Η οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ασφάλεια. Ο πόλεμος δεν διακόπτει απλώς το εμπόριο αλλά μετατρέπει την ίδια τη γεωγραφία σε στρατηγικό εργαλείο, επιτρέποντας ο έλεγχος των σημείων πρόσβασης να αξιοποιείται για οικονομικό και πολιτικό όφελος από δυνάμεις που εκβιάζουν την παγκόσμια οικονομία. Αυτό που προέχει στο Στενό του Ορμούζ αφορά τις συστημικές επιπτώσεις που προκαλεί η διατάραξη των εμπορευματικών ροών. Όταν κρίσιμα αγαθά παγιδεύονται σε γεωγραφικά σημεία ασφυξίας, μεταβάλλουν εκ βάθρων την τιμολόγηση, την εφοδιαστική αλυσίδα και την αντίληψη του κινδύνου σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Υπό αυτό το πρίσμα, οι εμπορικοί διάδρομοι σε περίοδο πολέμου όλο και περισσότερο αποτελούν δομικό γνώρισμα μιας διεθνούς οικονομικής τάξης που γίνεται πιο πολυκεντρική και περισσότερο προσανατολισμένη στην ασφάλεια, θυσιάζοντας την αποδοτικότητα των επενδύσεων.
Για αρκετές ημέρες, οι αγορές έδειχναν να αντιμετωπίζουν τη σύγκρουση στο Ιράν σαν ένα προσωρινό γεωπολιτικό επεισόδιο, σαν μια ακόμη αναταραχή που θα ξεπεραστεί με πολιτικές δηλώσεις, και διπλωματικές κινήσεις και μια επιστροφή στην κανονικότητα. Όμως αυτή η επιφανειακή ψυχραιμία άρχισε να κλονίζεται όταν οι μετοχές υποχώρησαν απότομα, οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν και οι αγορές ενέργειας έστειλαν το πραγματικό μήνυμα: η κρίση αυτή δεν είναι απλώς ένα ακόμα σοκ στην τιμή του πετρελαίου. Είναι μια συστημική δοκιμασία για ολόκληρη τη δομή της παγκόσμιας οικονομίας.
Το βασικό λάθος είναι να βλέπουμε τη Μέση Ανατολή με τα εργαλεία της δεκαετίας του 1970. Τότε, ο κόσμος φοβόταν κυρίως το άμεσο σοκ της τιμής του πετρελαίου και τις ουρές στα πρατήρια καυσίμων. Σήμερα, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η παγκόσμια οικονομία έχει γίνει πιο αποδοτική ως προς τη χρήση πετρελαίου, αλλά έχει γίνει περισσότερο ενεργειακά ευάλωτη. Η εξάρτηση απλώς έχει μετακινηθεί. Δεν βρίσκεται μόνο στο βαρέλι αργού, αλλά στο φυσικό αέριο, στο ηλεκτρικό δίκτυο, στα βιομηχανικά μέταλλα, στα λιπάσματα, στο ήλιο και στις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού που τροφοδοτούν τη σύγχρονη βιομηχανία.
Γι’ αυτό και το πραγματικό επίκεντρο της κρίσης δεν είναι μόνο η τιμή του Brent. Η ουσία βρίσκεται στο Στενό του Ορμούζ. Αν το Ορμούζ παραμείνει περιορισμένο, αποκλεισμένο ή έστω ασταθές για εβδομάδες ή μήνες, τότε η παγκόσμια οικονομία δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη μόνο με ακριβότερο πετρέλαιο, αλλά με μια γενικευμένη κρίση προσφοράς. Από εκεί διέρχεται τεράστιο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής, αλλά και εμπορεύματα για τα οποία δεν υπάρχουν εύκολες εναλλακτικές. Το Κατάρ, για παράδειγμα, αποτελεί κρίσιμο παίκτη στο υγροποιημένο φυσικό αέριο. Αν η ροή LNG διακοπεί για παρατεταμένο διάστημα, τότε το πλήγμα δεν αφορά μόνο τις βιομηχανίες ή τους ηλεκτροπαραγωγούς. Αφορά ολόκληρο το σύστημα τιμολόγησης της ενέργειας σε Ευρώπη και Ασία.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σοβαρή αν εξεταστούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις. Το ήλιο, που είναι απαραίτητο για προηγμένες βιομηχανικές εφαρμογές και για την παραγωγή ημιαγωγών, δεν υποκαθίσταται εύκολα. Το ίδιο ισχύει για τα λιπάσματα και το αλουμίνιο. Μια παρατεταμένη διακοπή στη ροή αυτών των αγαθών δεν σημαίνει απλώς αύξηση τιμών. Σημαίνει καθυστερήσεις στην παραγωγή, διαταραχές στη γεωργία, υψηλότερο κόστος για τα τρόφιμα και πιθανή επιδείνωση της επισιτιστικής ασφάλειας σε ευάλωτες περιοχές του πλανήτη. Με άλλα λόγια, η κρίση στο Ιράν δεν απειλεί μόνο τους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών. Απειλεί την πραγματική οικονομία από το χωράφι μέχρι το εργοστάσιο και από τα «κέντρα δεδομένων» μέχρι το σούπερ μάρκετ.
Εδώ εντοπίζεται και η μεγάλη διαφορά της σημερινής εποχής σε σχέση με τις παλαιότερες ενεργειακές κρίσεις. Η παγκόσμια ανάπτυξη στηρίζεται πλέον ολοένα περισσότερο σε ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές. Η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης, που παρουσιάζεται ως ο μεγάλος μοχλός παραγωγικότητας της επόμενης δεκαετίας, απαιτεί τεράστιες ποσότητες σταθερής ηλεκτρικής ενέργειας. Τα hyperscale data centers δεν είναι απλώς κέντρα δεδομένων. Είναι μόνιμες ενεργειακές καταβόθρες. Αν το κόστος του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας παραμείνει υψηλό ή ασταθές, τότε η οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δομικό όριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε αυτή τη νέα υποδομή, κινδυνεύουν να δουν το αναπτυξιακό τους αφήγημα να συναντά έναν ακριβό ενεργειακό τοίχο.
Από γεωπολιτική άποψη, η κρίση ανατρέπει επίσης την παραδοσιακή εικόνα για το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει σε έναν πόλεμο. Δεν είναι βέβαιο ότι νικητής είναι εκείνος που επιτυγχάνει τα περισσότερα τακτικά πλήγματα. Σε πολλές περιπτώσεις, νικητής είναι εκείνος που κατορθώνει να επιβιώσει και να επιβάλει κόστος στους αντιπάλους του δυσανάλογο προς τη δική του ισχύ. Υπό αυτή την έννοια, το Ιράν, παρά τις τεράστιες στρατιωτικές και πολιτικές πιέσεις, φαίνεται να αποδεικνύει ότι μια περιφερειακή δύναμη με ασύμμετρα μέσα μπορεί να κρατήσει όμηρο την παγκόσμια οικονομία. Φθηνά drones, πύραυλοι, απειλή ναρκοθέτησης και στραγγαλισμός ενός θαλάσσιου περάσματος αρκούν για να επηρεάσουν τις αγορές, τη διπλωματία και τις πολιτικές αποφάσεις σε Ουάσιγκτον, Βρυξέλλες και Πεκίνο.
Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, μοιάζει να επωφελείται σχεδόν καθαρά. Οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου ενισχύουν τα έσοδά της, ενώ η Δύση αναγκάζεται να αναθεωρεί ή να χαλαρώνει ορισμένες πιέσεις υπό το βάρος της ενεργειακής ανασφάλειας. Η Κίνα επίσης βρίσκεται σε μια ιδιότυπα πλεονεκτική θέση. Αν και μεγάλος εισαγωγέας ενέργειας, έχει επενδύσει σε ενεργειακή διαφοροποίηση, σε άνθρακα, σε ανανεώσιμες πηγές.
Αντίθετα, η Ευρώπη μοιάζει να βρίσκεται ξανά στην πιο αδύναμη θέση. Ήδη τραυματισμένη από την προηγούμενη ενεργειακή αναταραχή μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, αντιμετωπίζει τώρα τον κίνδυνο μιας δεύτερης μεγάλης ενεργειακής κρίσης. Με περιορισμένο LNG από το Κατάρ, με χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου και με τη βαριά βιομηχανία να λειτουργεί οριακά, η ήπειρος κινδυνεύει να δει το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας να μετατρέπεται σε μόνιμο μειονέκτημα ανταγωνιστικότητας. Και το σοκ δεν είναι μόνο οικονομικό. Η προοπτική πυραυλικών δυνατοτήτων μεγάλου βεληνεκούς από το Ιράν μετατρέπει τη Μέση Ανατολή από μακρινή κρίση σε άμεσο στρατηγικό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζεται ως ίσως ο μεγαλύτερος χαμένος μεταξύ των μεγάλων οικονομιών. Η υψηλή του εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, η ευαισθησία του χρηματοπιστωτικού του συστήματος στο κόστος δανεισμού και η ήδη πιεσμένη αγορά κατοικίας το καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτο σε ένα νέο στασιμοπληθωριστικό σοκ. Οι αυξανόμενες αποδόσεις των ομολόγων, η αναταραχή στα στεγαστικά προϊόντα και η πίεση στα νοικοκυριά συνθέτουν μια εικόνα όπου η ενεργειακή γεωπολιτική μεταφέρεται άμεσα στην κοινωνική και πολιτική σταθερότητα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν, βεβαίως, ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μεγαλύτερη ενεργειακή αυτάρκεια και ιδιότητα εξαγωγέα LNG. Όμως και αυτό το πλεονέκτημα είναι σχετικό. Η αμερικανική οικονομία εισάγει τεράστιο όγκο μεταποιημένων αγαθών των οποίων το κόστος εμπεριέχει ενέργεια που καταναλώθηκε στην Ασία και στην Ευρώπη. Όταν ανεβαίνει το ενεργειακό κόστος στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, ο πληθωρισμός επανεισάγεται στην αμερικανική αγορά μέσα από τα προϊόντα. Το ίδιο ισχύει και για τα τρόφιμα, καθώς η αμερικανική γεωργία παραμένει βαθιά εξαρτημένη από καύσιμα και λιπάσματα. Συνεπώς, η ιδέα ότι η Αμερική μπορεί να μείνει προστατευμένη πίσω από την ενεργειακή της ανεξαρτησία είναι εν μέρει σε αμφισβήτηση, παρόλο τα επί πλέον έσοδα που λαμβάνει από την πώληση σε υψηλότερη τιμή.
Το βαθύτερο δίδαγμα αυτής της κρίσης είναι ίσως το πιο ανησυχητικό. Στον σύγχρονο κόσμο, η αγορά είναι συχνά πιο ευαίσθητος στόχος από οποιαδήποτε στρατιωτική βάση. Όποιος μπορεί να διαταράξει την ενέργεια, τη ναυσιπλοΐα, τα ασφάλιστρα, τα logistics και τις προσδοκίες των επενδυτών, μπορεί να λυγίσει ακόμη και υπερδυνάμεις χωρίς να τις νικήσει συμβατικά στο πεδίο. Παράλληλα, η παλιά βεβαιότητα ότι η γεωγραφική απόσταση προσφέρει ασφάλεια καταρρέει. Η Ευρώπη το ανακαλύπτει, η Ασία το γνωρίζει ήδη, και οι αγορές αρχίζουν να το τιμολογούν με καθυστέρηση.
Ίσως υπάρξει μια συμφωνία που θα προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση στις αγορές. Όμως ακόμη και τότε, οι υποδομές δεν αποκαθίστανται με μια υπογραφή, οι γεωτρήσεις δεν επανέρχονται άμεσα, οι τουρμπίνες δεν επισκευάζονται σε ένα βράδυ και τα θαλάσσια περάσματα δεν καθαρίζουν αμέσως από τον φόβο. Η ειρήνη μπορεί να ανακουφίζει το χρηματιστήριο, αλλά ο φυσικός κόσμος υπακούει σε άλλους ρυθμούς. Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο μήνυμα του πολέμου στο Ιράν: στη νέα εποχή η νίκη δεν θα κρίνεται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά στις αλυσίδες εφοδιασμού, στα δίκτυα ενέργειας και στην αντοχή των κοινωνιών απέναντι στη σπανιότητα.
Γεννάται το μεγάλο ερώτημα ποιος θα προστατεύσει την παγκόσμια οικονομία ώστε να λειτουργεί, ώστε ο κόσμος να τρέφεται, να εμπορεύεται, και να επιβιώνει.
Τα κράτη θα πρέπει να σκέφτονται πιο στρατηγικά, ώστε να αποτρέψουν μια συστημική οικονομική κατάρρευση που θα μπορούσε να προκύψει από τέτοια καθεστώτα. Οι σύμμαχοι οφείλουν να συντονιστούν, να διασφαλίσουν την ελευθερία ναυσιπλοΐας στα στενά του ορμούζ, να τα θέσουν υπό διεθνή εποπτεία και να στείλουν ένα σαφές μήνυμα σε άλλες αλαζονικές ηγεσίες με αναθεωρητικές φιλοδοξίες, οι οποίες επιδιώκουν την αναβίωση παλαιών αυτοκρατοριών. Η σύγκρουση, τελικά, δεν είναι απλώς γεωπολιτική αλλά πολιτισμική: μια αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών καθεστώτων. Όταν ένας ανταγωνιστής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί στο πεδίο όπου υπερέχει, θα πρέπει να περιορίζονται τα ίδια τα μέσα που του προσδίδουν ισχύ.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα είμαστε ποτέ ξανά όμηροι των εκβιασμών των στενών από αλαζονικές ηγεσίες. Θα αναπτυχθούν νέοι αγωγοί, νέες διαδρομές μέσα από ασφαλείς περιοχές, που θα παρακάμπτου τα στενά, παρόλο που θα πάρει χρόνια. Θα διασφαλιστεί ότι το μέλλον της παγκόσμιας ενέργειας δεν θα διαμορφωθεί από αυταρχικά καθεστώτα.
Ατσαλάκης Γιώργος Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων






