Οι ΡΙΜΕΣ χάζεψαν τα άστρα – Ζωντανά από το RADIO LIVE STAGE στο ΓΚΑΖΙ

«Πέτα ξανά στο τώρα, στο μετά – όπως τότε είσαι γλυκιά – μια rock μου ζωγραφιά» και «θα
είμαστε στο εδώ, για το χτες αδιαφορώ, και γλυκά σε εκλιπαρώ να μη χάσεις ούτε λεπτό, και έτσι
όλα θα είναι καλά – λαλαλά, λα λα λαλαλά».

Την Παρασκευή 19 Ιουνίου, το rock μουσικό σχήμα ΡΙΜΕΣ ανέβηκε για την πρώτη επίσημη
live εμφάνισή του στη σκηνή του RADIO LIVE STAGE. Είχαν προηγηθεί ορισμένα μικρά, αλλά
σημαντικά ορόσημα. Από τη ζωντανή ηχογράφηση στο ANT1 MediaLab, όπου το σχήμα
παρουσίασε τη μουσική του μπροστά στους φοιτητές της σχολής, μέχρι ένα εκρηκτικό
πενηντάλεπτο jam στο περίφημο Rockwood, τα Χριστούγεννα του 2025. Αυτή η εμφάνιση,
ωστόσο, ήταν κάτι διαφορετικό. Κάτι που όλοι περίμεναν και, κατά κάποιον τρόπο, κάτι
«χρωστούμενο». Και το χρέος αυτό δεν αφορούσε μόνο τους φίλους θαυμαστές της μπάντας,
αλλά κυρίως τα ίδια τα μέλη της. Αφορούσε τραγούδια που γράφτηκαν μέσα από πόνο,
αντίδραση, κοινωνική ευαισθησία και ενθουσιασμό, μπήκαν για χρόνια στο χρονοντούλαπο της
ιστορίας και τώρα, μαζί με καινούργιες δημιουργίες, αναδύθηκαν ξανά στην επιφάνεια των
μουσικών σκηνών της Αθήνας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι ΡΙΜΕΣ αποτελούν καρπό μιας δυνατής και,
ταυτόχρονα, ιστορικής φιλικής σχέσης, η οποία ξεκίνησε στο εξωτερικό και αργότερα
συνεχίστηκε στην Αθήνα, το 2003. Ο συνθέτης, συγγραφέας και ποιητής Σταμάτης Γαλάνης
συναντήθηκε με τον συνθέτη και κιθαρίστα Αλέξανδρο Αρμένη και οι δυο τους ξεκίνησαν μια
ιδιαίτερα δημιουργική συνεργασία. Δύο φίλοι, που ήδη από τα σχολικά τους χρόνια θεωρούνταν
misfits – αταίριαστοι μέσα στο πλήθος, αλλά σχεδόν απόλυτα ταιριαστοί μεταξύ τους. Κυρίως
όμως ταιριαστοί στην τέχνη, στη μουσική, στις ιδέες, στην ποίηση και στο rock 'n' roll. Λίγο
αργότερα, η μικρή τους μουσική συντροφιά, που έκανε τις πρόβες της σε μια παλιά,
μισογκρεμισμένη κουζίνα στο σπίτι του Αλέξανδρου, απέκτησε και drummer. Και τι drummer!
Έναν εξαιρετικό μουσικό, αλλά και επιστήμονα: τον ιατρό Κώστα Πολύζο. Όπως συμβαίνει στις
περισσότερες όμορφες ιστορίες, ακολούθησαν τραγούδια, ηχογραφήσεις και αμέτρητες νεανικές
ώρες γεμάτες jam sessions σε διάφορα στούντιο της Αθήνας. Μαζί με αυτά ήρθαν οι διαφωνιες
και οι χωρισμοί, οι αποχωρήσεις μελών, νέες συνθέσεις της μπάντας με διαφορετικά ονόματα
και καλλιτεχνικές κατευθύνσεις, προσωπικές πορείες στη μουσική και στη λογοτεχνία, εκδόσεις
βιβλίων και πολλά ακόμη. Κάτι, όμως, έμενε πάντοτε ανοιχτό. Ένα στοίχημα. Μια υπόσχεση
που είχε τη δύναμη να ενώσει ακόμη και πάνω στα σπασμένα γυαλιά της ζωής και να
δημιουργήσει ξανά κάτι φωτεινό. Μια υπόσχεση γεμάτη μεράκι, ωριμότητα και μια δημιουργική
ανησυχία που ποτέ δεν εκτονώθηκε, όπως θα όφειλε. Ένα όνειρο που περίμενε υπομονετικά τη
στιγμή της πραγμάτωσής του.
Όταν λοιπόν οι ΡΙΜΕΣ ανέβηκαν πάνω στη σκηνή του RADIO LIVE STAGE, αυτό το όνειρο
χαμογέλασε. Πείτε το τύχη, πείτε το μοίρα, πείτε το Θεό· όπως κι αν το ονομάσει κανείς, εκείνο

το βράδυ το όνειρο απέκτησε ουσία. Έγινε ήχος, ξέσπασμα, «λέξεις που σκορπούν στον
αιθέρα», ηλεκτρισμένη αντίδραση, καταγγελτική ποίηση, παραδοσιακό bluesy rock 'n' roll,
ορχηστρικό groove και πολλά ακόμη. Τι σημασία έχει, άλλωστε, να δοθεί ένας τίτλος στον ήχο;
Τίτλο είχε μόνο η παράσταση: «ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΧΑΖΕΥΩ ΤΑ ΑΣΤΡΑ». Και αυτό ήταν αρκετό για
να αγκαλιάσει τη στιγμή και να δώσει τόνο σε ολόκληρη τη βραδιά.

Στη νέα αυτή περιπέτεια, οι ΡΙΜΕΣ πλαισιώθηκαν από έμπειρους και σπουδαίους μουσικούς,
αλλά, πάνω απ’ όλα, από σπουδαίους ανθρώπους. Ανθρώπους με σπίθα στα μάτια και
ανεξάντλητες δεξαμενές αγάπης και κατανόησης στην καρδιά. Κι αυτό, δυστυχώς, δεν είναι κάτι
που συναντά κανείς εύκολα στους ατομικιστικούς καιρούς που ζούμε. Δεν βρίσκεις εύκολα
μουσικούς που να αγαπούν περισσότερο τη μουσική από την ίδια τους τη «selfie» ή από την
προσωπική τους καταξίωση. Δεν βρίσκεις εύκολα ανθρώπους που να χαίρονται να υπηρετούν
τα τραγούδια κάποιου άλλου και, ακόμη περισσότερο, να επιδιώκουν να τα εξελίξουν, να
συνεισφέρουν δημιουργικά, να τα αγκαλιάσουν σαν να είναι δικά τους παιδιά. Κι όμως, αυτό δεν
φάνηκε μόνο μέσα στο στούντιο. Φάνηκε και πάνω στη σκηνή, εκείνο το βράδυ. Οι μουσικοί
αυτοί είναι ο μπασίστας Γιάννης Γεωργίου, ο τσελίστας Σταύρος Παργινός και η
τραγουδίστρια / rock soprano Βίκυ Λουκάτου. Το κοινό τους όραμα υπήρξε ένα: να χτίσουν μια
όμορφη μουσική παρακαταθήκη, περνώντας καλά, δημιουργικά και ουσιαστικά, μαζί με όλους
τους υπόλοιπους. Ε, τι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς;

Για την ιστορία, τη μουσική βραδιά άνοιξε, ως support σχήμα, ο κιθαρίστας Τάσος
Χρυσόπουλος μαζί με τη Βίκυ Λουκάτου, παρουσιάζοντας μια ιδιαίτερα ατμοσφαιρική
συνεργασία κιθάρας και φωνής, μέσα από ορισμένες από τις πιο αγαπημένες ελληνικές rock
διασκευές. Λίγο μετά τις 10.00, τη σκυτάλη πήραν οι ΡΙΜΕΣ, παρουσιάζοντας ένα setlist
σχεδιασμένο σε δύο ισότιμες πράξεις, που συμπλήρωναν ιδανικά η μία την άλλη. Το κοινό
σώπασε. Οι πρώτες παρατεταμένες νότες του τσέλου του Σταύρου Παργινού γέμισαν τον χώρο.
Ήταν η στιγμή της απαγγελίας του ποιήματος του Σταμάτη Γαλάνη, με τίτλο «Οι Ποιητές
Συνομιλούν με Δέντρα», για να ακολουθήσει αμέσως μετά η εκρηκτική είσοδος της μπάντας με
το τραγούδι «Κλέβεις τη Χαρά», του ιδίου. Σχεδόν σαν φυσική συνέχεια, ακολούθησε η
«Λύτρωση», μια μουσική σύνθεση του Αλέξανδρου Αρμένη. Ένας τίτλος που αποδείχθηκε
απολύτως συμβολικός, αφού, όπως ειπώθηκε και από τα μέλη της μπάντας, ολόκληρη αυτή η
συναυλία υπήρξε μια προσωπική λύτρωση για όλους όσοι ξεκίνησαν μαζί αυτό το μουσικό
ταξίδι. Μαζί με τραγούδια όπως τα «Είσαι μια Θάλασσα», «Θέλω να σε Ξαναδώ»,
«Αστερόσκονη», «Φτερά» και «Άγνωστος Πόλεμος», ακούστηκαν και ποιήματα από τις
λογοτεχνικές εκδόσεις του Σταμάτη Γαλάνη, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη εναλλαγή μουσικής και
ποιητικού λόγου. Το πρόγραμμα εμπλουτίστηκε επίσης με προσεκτικά επιλεγμένες διασκευές,
όπως η «Αμνησία» από Τρύπες και το «Κάποτε θα 'ρθουν» του Παύλου Σιδηρόπουλου, οι
οποίες εντάχθηκαν οργανικά στη συνολική αισθητική της βραδιάς. Όσο οι τελευταίες νότες
έσβηναν, τόσο το χειροκρότημα δυνάμωνε. Κάθε τραγούδι, κάθε ποίημα και κάθε λέξη
συνάντησαν την αγάπη και τον ενθουσιασμό του κόσμου που βρέθηκε εκεί. Και είναι αλήθεια:
δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν καλλιτέχνη από το φωτεινό βλέμμα του

κοινού του. Είτε αυτό αποτελείται από δέκα ανθρώπους είτε από δέκα χιλιάδες, η ουσία
παραμένει ίδια. Το φως μεταδίδεται μέσα από το χαμόγελο, όπως ακριβώς μεταδίδεται και η
αγάπη. Αυτό το χειροκρότημα, αυτό το «μπράβο», το «θέλω κι άλλο», το «δεν μου ήταν
αρκετό» και το «πότε θα παίξετε ξανά;» είναι μικρά ραμματάκια στις ραγισμένες καρδιές των
δημιουργών. Είναι μια μεγάλη συλλογική αγκαλιά. Και είναι, ταυτόχρονα, μια υπόσχεση
ανάμεσα στον δημιουργό και τον ακροατή: «Ναι… εμείς οι δυο θα ξαναβρεθούμε. Ίσως μέσα στο
τρένο, ίσως στον σταθμό – πέρα από ό,τι γράφτηκε ή ό,τι ήτανε γραφτό».

Μιλώντας για το κοινό, ανάμεσα στους πολλούς παρευρισκόμενους, το μουσικό σχήμα είχε τη
χαρά και την τιμή να φιλοξενεί τον ποιητή της αμφισβήτησης, Δημήτρη Ιατρόπουλο, μαζί με τη
σύντροφό του Κατερίνα, τον γνωστό ηθοποιό και σκηνοθέτη Δημήτρη Βερύκιο, την πρόεδρο
του Πολιτιστικού Συλλόγου «ΟΡΙΖΩΝ», Μέμη Αναστασοπούλου, τη συγγραφέα και διανοήτρια
Παναγιώτα Μπλέτα, καθώς και πολλούς ακόμη ανθρώπους των γραμμάτων, όπως την κριτικό
λογοτεχνίας και ποιήτρια Χρύσα Νικολάκη και τη συγγραφέα Βανέσα Λαμπροπούλου. Η
παρουσία τους, τα λόγια και η ενέργειά τους, μαζί με τη θερμή ανταπόκριση όλων όσοι
βρέθηκαν εκεί, γέμισαν με καθαρό αέρα τα πνευμόνια του σχήματος. Ήταν μια ακόμη
επιβεβαίωση ότι η μουσική εξακολουθεί να ενώνει ανθρώπους διαφορετικών διαδρομών,
ηλικιών και εμπειριών, όταν πίσω της υπάρχει αλήθεια. Οι ΡΙΜΕΣ άλλωστε δεν παρουσίασαν
απλώς ένα πρόγραμμα. Κατέθεσαν μια μουσική πρόταση, ένα καλλιτεχνικό statement που
γεννήθηκε από τη φιλία, τη μνήμη, την επιμονή και την ανάγκη για έκφραση.

Το «Να Χαμογελάς», σύνθεση του Αλέξανδρου Αρμένη, έκλεισε τη φορτισμένη αυτή βραδιά με
ευχές, συγκίνηση και ένα αίσθημα βαθιάς πληρότητας. Ήταν ένα τελευταίο μουσικό φιλί προς το
κοινό. Μια τελευταία, σφιχτή αγκαλιά προς όλους εκείνους που διάλεξαν να είναι παρόντες.
Γιατί εκείνη τη βραδιά ήταν εκεί όλοι όσοι ήθελαν πραγματικά να βρίσκονται εκεί.
Άνθρωποι που είδαν παιδικά όνειρα να πραγματοποιούνται. Άνθρωποι που είδαν καινούργια
όνειρα, εξίσου παιδικά, εξίσου ατίθασα, να δημιουργουνται. Κάπου εκεί, ψηλά, στο φεγγάρι,
όπου τα άστρα μοιάζουν πιο φωτεινά, πιο ζωντανά, πιο ηλεκτρικά, η μουσική συνάντησε το
όνειρο. Και για λίγες ώρες απέδειξε πως, όταν οι άνθρωποι δημιουργούν με αλήθεια, η τέχνη
εξακολουθεί να φωτίζει τον δρόμο. Γιατί ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό νόημα κάθε
συναυλίας. Να θυμίζει πως, όσο υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν, τραγουδούν, ονειρεύονται
και μοιράζονται την ψυχή τους πάνω σε μια σκηνή, θα υπάρχει πάντοτε ένας λόγος να
σηκώνουμε το βλέμμα λίγο ψηλότερα. Και ταυτόχρονα, να αγωνιζόμαστε για ένα καλύτερο, πιο
ελεύθερο κόσμο.

Εις το επανιδείν,
Σταμάτης Γαλάνης

28.6.2026