Όταν η «ασφάλεια» οικοδομείται πάνω στην απανθρωποποίηση
Η U.S. Immigration and Customs Enforcement (ICE) δεν είναι μια ουδέτερη κρατική υπηρεσία επιβολής του νόμου. Είναι ένας μηχανισμός που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα σε μια λογική ποινικοποίησης της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν αυτή δεν συμμορφώνεται με γεωπολιτικά, φυλετικά και οικονομικά πρότυπα.
Η ίδρυσή της, στο πλαίσιο της μετα-11ης Σεπτεμβρίου υστερίας περί «ασφάλειας», σηματοδότησε μια ιστορική μετατόπιση: ο μετανάστης έπαψε να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό και ανθρωπιστικό ζήτημα και μετατράπηκε σε δυνητικό εχθρό. Από εκείνη τη στιγμή, η διοίκηση της μετανάστευσης έπαψε να είναι πολιτική· έγινε στρατιωτικοποιημένη.
Η ICE δεν λειτουργεί απλώς με νόμους. Λειτουργεί με φόβο.
Συστηματική κακοποίηση και ατιμωρησία
Εδώ και χρόνια, πληθώρα καταγγελιών, ερευνών και μαρτυριών έχουν αποκαλύψει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο:
- αυθαίρετες συλλήψεις,
- οικογένειες που διαλύονται εν μία νυκτί,
- κράτηση σε κέντρα με απάνθρωπες συνθήκες,
- ψυχολογική και σωματική κακοποίηση,
- θάνατοι κρατουμένων χωρίς ουσιαστική λογοδοσία.
Η ICE λειτουργεί συχνά σε ένα γκρίζο νομικό καθεστώς, όπου η «εθνική ασφάλεια» χρησιμοποιείται ως γενική δικαιολογία για την αναστολή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η έννοια του «έκτακτου κινδύνου» έχει γίνει μόνιμη κατάσταση.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι πολιτική επιλογή.
Η λογική της αποανθρωποποίησης
Για να λειτουργήσει ένας τέτοιος μηχανισμός, απαιτείται πρώτα η αποανθρωποποίηση του Άλλου. Ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο «χωρίς χαρτιά» άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως πρόσωπο, αλλά ως αριθμός, φάκελος, απειλή, βάρος.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ενσυναίσθηση δεν είναι αρετή· είναι σφάλμα.
Η συμπόνια δεν είναι ηθική στάση· είναι επιχειρησιακή αδυναμία.
Όταν ένας πράκτορας εκπαιδεύεται να βλέπει τον άνθρωπο ως αντικείμενο διαχείρισης, τότε η βία δεν αποτελεί εκτροπή. Αποτελεί αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Από τη μετανάστευση στη γενικευμένη καταστολή
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ICE δεν είναι μόνο όσα κάνει στους μετανάστες, αλλά όσα νομιμοποιεί συνολικά. Η ύπαρξή της λειτουργεί ως πειραματικό πεδίο για:
- αυξημένες εξουσίες χωρίς έλεγχο,
- στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης,
- συρρίκνωση των πολιτικών δικαιωμάτων,
- εξοικείωση της κοινωνίας με την ιδέα ότι «κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερη προστασία».
Όταν αποδεχόμαστε ότι μια κατηγορία ανθρώπων μπορεί να στερηθεί δικαιώματα, αργά ή γρήγορα η λογική αυτή επεκτείνεται. Η ιστορία είναι αμείλικτη σε αυτό.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η ICE «έκανε λάθη». Το ερώτημα είναι αν μια δημοκρατία μπορεί να συνυπάρξει με μηχανισμούς που:
- λειτουργούν με μόνιμη εξαίρεση,
- παράγουν φόβο ως εργαλείο,
- και αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη ζωή ως αναλώσιμη.
Γιατί όταν η βία θεσμοποιείται, δεν χρειάζεται πια κακία. Αρκεί υπακοή.
Και τότε κάθε ελεύθερη φωνή — γίνεται εχθρός.
Όμως θα ήταν πολιτικά ανέντιμο να περιορίσουμε αυτόν τον μηχανισμό μόνο στη μετανάστευση. Η ICE δεν είναι μια «ειδική περίπτωση». Είναι προπομπός. Είναι το εργαστήριο όπου δοκιμάζονται πρακτικές που αργότερα γενικεύονται.
Η λογική που ποινικοποιεί τη μετακίνηση, ποινικοποιεί με την ίδια ευκολία και τη διαμαρτυρία. Η λογική που βλέπει τον μετανάστη ως απειλή, μαθαίνει γρήγορα να βλέπει τον διαδηλωτή ως εχθρό. Και η λογική που αποδέχεται την αναστολή δικαιωμάτων για «κάποιους», προετοιμάζει το έδαφος ώστε η αναστολή να επεκταθεί σε όλους.
Δεν πρόκειται για μετάβαση. Πρόκειται για συνέχεια.
Οι ίδιες δομές που νομιμοποιούν την εξαίρεση, οι ίδιες υπηρεσίες που λειτουργούν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, τα ίδια αφηγήματα «ασφάλειας», αξιοποιούνται πλέον για να ελέγξουν τον δημόσιο χώρο, να χαρτογραφήσουν συλλογικές αντιστάσεις και να αποθαρρύνουν κάθε μορφή πολιτικής συνάθροισης.
Σε αυτό το σημείο, η καταστολή παύει να είναι αντιδραστική και γίνεται προληπτική.
Και εδώ ακριβώς εισέρχεται η τεχνητή νοημοσύνη.
Από τη μετανάστευση στην ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας
Η ICE δεν λειτουργεί αποκομμένα. Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κρατικού μετασχηματισμού, όπου η διαμαρτυρία παύει να είναι δικαίωμα και μετατρέπεται σταδιακά σε ύποπτη δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η καταστολή δεν βασίζεται πλέον μόνο στη φυσική βία, αλλά στη συστηματική επιτήρηση.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως νέο όπλο καταστολής
Η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στους μηχανισμούς «ασφάλειας» δεν ήρθε για να προστατεύσει τις κοινωνίες. Ήρθε για να τις χαρτογραφήσει, να τις προβλέψει και να τις πειθαρχήσει.
Σήμερα, οι διαδηλώσεις δεν παρακολουθούνται απλώς. προ-αναλύονται.
Αλγόριθμοι αναγνώρισης προσώπου, συστήματα πρόβλεψης «επικίνδυνης συμπεριφοράς», βάσεις δεδομένων κοινωνικών σχέσεων και ψηφιακών ιχνών χρησιμοποιούνται για να κατασκευάσουν προφίλ «εν δυνάμει ταραχοποιών». Όχι βάσει πράξεων, αλλά βάσει πιθανοτήτων.
Αυτό σημαίνει κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ο άνθρωπος δεν τιμωρείται πια για αυτό που έκανε, αλλά για αυτό που θα μπορούσε να κάνει.
Η διαδήλωση, σε αυτό το νέο καθεστώς, παύει να είναι πολιτική πράξη και μετατρέπεται σε τεχνικό πρόβλημα προς διαχείριση. Οι διαδηλωτές δεν είναι πολίτες· είναι δεδομένα. Και τα δεδομένα δεν έχουν δικαιώματα.
Η βία χωρίς μάρτυρες
Η χρήση της AI επιτρέπει στην εξουσία να ασκεί βία χωρίς να φαίνεται. Να στοχοποιεί χωρίς να εξηγεί. Να φυλακίζει χωρίς να απολογείται.
Όταν ένας άνθρωπος συλλαμβάνεται ή κακοποιείται στο πλαίσιο μιας «επιχειρησιακής αξιολόγησης κινδύνου», η ευθύνη διαχέεται: φταίει ο αλγόριθμος, φταίει το σύστημα, φταίει το πρωτόκολλο.
Έτσι η βία γίνεται απρόσωπη. Και γι’ αυτό γίνεται πιο εύκολη.
Η ποιήτρια Renee Nicole Good ως «εξαίρεση» που δεν ήταν εξαίρεση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Renee Nicole Good δεν εμφανίζεται ως τυχαίο θύμα. Εμφανίζεται ως απόλυτα συμβατό θύμα ενός συστήματος που έχει μάθει να αντιμετωπίζει κάθε συγκέντρωση ανθρώπων, κάθε αυθόρμητη παρουσία στον δημόσιο χώρο, κάθε μη προβλέψιμη ύπαρξη, ως απειλή.
Η ίδια δεν χρειαζόταν να είναι διαδηλώτρια για να στοχοποιηθεί. Αρκούσε να βρίσκεται εκεί όπου η εξουσία είχε ήδη αποφασίσει να φοβάται.
Σε έναν κόσμο αλγοριθμικής καταστολής, η αθωότητα δεν προστατεύει. Η ποίηση δεν εξαιρεί. Η καλοσύνη δεν αθωώνει.
Όταν η κρατική μηχανή λειτουργεί με τη λογική της πρόληψης και όχι της δικαιοσύνης, τότε κάθε άνθρωπος γίνεται εν δυνάμει ένοχος. Και όταν το όπλο συναντά τον αλγόριθμο, η ανθρώπινη ζωή υποβιβάζεται σε σφάλμα συστήματος.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η σύνδεση της ICE με την ποινικοποίηση των διαδηλώσεων και τη χρήση AI δεν είναι θεωρητική. Είναι ήδη πραγματικότητα. Και το διακύβευμα δεν είναι η «ασφάλεια», αλλά το μέλλον της πολιτικής ελευθερίας.
Γιατί όταν:
- η διαμαρτυρία καταγράφεται,
- η σκέψη προφιλ-άρεται,
- και η παρουσία στον δημόσιο χώρο γίνεται επικίνδυνη,
τότε η δημοκρατία επιβιώνει μόνο ως λέξη.
Η Renee Nicole Good δεν δολοφονήθηκε επειδή έκανε κάτι. Δολοφονήθηκε επειδή υπήρχε σε έναν χώρο όπου η εξουσία είχε ήδη αποφασίσει να βλέπει εχθρούς.
Και αυτό αφορά όλους.
Γιατί σήμερα στοχοποιείται ο μετανάστης. Αύριο ο διαδηλωτής. Μεθαύριο ο ποιητής. Και στο τέλος, όποιος επιμένει να σκέφτεται χωρίς άδεια…
Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια
9.1.2026






