Μια πολιτική και φιλοσοφική ανάγνωση του βιβλίου «Εσχάτη Παρουσία» του Μιχάλη Γριβέα από την Παναγιώτα Μπλέτα

Η «Εσχάτη παρουσία» του Μιχάλη Κ. Γριβέα ξεκινά από ένα απροσμέτρητο μέλλον, αλλά το ερώτημα που τη διαπερνά είναι αρχαιότερο από κάθε τεχνολογικό πολιτισμό:
τι απομένει από την ελευθερία του ανθρώπου όταν ο φόβος γίνεται ισχυρότερος από την ικανότητά του να ζει χωρίς εγγυήσεις;
Ο άνθρωπος του βιβλίου έχει σχεδόν ολοκληρώσει την κατάκτηση του κόσμου. Έχει ελέγξει τη φύση, έχει επιμηκύνει τη ζωή, έχει προσεγγίσει τα όρια της παντογνωσίας και της παντοδυναμίας. Κι όμως ένα πράγμα εξακολουθεί να του διαφεύγει: ο θάνατος.
Και ακριβώς επειδή σχεδόν όλα τα άλλα όρια έχουν υποχωρήσει, αυτό το τελευταίο όριο γίνεται αβάσταχτο.
Ο φόβος του θανάτου παύει έτσι να είναι απλώς μια υπαρξιακή συνθήκη και μετατρέπεται σε ιδεοληψία. Ο άνθρωπος δεν ζητά πια περισσότερο χρόνο· απαιτεί την κατάργηση του τέλους. Και όταν η αθανασία αποκτήσει τη θέση του απόλυτου
σκοπού, όλα τα υπόλοιπα μπορούν να γίνουν διαπραγματεύσιμα: η διαφορετικότητα, η προσωπική κρίση, το δικαίωμα της άρνησης, ακόμη και η ίδια η ελεύθερη βούληση.
Η εξουσία στην «Εσχάτη παρουσία» δεν εμφανίζεται αρχικά με τη μορφή του εξαναγκασμού. Εμφανίζεται ως υπόσχεση.
Υπόσχεται να απαλλάξει τον άνθρωπο από εκείνο που δεν μπορεί να αντέξει.
Η υποθετική κυβέρνηση φτάνει να νομοθετεί την «καθολική και υποχρεωτική μονοχρωμία» και η κοινωνία συναινεί. Αποδέχεται τη μονοχρωμία, την πειθαρχία, την ιεραρχία, την παράδοση της προσωπικής κρίσης σε μια υπέρτερη βεβαιότητα.
Αυτή η βελούδινη αφαίρεση της ελεύθερης βούλησης παρουσιάζεται στο έργο ως μια νέα μορφή ανθρωποθυσίας.


Κι εδώ αρχίζει να διαγράφεται η πολιτική δύναμη της νουβέλας. Η αποτελεσματικότερη εξουσία δεν είναι εκείνη που επιβάλλει την υπακοή. Είναι
εκείνη που διαμορφώνει τις συνθήκες μέσα στις οποίες η υπακοή μοιάζει λογική, αναγκαία, ακόμη και επιθυμητή.
Θα ήταν απλοϊκό να θεωρήσουμε ότι ο Γριβέας στρέφεται εναντίον της θρησκείας. Η χριστιανική εσχατολογία, η Δευτέρα Παρουσία, οι σφραγίδες, η Ανάσταση, η μορφή του Χριστού λειτουργούν περισσότερο ως συμβολική γλώσσα στο βιβλίο παρά ως ο πραγματικός του στόχος. Δανείζεται από τη θρησκεία το ισχυρότερο λεξιλόγιο για να μιλήσει για τη σωτηρία, την πίστη, το φόβο και την απόλυτη αλήθεια.
Αυτό γίνεται σαφέστερο όταν η θεοκρατική τάξη καταρρέει.
Οι «Πολύχρωμοι» εμφανίζονται ως άρνηση του προηγούμενου κόσμου. Σπάνε τη μονοχρωμία, εξεγείρονται απέναντι στους θεϊκούς νόμους, διεκδικούν την ανθρώπινη αυτενέργεια. Όμως η απελευθέρωση δεν αργεί να αποκτήσει κι αυτή τη δική της βεβαιότητα. Η επιστήμη και η ανθρώπινη νοημοσύνη αναγορεύονται σε νέα υπέρτατη αρχή, τα σύμβολα της προηγούμενης τάξης γκρεμίζονται και ο λαός που μέχρι χθες
προσκυνούσε τη μία εξουσία μετακινείται σχεδόν με την ίδια ευκολία προς την άλλη.
Ο αφηγητής μιλά χαρακτηριστικά για την «παλινδρόμηση των λαών».
Εδώ το βιβλίο εμβαθύνει σε άρρητες πολιτικές έννοιες.
Δεν είναι απλώς η σύγκρουση θρησκείας και αθεΐας. Είναι η εκκρεμής κίνηση μιας κοινωνίας από το ένα απόλυτο στο άλλο.
Από τη θρησκευτική βεβαιότητα στην αντιθρησκευτική βεβαιότητα. Από τον Χριστό στον Σωρέ. Από τη μονοχρωμία στην πολυχρωμία. Από την πίστη στην επιστήμη.
Και ύστερα πάλι πίσω, όταν εμφανίζεται η υπόσχεση της αθανασίας.
Οι μορφές αλλάζουν. Η ανάγκη όμως παραμένει.
Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει Θεό χωρίς να αλλάξει τη σχέση του με την εξουσία.
Μπορεί να γκρεμίσει ένα ιερατείο και, χωρίς να το αντιληφθεί, να ετοιμάζει το επόμενο.
Αν το βιβλίο αντιμάχεται λοιπόν κάτι, δεν είναι η πίστη. Αντιμάχεται την ανθρώπινη ανάγκη να μετατρέπει την πεποίθηση σε βεβαιότητα και τη βεβαιότητα σε καθολική αξίωση.
Κι εκεί γεννιέται ο διχαστικός λόγος.
Όχι επειδή οι άνθρωποι πιστεύουν σε διαφορετικά πράγματα. Μια ελεύθερη κοινωνία εξάλλου προϋποθέτει τη διαφορά. Ο διχασμός αρχίζει όταν η δική μου αλήθεια δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη δική σου αμφιβολία. Όταν, για να αισθανθώ ασφαλής
μέσα σε αυτό που πιστεύω, χρειάζομαι τον άλλον ως λάθος, ως απειλή, ως εχθρό.
Τότε ο κόσμος χωρίζεται εύκολα σε πιστούς και απίστους, προοδευτικούς και αντιδραστικούς, πατριώτες και προδότες, φωτισμένους και αδαείς. Η βεβαιότητα αποκτά πολιτική γλώσσα και η πολιτική χάνει την ικανότητα του διαλόγου.
Αυτός ο ευφυής μηχανισμός που επινόησε ο συγγραφέας είναι πολύ ισχυρότερος απόm μια ευθεία αναφορά στους σημερινούς πολέμους, προκειμένου να το συνδέσει με τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Η νουβέλα είχε ήδη βραβευτεί το 2018 με τον αρχικό τίτλο «Νάφση και Σωρέ».
Συνεπώς, μπορεί να συμπεράνει κάποιος ότι ο συγγραφέας λειτουργεί κάπως διαισθητικά με τις συγκρούσεις που σήμερα μας περιβάλλουν.
Οι πόλεμοι, ο σύγχρονος κοινωνικός διχασμός και η κρίση των δημοκρατιών λειτουργούν ως σημερινός καθρέφτης του βιβλίου.
Κοινωνίες που δυσκολεύονται να αντέξουν την πολυπλοκότητα. Που καταφεύγουν σε
απόλυτες αλήθειες επειδή η αβεβαιότητα γίνεται ανυπόφορη. Που χωρίζουν τον κόσμο σε δικούς μας και εχθρούς. Που αναζητούν ασφάλεια σε ισχυρές ταξικές ταυτότητες και παραδίδουν σταδιακά τη δύσκολη ευθύνη της προσωπικής κρίσης στο στρατόπεδο στο οποίο ανήκουν.


Ο Γριβέας δεν χρειάστηκε να προβλέψει τους σημερινούς πολέμους.
Εντόπισε έναν μηχανισμό που προηγείται πολλών από αυτούς.
Την ανθρώπινη δυσκολία να παραμείνουμε ελεύθεροι όταν φοβόμαστε, να παραμείνουμε δημοκρατικοί όταν διαφωνούμε και να δεχθούμε ότι καμία εξουσία, θρησκευτική, πολιτική ή επιστημονική, δεν δικαιούται να απαλλάσσεται από την αμφισβήτηση.
Και εδώ η δημοκρατία αποκτά ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο.
Στη μεγάλη τελική συνέλευση όλα τα εξωτερικά γνωρίσματά της Δημοκρατίας βρίσκονται στη θέση τους. Υπάρχει βουλή, υπάρχουν αντιπρόσωποι διαφορετικών λαών, ιδεολογιών, φυλών και πολιτισμών, υπάρχει πρόεδρος, λόγος, αντίλογος, ψηφοφορία.
Κι όμως κάτι πολύ βασικό έχει χαθεί.
Ο πρόεδρος δηλώνει ότι η ψηφοφορία πρέπει να γίνει «έστω για την τιμή των δημοκρατικών μας παραδόσεων» και σχεδόν a priori θεωρεί την απόφαση ομόφωνη πριν καν βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει αντίθετη ψήφος.
Και τότε ακριβώς, υψώνεται ένα χέρι.
Το χέρι της Νάφση.
Αυτό το ένα χέρι είναι το πολιτικό μανιφέστο της νουβέλας. Όχι επειδή η μειοψηφία έχει εξ ορισμού δίκιο, αλλά επειδή μια δημοκρατία δεν αποδεικνύει την ποιότητά της όταν όλοι συμφωνούν. Την αποδεικνύει όταν μπορεί να χωρέσει εκείνον που αρνείται
να συμφωνήσει.
Η Νάφση αρνείται την αθανασία όταν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς σημαίνει αυτή η υποτιθέμενη τελείωση: ζωή χωρίς έρωτα, χωρίς ανάγκη του άλλου, χωρίς γέννηση, χωρίς απώλεια, χωρίς πραγματική μεταβολή και άρα εξέλιξη. Η αθανασία αποκαλύπτεται ως μια απόλυτα ασφαλής κατάσταση, ακριβώς επειδή τίποτε πλέον δεν διακυβεύεται.
Και τι είναι μια ζωή χωρίς διακύβευμα;
Ίσως αυτή να είναι η πιο οδυνηρή ειρωνεία του έργου. Οι άνθρωποι θέλησαν τόσο πολύ να καταργήσουν τον θάνατο ώστε κατέληξαν να καταργούν μία προς μία τις προϋποθέσεις της ζωής.
Οι αθάνατοι δεν κινδυνεύουν πια. Δεν χάνουν. Δεν γερνούν. Δεν πεθαίνουν. Αλλά ούτε επιθυμούν, ούτε αγαπούν, ούτε προσδοκούν, ούτε αλλάζουν. Φτάνουν σε μια αιωνιότητα στην οποία «ουδέν συμβαίνει» και η ίδια η αφήγηση αναρωτιέται αν μπορούν ακόμη να θεωρούνται ζωντανοί.

Η Νάφση και ο Σωρέ επιλέγουν το αντίθετο. Επιλέγουν μια ζωή που τελειώνει.
Η επιλογή τους μπορεί εύκολα να διαβαστεί ως ύμνος στον έρωτα. Είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η αποδοχή της ανθρώπινης συνθήκης ύπαρξης, χωρίς να απαιτείται εγγύηση. Η Νάφση και ο Σωρέ δεν ζητούν να εξασφαλιστούν απέναντι στο θάνατο με το τίμημα της ελευθερίας τους.
Γι’ αυτό και ο πραγματικός άξονας της «Εσχάτης παρουσίας» δεν είναι «θρησκεία εναντίον αθεΐας». Ούτε καν «θάνατος εναντίον έρωτα».
Είναι η ελευθερία απέναντι στην ανθρώπινη ανάγκη για βεβαιότητα.
Και από αυτό το σημείο συνδέονται όλα: ο φόβος του θανάτου, η πίστη, η επιστήμη, η μαζική ψυχολογία, η εξουσία, ο διχαστικός λόγος, η δημοκρατία, τα σημερινά κοινωνικά αδιέξοδα.
Η ελευθερία δεν είναι μια κατάσταση στην οποία όλα έχουν λυθεί. Προϋποθέτει ακριβώς το αντίθετο: ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς κάποιος να του εγγυηθεί το αποτέλεσμα. Να πιστεύει χωρίς να απαιτεί από όλους να συμμερίζονται την πίστη
του. Να αμφιβάλλει χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό του. Να διαφωνεί χωρίς να χρειάζεται εχθρούς.
Και, πάνω απ’ όλα, να αντέχει τη συνείδηση ότι είναι θνητός χωρίς να παραδίδει σε κανέναν το δικαίωμα να αποφασίζει για λογαριασμό του πώς πρέπει να ζήσει.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο πολιτική και ταυτόχρονα η πιο ανθρώπινη πρόκληση που αφήνει το βιβλίο: όχι να κατακτήσουμε μια ζωή χωρίς τέλος, αλλά να παραμείνουμε ελεύθεροι μέσα σε μια ζωή που δεν μας εγγυάται τίποτε.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

26.8.2026