Ημέρα αδέσποτων – Μια μικρή ιστορία από το βιβλίο της Χριστίνας Φούσκα “Αδέσποτοι δρόμοι” εκδόσεις ΑΩ

Κινέζικη μοναξιά
Έχω ένα κακό συνήθειο. Σε ό,τι με πληγώνει κάνω τον Κινέζο. Αυτό με έχει οδηγήσει σε μια καταθλιπτική μοναξιά. Απ’ αυτές που σε διαπερνούν σαν παγωμένος βοριάς κι εσύ κάνεις πως έχεις κάψες. Μου στοιχίζει πολύ τούτη η σπουδή στην ερημιά. Νιώθω πως μένω σιγά-σιγά μόνος. Σε μια άγρια έρημο, εσωτερική. Είναι αδύνατον να πηδήξεις από την εσωτερική σου μοναξιά και να βγεις έξω. Κι αυτό με σκοτώνει. Τώρα τελευταία όμως έχω αλλάξει σκοπό. Μόλις φτάνω σ’ αυτό το σημείο ψάχνω να βρω έναν φίλο. Ας είναι και προσωρινός, δεν με νοιάζει.
Τώρα ανεβαίνω κάτι σκαλιά και ψάχνω ένα ερειπωμένο κτίριο στην Αχαρνών. Είναι γεμάτο ακαθαρσίες και πάνω τους έχουν στήσει χορό οι μύγες. Στην κουπαστή κάνουν τσουλήθρα οι κατσαρίδες κι εγώ σκέφτομαι τον κόσμο που κάποτε ανεβοκατέβαινε τις σκάλες μέσα σ’ αυτό το γενναίο κτίριο. Γεμάτη από γενναία κτίρια είναι αυτή η πόλη. Και γεμάτη από κόσμο που δεν ξέρει πια πού να αφοδεύσει τη θλίψη του. Τριγυρνώ για λίγο μέσα στα βρώμικα δωμάτια αλλά ψυχή πουθενά. Ξαναβγαίνω στον δρόμο. Στρίβω στην Ηπείρου και βλέπω ένα ζευγάρι να ρουφιέται με πάθος. Μπαίνω για λίγο ανάμεσά τους αλλά αυτοί παραμένουν απορροφημένοι στη δουλειά τους. Λίγο πιο κάτω κάποιος τρυπιέται με άσπρα όνειρα. Του γλύφω για λίγο το πρόσωπο αλλά κι αυτός συνεχίζει να κοιμάται παραδομένος στο παραμύθι του.
Έχει νυχτώσει και όλοι έχουν κρυφτεί. Περπατώ βαριεστημένα. Καλύτερα να την πέσω κάπου για ύπνο, κι αύριο μέρα είναι, όλο και κάποιον θα βρω. Βρήκα έναν κάδο κι άραξα δίπλα του. Ένας ψηλός με μακρυά χέρια με πλησίασε κι άρχισε να ψαχουλεύει τα σκουπίδια μουρμουρίζοντας έναν βαρύ λαϊκό σκοπό. Μ΄ αρέσει αυτός ο ψηλός και πιάνω να τον σιγοντάρω αφήνοντας στον αέρα μια συνεχή χαμηλή κραυγή. Αυτός μου ρίχνει κάθε τόσο κλεφτές ματιές και συνεχίζει τον αμανέ του.
Οι προσωρινοί φίλοι συνήθως μοιάζουν με τους αμανετζήδες. Τραβούν τον καημό των άλλων κοντά τους ίσα για να κρατήσουν για λίγο το ίσο τους πάνω στον αμανέ μιας θλίψης. Μόλις η θλίψη περάσει, εξαφανίζονται.
Του κουνάω την ουρά μου και μου απλώνει το χέρι του να το μυρίσω. Βρωμάει οινόπνευμα και χασίσι. Εκείνος βγάζει μια παλιά κουβέρτα από τον κάδο και την τυλίγει γύρω του συνεχίζοντας το τραγούδι του. Κάποτε είχε μαχαιρώσει έναν τύπο κι έκανε στη στενή αρκετά χρονάκια. Ήθελε να αποδράσει, να το σκάσει απ’ αυτή τη φρικτή έρημο της φυλακής αλλά δεν τα κατάφερε. Έμαθε να αντιστέκεται. Να βαράει το κεφάλι του στον τοίχο, να πέφτει κάτω και πριν μετρήσει μέχρι το δέκα να ξανασηκώνεται. Τα κατάλαβα όλα από το τραγούδι του, σαν έπαιρνε εκείνες τις βαθιές ανάσες για να το συνεχίσει. Αυτές που μόνο οι φυλακισμένοι μπορούν και τις κατεβάζουν μέχρι τη φτέρνα και μετά τις ανεβάζουν στο στόμα και τις φτύνουν με δεξιοτεχνία στον αέρα σαν κοφτερές φαλτσέτες. Έμεινα δίπλα του μέχρι που ξημέρωσε. Άνοιξα τα μάτια μου κι ο αμανετζής την είχε κάνει γι’ αλλού.
Ξαναβγήκα στην Αχαρνών. Στέκομαι μπροστά στο φανάρι. Ένας κουλουρτζής μου πετάει ένα κομμάτι ξεραμένο ψωμί. Μαζί με μένα τρέχει κι ένα πιτσιρίκι ξενηστικωμένο. Το άφησα να το πιάσει πρώτο κι οπισθοχώρησα ξανά στην κινέζικη θέση μου. Ένας πραγματικός Κινέζος πέρασε από δίπλα μας και μας κοίταξε με θλίψη μέσα από τα λοξά του μάτια. Έμοιαζε να ψάχνει έναν προσωρινό φίλο να μοιραστεί για λίγο την κίτρινη μοναξιά του. Από την Κίνα ως την Αχαρνών! Μεγάλη απόσταση φίλε μου!
Γράφει η συγγραφέας 
Χριστίνα Φούσκα