Κριτική της νουβέλας «Ο Οδυσσέας και η Κατιούσα» του Κώστα Λιάκου, από την Παναγιώτα Μπλέτα

Διαβάζοντας τον Οδυσσέα και την Κατιούσα του Κώστα Λιάκου, θα μπορούσε κανείς εύκολα να σταθεί στην ερωτική ιστορία που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο. Θα ήταν όμως μια μάλλον επιφανειακή ανάγνωση. Γιατί πίσω από τον έρωτα του Οδυσσέα και της Κατιούσας υπάρχει μια αγωνία πολύ παλαιότερη και πολύ βαθύτερη από την ίδια τους τη σχέση: η αγωνία του ανθρώπου που βλέπει έναν κόσμο αξιών να αποσύρεται
σιγά σιγά από την καθημερινή ζωή και προσπαθεί να διασώσει κάτι από αυτόν μέσα του.
Ο ήρωας του βιβλίου, ο Οδυσσέας Αργυρίου εμφανίζεται από νωρίς ως ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να χωρέσει στα μέτρα που άλλοι έχουν ορίσει γι’ αυτόν.
Είναι ευαίσθητος, ανήσυχος, παρατηρητικός, με φυσική κλίση προς τη διανόηση, τη μουσική και αργότερα τη συγγραφή. Η δυσκολία του, όμως, δεν οφείλεται μόνο στον χαρακτήρα του. Οφείλεται κυρίως στο ότι μεγαλώνει και ζει μέσα σε ένα περιβάλλον που αντιμετωπίζει με καχυποψία ό,τι δεν καταλαβαίνει και συχνά προσπαθεί να το περιορίσει, να το κρίνει ή να το προσαρμόσει στα δικά του μέτρα.
Στα σχολικά του χρόνια συναντά δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές του εκπαιδευτικού και, κατ’ επέκταση, δύο διαφορετικές εκδοχές του ανθρώπου. Ο ένας τον ταπεινώνει, τον προσβάλλει, τον χτυπά και σχεδόν προφητεύει την αποτυχία του.
Ο άλλος, αντίθετα, βλέπει τις δυνατότητές του και του δίνει κάτι πολύ σημαντικό για έναν νέο άνθρωπο: την αίσθηση ότι κάποιος πιστεύει σε εκείνον, ακόμη κι όταν ο ίδιος δεν έχει μάθει ακόμη να πιστεύει στον εαυτό του.
Αλήθεια, πόσο από αυτό που γινόμαστε είναι δική μας επιλογή και πόσο είναι αποτέλεσμα των βλεμμάτων που έπεσαν επάνω μας; Πόσοι άνθρωποι έμαθαν να θεωρούν τον εαυτό τους ανεπαρκή επειδή κάποιος, σε μια ηλικία όπου δεν είχαν ακόμη τα μέσα να αμφισβητήσουν την κρίση του, τούς το είπε με αρκετή βεβαιότητα;
Ο Οδυσσέας μεγαλώνει κουβαλώντας αυτή τη σύγκρουση. Από τη μια, την ανάγκη να πιστέψει στον εαυτό του. Από την άλλη, τις κρίσεις που έχουν ήδη συσσωρευτεί μέσα του. Η απόφασή του να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να καταφέρει όσα οι άλλοι θεωρούσαν αδύνατα δεν είναι απλώς μια νεανική φιλοδοξία. Είναι μια πρώτη πράξη αυτοκαθορισμού. Μια προσπάθεια να πάρει πίσω το δικαίωμα να ορίζει ο ίδιος την αξία του.
Γι’ αυτό η μουσική, τα βιβλία και η γραφή είναι για τον Οδυσσέα το απόλυτο καταφύγιο του. Εκεί μπορεί να είναι ο εαυτός του χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει την αξία του στους άλλους. Όταν ακούει μουσική ή γράφει, απομακρύνεται για λίγο από την πίεση της καθημερινότητας και ξαναβρίσκει την εσωτερική του ελευθερία.
Ίσως αυτή να είναι και μία από τις πιο ουσιαστικές λειτουργίες της τέχνης στη ζωή του ανθρώπου. Δεν αλλάζει πάντοτε την πραγματικότητα. Μπορεί όμως να εμποδίσει την πραγματικότητα να καταλάβει ολόκληρο τον εσωτερικό μας χώρο. Να διατηρήσει ένα μέρος του εαυτού μας απρόσβλητο από την ευτέλεια, την πίεση, την καθημερινή φθορά.

Η ίδια δοκιμασία επιστρέφει αργότερα στον εργασιακό χώρο. Η εταιρεία στην οποία εργάζεται ο Οδυσσέας δεν λειτουργεί απλώς ως τόπος εργασίας. Γίνεται μια μικρογραφία κοινωνικών σχέσεων όπου η εξουσία, η εύνοια, ο φόβος, η καχυποψία και η ρουφιανιά ορίζουν πολλές φορές τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Εδώ η βία δεν χρειάζεται πια να παίρνει τη μορφή του χαστουκιού ενός δασκάλου.
Έχει γίνει πιο σύνθετη, περισσότερο αποδεκτή, ίσως γι’ αυτό και πιο επικίνδυνη.
Είναι μια πιο σιωπηλή μορφή βίας: η ανασφάλεια, η εξάρτηση από τη δουλειά, η προσβολή που συχνά αναγκάζεσαι να ανέχεσαι επειδή φοβάσαι ότι μπορεί να χάσεις τη θέση σου, αλλά και η κατάχρηση εξουσίας από ανθρώπους που την ασκούν απλώς επειδή μπορούν.
Και τότε εμφανίζεται η Κατιούσα.
Η παρουσία της περιγράφεται με έναν θαυμασμό που φτάνει συχνά στην εξιδανίκευση. Φως, ομορφιά, μυθολογικές εικόνες, ένας σχεδόν ποιητικός
αισθησιασμός συνοδεύουν την είσοδό της στη ζωή του Οδυσσέα.
Ο Οδυσσέας δεν βλέπει μόνο μια γυναίκα. Βλέπει ξαφνικά την πιθανότητα ενός άλλου τρόπου να σχετίζεται κανείς με τον κόσμο.
Η Κατιούσα του προσφέρει κάτι πολύ περισσότερο από ερωτική έλξη. Του προσφέρει αναγνώριση. Τον βλέπει χωρίς να τον μειώνει. Τον πλησιάζει χωρίς να θέλει να τον ελέγξει. Του δίνει εκείνη τη ζεστασιά που τόσο συχνά του έλειπε. Γι’ αυτό και η Κατιούσα αποκτά τεράστια σημασία στη ζωή του. Δεν είναι μόνο η γυναίκα που αγαπά. Είναι ο άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο. Εκεί που μπορεί να συνυπάρξει με τρυφερότητα, αποδοχή και σεβασμό, χωρίς φόβο και ταπείνωση.
Κάπως έτσι συναντάμε έναν βαθύτερο ορισμό της αγάπης: αγαπώ τον άλλον όταν δεν επιχειρώ να τον κατακτήσω, να τον περιορίσω ή να τον κατασκευάσω σύμφωνα με τις ανάγκες μου. Όταν μπορώ να τον αναγνωρίσω ως πρόσωπο που έχει δική του βούληση, φόβους, επιθυμίες, δικαίωμα στην ελευθερία.


Ακριβώς γι’ αυτό ο γάμος της Κατιούσας λειτουργεί ως αντίθετος πόλος. Οι προσβολές, η βία, η καταπίεση που βιώνει δεν περιγράφουν απλώς έναν
δυστυχισμένο γάμο. Δείχνουν μια σχέση στην οποία ο ένας δεν βλέπει πια τον άλλον ως έναν άνθρωπο με δική του βούληση και ελευθερία, αλλά ως κάποιον που θεωρεί ότι μπορεί να ελέγχει και να εξουσιάζει.
Η βία αρχίζει πάντοτε εκεί: τη στιγμή που κάποιος πιστεύει ότι η δική του ανάγκη, η  δική του εξουσία ή η δική του επιθυμία του δίνουν δικαίωμα πάνω στη ζωή ενός άλλου.
Κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η υπέρτατη αξία, η Ελευθερία. Ο Οδυσσέας παλεύει να απελευθερωθεί από τους χαρακτηρισμούς που άλλοι τού επέβαλαν. Η Κατιούσα προσπαθεί να απελευθερωθεί από μια σχέση που έχει μετατραπεί σε φυλακή. Στον εργασιακό χώρο οι άνθρωποι κινούνται μέσα στα όρια της οικονομικής εξάρτησης. Ακόμη και η φιλία δοκιμάζεται από τον φόβο και την αδυναμία των ανθρώπων να πάρουν θέση όταν χρειάζεται.

Έτσι, πίσω από τις επιμέρους ιστορίες επανέρχεται διαρκώς το ίδιο ερώτημα: πόσο χώρο αφήνουμε ο ένας στον άλλον να υπάρξει;
Και εδώ ο Οδυσσέας και η Κατιούσα παύουν να συνθέτουν μια απλή ερωτική νουβέλα. Γίνονται κοινωνικό δοκίμιο που αναλύει τη σύγκρουση ανάμεσα στον άνθρωπο ως πρόσωπο και στον άνθρωπο ως αντικείμενο εξουσίας, κρίσης ή χρήσης.
Ο συγγραφέας δεν κρύβει την πλευρά στην οποία στέκεται. Υπερασπίζεται τη φιλία, την τρυφερότητα, τη συντροφικότητα, την τέχνη, τη συγχώρεση, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και πολλές φορές θυμώνει. Ο θυμός του διαπερνά το κείμενο. Δεν είναι όμως ένας θυμός χωρίς αιτία. Πίσω του υπάρχει η αίσθηση ότι η κοινωνία έχασε κάτι στην πορεία της προς αυτό που ονομάζει πρόοδο.
Γι’ αυτό και η νοσταλγία έχει τόσο ισχυρή παρουσία στο βιβλίο.
Οι παλιές αθηναϊκές γειτονιές, τα λαϊκά τραγούδια, οι παρέες, η ταβέρνα, το τραπέζι, η μουσική δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικό μιας περασμένης εποχής. Είναι φορείς ενός τρόπου ζωής που ο συγγραφέας θεωρεί ότι υποχωρεί.
Το παρελθόν βέβαια δεν γίνεται δικαιότερο επειδή είναι παρελθόν, καθώς είναι γεμάτο από τη βία, τις προκαταλήψεις και τις αυθαιρεσίες εκείνης της εποχής. Ο βίαιος δάσκαλος, η καταπιεστική οικογένεια, ο γάμος που αποφασίζεται μέσα από κοινωνικές συμβάσεις ανήκουν επίσης σε αυτόν τον κόσμο.


Άρα, αυτό που νοσταλγεί πραγματικά ο Λιάκος δεν είναι απλώς «τα παλιά». Νοσταλγεί περισσότερο την ανθρώπινη εγγύτητα.
Μια εποχή όπου, τουλάχιστον στη δική του μνήμη, ο άνθρωπος είχε ακόμη χρόνο να καθίσει απέναντι σε έναν άλλο άνθρωπο. Να μιλήσει. Να ακούσει ένα τραγούδι. Να μοιραστεί ένα τραπέζι. Να θυμηθεί. Να πονέσει μαζί του. Να χαρεί μαζί του.
Δεν πρόκειται λοιπόν τόσο για τη νοσταλγία γενικά του χρόνου όσο για τη νοσταλγία του ανθρώπινου χρόνου και τόπου.
Γι’ αυτό στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας επιστρέφει σε μια παρέα γύρω από ένα τραπέζι. Μετά από τόσες μορφές αποξένωσης, οι άνθρωποι ξαναβρίσκονται. Κάποιοι ζητούν συγγνώμη. Κάποιοι συγχωρούν. Οι ερωτευμένοι επανενώνονται. Η μουσική επιστρέφει. Ο ανθρώπινος μικρός κόσμος αποκαθίσταται, έστω και για λίγο.
Η λύτρωση εδώ δεν βρίσκεται μόνο στο ότι ο Οδυσσέας ξαναβρίσκει την Κατιούσα. Βρίσκεται κυρίως στο ότι αποκαθίσταται η βαθιά ανθρώπινη σύνδεση ανάμεσά τους, αυτή που είχε διακοπεί από τον φόβο και τις συνθήκες που μπήκαν ανάμεσά τους.
Αυτή είναι και η πιο ουσιαστική θέση του βιβλίου: ότι η ζωή αποκτά πραγματικό νόημα μέσα από τις σχέσεις μας με τους άλλους, όταν αυτές στηρίζονται στον σεβασμό, την ελευθερία και την αμοιβαιότητα και όχι στην ανάγκη ελέγχου ή επιβολής.
Ο Οδυσσέας και η Κατιούσα είναι περισσότερο ένα βιβλίο πίστης παρά ένα ερωτικό βιβλίο. Πίστης στην ανθρώπινη θέληση να μην αναπαράγουμε τη βία που δεχθήκαμε.

Να σπάσουμε τον κύκλο της κακοποίησης. Να ξαναβρούμε την ικανότητα να εμπιστευόμαστε, να αγαπάμε, να συγχωρούμε, να δημιουργούμε, χωρίς ναπαραδίδουμε στον κυνισμό το δικαίωμα να έχει την τελευταία λέξη.
Και αυτό είναι το προσωπικό στοίχημα του Κώστα Λιάκου. Δεν προσπαθεί απλώς να διασώσει στο χαρτί μια περασμένη εποχή. Προσπαθεί να διασώσει την αντίληψη τουγια τον άνθρωπο.
Έναν άνθρωπο που δεν μετριέται αποκλειστικά από τη χρησιμότητα, την επιτυχία ή τη δύναμή του. Έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να έχει ανάγκη να αγαπά και να
αγαπιέται, να δημιουργεί, να θυμάται, να αναγνωρίζεται και να αναγνωρίζει τον άλλον.
Το ουσιαστικό ερώτημα που μένει δεν είναι αν μπορούμε να επιστρέψουμε σε έναν κόσμο που χάθηκε. Ούτε μπορούμε, ούτε θα είχε νόημα.
Το ερώτημα είναι άλλο: τι από εκείνον τον κόσμο αξίζει να μη χαθεί μαζί του;
Μπορούμε, μέσα στις συνθήκες που δημιουργούμε σήμερα, να διατηρήσουμε ζωντανή την ικανότητα του ανθρώπου να σχετίζεται, να εμπιστεύεται, να συγκινείται, να σέβεται την ελευθερία του άλλου;
Γιατί η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν μετριέται μόνο από όσα κατασκευάζει, οργανώνει ή κατακτά.
Μετριέται κυρίως από το είδος του ανθρώπου που διαμορφώνει.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

11.0.2026