραφίας, διακριτός από κάθε επενδυτικό εργαλείο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων. Μέχρι τότε, το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να δεχθούμε ως υποχώρηση είναι: θεσμοθετημένη χρηματοδότηση των επιλεκτικών προγραμμάτων στα 16 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, για την υλική ενίσχυση της κινηματογραφικής τέχνης , ως κατώτατο όριο, με δεσμευμένο κωδικό προϋπολογισμού αποκλειστικά για τον κινηματογράφο, και θεσμοθέτηση αναλογικής ποσόστωσης υπέρ των επιλεκτικών προγραμμάτων. Υποχρεωτική συνεισφορά 2–5% επί των εγχώριων εσόδων κάθε πλατφόρμας streaming προς όφελος της ελληνικής κινηματογραφικής τέχνης. Σταθερή κρατική χρηματοδότηση του πολιτισμού στο 2% του προϋπολογισμού, με δεσμευμένο κωδικό για την ελληνική κινηματογραφία. Η υπεράσπιση της καλλιτεχνικής δημιουργίας δεν είναι υπόθεση μόνο των συντελεστών και των εργαζομένων του οπτικοακουστικού χώρου αφορά κάθε πολίτη που θέλει να ζει σε έναν τόπο με ζωντανό, ελεύθερο πολιτισμό.
Το Δ.Σ. της ΕΝΩΣΗΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
20.7.2026






