Η μονομερής επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα

Όταν ο οικονομικός και πετρελαϊκός πόλεμος βαφτίζεται «δημοκρατική παρέμβαση»

Στη σύγχρονη διεθνή πολιτική σκηνή, ο πόλεμος σπάνια δηλώνεται με σαφήνεια. Αντίθετα, συχνά μεταμφιέζεται σε «ανθρωπιστική ανησυχία», «προστασία της δημοκρατίας» ή «αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης». Η επιθετική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη Βενεζουέλα, και ειδικότερα η στάση της κυβέρνησης του Donald Trump έναντι του προέδρου Nicolás Maduro, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επικίνδυνης μετάλλαξης της έννοιας του πολέμου.

Πρόκειται για μια σύγκρουση που δεν εκδηλώθηκε αρχικά με στρατεύματα, αλλά με κυρώσεις, αποκλεισμούς, απονομιμοποίηση και ενεργειακό στραγγαλισμό. Ωστόσο, τα μέσα αυτά δεν είναι λιγότερο βίαια· είναι απλώς λιγότερο ορατά.

Κυριαρχία και διεθνές δίκαιο: αρχές υπό αίρεση

Η μονομερής επιβολή σκληρών οικονομικών κυρώσεων, η ανοιχτή πολιτική απονομιμοποίησης της εκλεγμένης κυβέρνησης και η ρητή –κατά περιόδους– απειλή στρατιωτικής επέμβασης συνιστούν ευθεία παραβίαση θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου. Η κρατική κυριαρχία και η αρχή της μη επέμβασης δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία της διεθνούς έννομης τάξης· αποτελούν τον πυρήνα της.

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει όχι μόνο τη χρήση βίας, αλλά και την απειλή χρήσης βίας. Όταν όμως η οικονομική πολιτική χρησιμοποιείται συνειδητά ως εργαλείο στραγγαλισμού μιας κοινωνίας, με προβλέψιμες ανθρωπιστικές συνέπειες, τότε η διάκριση μεταξύ «πολέμου» και «ειρηνικής πίεσης» καθίσταται προσχηματική.

Οικονομικός πόλεμος: η σιωπηλή μορφή βίας

Οι κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας δεν στόχευσαν απλώς την πολιτική ελίτ. Περιόρισαν δραστικά την πρόσβαση της χώρας σε τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα και διεθνή χρηματοδότηση. Το αποτέλεσμα ήταν η επιδείνωση μιας ήδη σοβαρής κοινωνικής κρίσης.

Όταν μια πολιτική επιλογή οδηγεί συστηματικά στη φτωχοποίηση, στην αποδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών και στην απώλεια ανθρώπινων ζωών, τότε δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ουδέτερη ή «ειρηνική».

Κατά τη γνώμη μου, εδώ οφείλουμε να μιλήσουμε καθαρά: ο οικονομικός αποκλεισμός που πλήττει άμεσα τον άμαχο πληθυσμό αποτελεί μορφή συλλογικής τιμωρίας και, κατ’ ουσίαν, πράξη πολέμου.

Ο πετρελαϊκός πόλεμος των ιδιωτικών συμφερόντων

Η Βενεζουέλα δεν βρέθηκε στο στόχαστρο τυχαία. Διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως. Η σύγκρουση, πέρα από τη ρητορική περί δημοκρατίας, είναι στον πυρήνα της ένας πετρελαϊκός πόλεμος ιδιωτικών και πολυεθνικών συμφερόντων.

Οι κυρώσεις και η αποσταθεροποίηση λειτούργησαν ως μηχανισμός:

  • αποδυνάμωσης της κρατικής πετρελαϊκής βιομηχανίας,
  • αποκλεισμού της χώρας από τις διεθνείς αγορές,
  • και δημιουργίας των προϋποθέσεων για μελλοντική ιδιωτικοποίηση και αναδιανομή ενεργειακών πόρων.

Η «δημοκρατία» χρησιμοποιήθηκε ως ηθικό προπέτασμα για έναν ωμό οικονομικό και ενεργειακό πόλεμο.

Το παράδοξο της «δημοκρατικής επιβολής»

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αυτής της επίθεσης είναι η ηθική της επένδυση. Η ρητορική περί «αποκατάστασης της δημοκρατίας» χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει πρακτικές που ακυρώνουν την ίδια τη δημοκρατική αρχή: το δικαίωμα ενός λαού να καθορίζει μόνος του το πολιτικό του μέλλον.

Η κριτική στον αυταρχισμό του Μαδούρο μπορεί και πρέπει να γίνεται. Όμως χάνει κάθε ηθική νομιμοποίηση όταν συνοδεύεται από εξωτερικό εξαναγκασμό, οικονομική ασφυξία και ποινικοποίηση της πολιτικής ηγεσίας.

Η δημοκρατία δεν επιβάλλεται με κυρώσεις. Ούτε γεννιέται από την πείνα.

Η στοχοποίηση και η σύλληψη αρχηγού κράτους ως επικίνδυνο προηγούμενο

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα διεθνών και κρατικών μέσων ενημέρωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες φέρονται να προχώρησαν στη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας. Εφόσον αυτή η πληροφορία επιβεβαιωθεί πλήρως, τότε πρόκειται για ποιοτική τομή στη διεθνή πολιτική πρακτική.

Η σύλληψη εν ενεργεία αρχηγού κυρίαρχου κράτους από άλλη χώρα, εκτός πλαισίου διεθνούς δικαστηρίου και χωρίς απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, συνιστά:

  • κατάλυση της κρατικής κυριαρχίας,
  • παραβίαση του διεθνούς δικαίου,
  • και πράξη πολέμου, ακόμη και αν δεν συνοδεύεται από στρατιωτικές συγκρούσεις.

Η κανονικοποίηση μιας τέτοιας πρακτικής ανοίγει τον δρόμο για έναν κόσμο όπου οι ισχυροί συλλαμβάνουν ηγέτες αδύναμων χωρών στο όνομα μιας αυτοανακηρυγμένης «νομιμότητας».

Παραβίαση και του εσωτερικού δικαίου των ΗΠΑ

Η πολιτική αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα και σε σχέση με το ίδιο το αμερικανικό συνταγματικό πλαίσιο. Η απειλή πολέμου και η επιβολή κυρώσεων μεγάλης κλίμακας χωρίς σαφή και ρητή έγκριση του Κογκρέσου αποκαλύπτουν μια επικίνδυνη διολίσθηση προς την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική αρχή.

Η περίπτωση Τραμπ δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά αποκάλυψη ενός βαθύτερου προβλήματος: της μετατροπής της εξωτερικής πολιτικής σε χώρο ανεξέλεγκτης προεδρικής ισχύος.

Πέρα από τα ψευδή διλήμματα

Η υπεράσπιση της κρατικής κυριαρχίας της Βενεζουέλας δεν ταυτίζεται με την υπεράσπιση της κυβέρνησής της. Είναι υπεράσπιση ενός θεμελιώδους κανόνα: ότι οι κοινωνίες έχουν το δικαίωμα να αλλάζουν, να διορθώνουν και να ανατρέπουν τα καθεστώτα τους χωρίς εξωτερικούς εκβιασμούς.

Όσο η διεθνής κοινότητα αποδέχεται ότι οι ισχυροί μπορούν να παραβιάζουν το δίκαιο στο όνομα της «τάξης» ή της «δημοκρατίας», τόσο το διεθνές δίκαιο χάνει τον δεσμευτικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε εργαλείο επιλεκτικής εφαρμογής.

Επίλογος: η ευθύνη του λόγου

Σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος γίνεται ολοένα και πιο αόρατος, η ευθύνη των διανοουμένων, των εκπαιδευτικών και των πολιτών είναι να τον ονομάζουν με το αληθινό του όνομα. Η σιωπή και η ουδετερότητα, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι ουδέτερες στάσεις· είναι μορφές συνενοχής.

Αν επιθυμούμε μια διεθνή τάξη βασισμένη στο δίκαιο και όχι στη δύναμη, οφείλουμε να αντισταθούμε στη νομιμοποίηση της μονομερούς επιβολής. Διαφορετικά, δεν μιλάμε για παγκόσμια τάξη, αλλά για θεσμοποιημένη αυθαιρεσία των ισχυρών.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

4.1..2o26