Η Μοναξιά που θύμισες – μια εισαγωγή στο ποιητικό έργο του Μάνου Αγέρα

Γράφει ο Σταμάτης Γαλάνης

«Στους χρόνους κάποιας άλλης εποχής περπάτησα μια μέρα που δέντρα, χρώματα και ήχοι δεν
υπήρχαν, μονάχα βλέμματα βουβά, κάποιες σκιές που είχαν τα μάτια τους στραμμένα στο κενό
και παρελθόν δεν είχαν, ούτε και μέλλον», γράφει ο Μάνος Αγέρας στις «Σκιές», το 2004. Και
μας εισάγει ελκυστικά στο δικό του ποιητικό μέλλον. Στο δικό του ποιητικό μαρτύριο.

Το μαρτύριο, που σημαίνει μαρτυρία, που σημαίνει ομολογία, που σημαίνει κατάθεση σκέψης,
δράσεων και ψυχής. Που σημαίνει μοιρασιά στο ανθρώπινο γένος, που σημαίνει άγγιγμα και
καλοσύνη. Ο ποιητής μας έρχεται γυμνός, μονάχος μες στον κόσμο. Έχει για «παιχνίδι το αστέρι
και το αγέρι», και «μια βάρκα, και ένα γλάρο για οδηγό». Εισέρχεται και εξέρχεται στην θάλασσα.
Δεν λείπει ποτέ το υγρό στοιχείο από το μυαλό και την γραφή του. Είναι στα πρώτα βήματα, μα
θα έλεγες, ότι βρίσκεται πολύ μπροστά από την ύπαρξη του. Ε, και πως αλλιώς να γίνει, αν
ανακαλέσουμε και λίγο το γνωμικό του Freud.

Διαβάζω την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Η μοναξιά και το παραμυθάκι μου».
Ανακαλύπτω ταξίδια (κυρίως του μυαλού) και όνειρα παντού. Μαζεύω στάλα στάλα τις λέξεις
που γοήτευσαν και τον απογοήτευσαν. Τα «μάτια του δακρύζουν» πάνω στο χαρτί. Πολλά από
τα ποιήματα του διαβάζονται και «ανάποδα». Η επίγευση παραμένει ίδια, δυνατή, ανώθευτη.
Πρόκειται για ένα υφαίστειο που βρίσκεται κοντά στην έκρηξη του. Το καταλαβαίνεις από τα
τρέμουλα των κειμένων, από την κάψα της γραφής, από τα αέρια των σκέψεων. Θαρρώ, ότι
ακόμη ωστόσο θέλει χρόνο. Ίσως και ο ίδιος να μην το αφήνει να εκτονωθεί. Στην ποίηση του
βρίσκεις άλλωστε πολύ μεγάλη «πίεση», ένα κόσμο εσώτερο θλιμένο, και ορισμένες ημέρες
καταδικασμένο. Η θάλασσα όμως μόνιμα μια σωτηρία. «Αχ μοναξιά μου, μόνο εσύ είσαι πινέλο
στη βροχή, το γκρίζο σύννεφο στη Γη, ο ήλιος στη χαρά μου», γράφει κάποια στιγμή. Είναι
πρακτικά αδύνατο, ο αναγνώστης να μην βρει οικειότητα μέσα στην σκέψη αυτή. Και ο
δημιουργός, σαν κριτής του αναπάντεχου, συνεχίζει να αποκρίνεται «σε αυτή την ζωή, εμείς
επιλέγουμε το φως ή το σκοτάδι». Το κάνει όμως με προσοχή, δεν το προτείνει, δεν επηρεάζει.
Αφήνει ελεύθερο τον άλλο να το ακροαστεί, και μόνος να επιλέξει.

Από την εσώτερη αναζήτηση περνάμε τώρα στην εξωτερική ανυσηχία, στο 2 ο βιβλίο του, με
τίτλο «Οι Θύμησες που θύμισες». Να πω την αλήθεια, το έψαχνα αυτό από το πρώτο. Ίσως η
βιασύνη μου. Ο εκκολαπτόμενος ποιητής πρώτα τα βάζει με τον εαυτό του. Από εκεί ξεκινούν τα
πάντα. Ύστερα, έρχεται η εξωτερίκευση και η κοινωνική συνειδητότητα. Δεν φτάνει όμως στην
καταγγελία. Πρώτα, και πάνω από όλα, πρέπει να γίνει το αυτο-μαστίγωμα. Το οποίο φυσικά δεν
σταματάει και ποτε. Στις «θύμησες» λοιπόν αναδύονται δύο κυρίαρχα στοιχεία, η σιγουριά στο
γραπτό και η ωριμότητα στην γραφή. Ο Μάνος είναι πλέον πάνω στο όχημα. Ανανεωμένος,
ειλικρινής, ρομαντικός. Τα όνειρα φυσικά συνεχίζονται. Βλέπεις να κυριαρχούν στις πρώτες

αράδες και αυτού του έργου. Αυτή την φορά, σύντροφος είναι οι φίλοι και μια κιθάρα. Και με
αυτά σιμά, κλείνει το μάτι στον Θεό, και γράφει: «Να πω δυο λόγια στον Θεό, ένα μεγάλο
ευχαριστώ, για το ότι ζω και είμαι εδώ, και όλο γελάω». Να γελάς φίλε μου! Να ευχαριστείς. Και
αυτά τα δύο, είναι σπουδαία, σκεύτομαι.

Η θάλασσα δεν σταματά να είναι ο σύντροφος της ποίησης του. Το «αναπάντεχο» είναι εκεί. Και
αυτό το διάβασα επίσης ανάποδα, το ίδιο ευχάριστα. Και λίγο πιο κάτω, βρήκα ένα
γλυκοπύρηνο ρομάτζο, από το οποίο «σαν έφυγες, χάθηκαν οι εποχές». Τι όμορφος και
συνεπής στίχος. Η Ελένη, η Ευαγγελία, η Χρυσάνθη και ο Νίκος είναι ορισμένα ίσως πρόσωπα,
που ήρθαν, έμειναν και έφυγαν. Ακόμη και ο Blacky! Άφησαν ωστόσο το στίγμα τους πάνω του.
Λόγος για να ιδρώσει ένα βράδυ, να μην κοιμηθεί, και ένα ποίημα να παραδώσει στο κοινό του.
Η να μοιρασθεί αισθαντικά, μια ανάμνηση του, μαζί μας. Όλοι και όλα έχουν άλλωστε την
χρησιμότητα τους, ακόμη και αν δεν το γνωρίζουν ή δεν το εκτιμούν. Ο ποιητής μας όμως εδώ,
το ενθαρρύνει με τα λόγια του. Ρωτάει το «Γιατί» ως ποιητής, μα το «διότι» το απαντά η ποίηση
του.

Κλείνωντας αποτυπώνω δύο σκέψεις. Το έργο του είναι γεμάτο από από «μυστικές
συνωμοσίες» και ταξίδια εφήμερα, ευαίσθητα μα αναγκαία. Υμνούν την στιγμή που δεν πιάνεται,
το φως μα και κυρίως την σκιά που αναπαύονται οι εραστές και οι φίλοι. Είναι όπως λέει ορθά, η
αγάπη ποίηση. Ναι, ποίηση από μόνη της. Ο Μάνος Αγέρας, κατά την προσωπική μου άποψη,
οφείλει να συνεχίσει να γράφει και να μας παραδίδει τους πόνους και τις ελπίδες του. Το
υφαίστειο ακόμη δεν έχει εκτονωθεί. Βράζει, σιγοβράζει, κοχλάζει. Αλλά ακόμα θέλει χρόνο.
Θέλει πίστη. Θέλει επιμονή. Είναι όμως κοντά, το βλέπεις από τις αναθυμιάσεις της γραφής του.
Το νιώθεις, από τους τριγμούς κάτω από τα εδάφη της ποίησης του.

Σταμάτης Γαλάνης, Απρίλιος 2025

 

5.4.2025