ΟΣΟ ΖΩ… ΔΕ ΖΩ… Γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου)

Άφρισε ο θυμός κι ο λυγμός του κόσμου. Ανθρώπων οι οποίοι, μέσα από ένα λαϊκό άσμα ή μια ζεϊμπεκιά, το ντέρτι και τον καημό τους είχαν ακουμπήσει σε μια φωνή, που σιώπησε για πάντα.

Τον πένθησαν και τον τίμησαν όπως -ίσως- δεν έκαναν όσο ζούσε, οι πιο «δικοί του». Αν είχε. Αν κάποιοι από τους δορυφόρους της καριέρας του, τους ατζέντηδες και τους σφουγγοκωλάριους, τους δήθεν-τάχα κολλητούς που όψιμα θυμούνται τη μεγαλοψυχία του λαικού παιδιού από τη Νίκαια, είχαν ποτέ αληθινά νοιαστεί για το Γιώργο, κι όχι το Μαζωνάκη.

Θλιβερό και άδικο το τέλος του. Τόσο άδικο και μοναχικό, όσο και ο βίος του… Όταν έσβηναν τα φώτα και καταλάγιαζαν τα χειροκροτήματα, όταν σκουπίζονταν από την πίστα τα λέλουδα και μάγκωναν οι επιχειρηματίες ζεστό το χρήμα που είχε παράξει το «προϊόν», παύλα «είδωλο», παύλα «φίρμα», εκείνος και κάθε σαν εκείνον, έμενε μόνος, συντροφιά με τη μοναξιά, την απόγνωση, τα λάθη του.

Αδυσώπητη μηχανή του κιμά, η νύχτα. Η δημόσια έκθεση, το κυνηγητό της επιτυχίας, η διατήρηση της «εικόνας», οι δισκογραφικές, το κοινό, η τεράστια υποχρέωση -όπως κι αν νιώθεις, όπως κι αν είσαι- να κάνεις τους άλλους να περάσουν καλά, να «τη βρουν», ακόμη κι αν εσύ την έχεις χάσει προ πολλού…

Στο ίδιο μαγκανοπήγαδο όλοι γυρνάμε λίγο ως πολύ. Θύματα μαζί και θύτες στο κυνήγι της επιβίωσης, της επιτυχίας, της καταξίωσης, της διατήρησης του status. Διαβιώντας υπό συνθήκες ισχυρών εργασιακών, οικονομικών, οικογενειακών και κοινωνικών συμπιέσεων. Τόσο, που όσα αλγεινά διαδραματίζονται γύρω μας, στρουθοκαμηλίζοντας αποφεύγουμε να δούμε ή να αφήσουμε να μας «αγγίξουν». Ζώντας, δίχως να ζούμε…

Διαφορετικό το μέτρο σύγκρισης, ωστόσο. Κι οι συμπιέσεις, δυσανάλογες. Στους προβεβλημένους της πρώτης γραμμής, αυτά που όλοι μας βιώνουμε, πολλαπλασιάζονται γεωμετρικά. Όμως, οι πλουσιοπάροχες αμοιβές τους μπορούν να υπερκαλύψουν εκείνα τα σημαντικά που στερούνται;

Ρητορικό το ερώτημα. Όσα κι αν πληρώσεις για να «ζήσεις», οι αγύρτες καιροφυλακτούν να πατήσουν πάνω στον πόνο και τον τρόμο σου, την ανάγκη και την απόγνωση, τη θλίψη και τις εξαρτήσεις σου, τη δίψα για να αλλάξεις αυτό που βλέπεις ότι σε «σκοτώνει», μα δεν μπορείς και να το αρνηθείς…

Αν δεν ήταν ο Μαζωνάκης εκείνος που έσβησε στο «κβαντικό» ιατρείο/νομισματοκοπείο της Καρνεάδου, οι δυο πολυθρύλητοι «ιατροί» των μεγάλων συνεδρίων και των ισχυρών διασυνδέσεων, θα συνέχιζαν επί μακρόν να εκμεταλλεύονται τον πόνο κάθε απελπισμένου, πουλώντας «θεραπείες» για… μεταξωτές κορδέλες. Με συνεργάτες τσαρλατάνους υπνοθεραπευτές, αφού ολόκληρη η κοινωνία μας τελεί σε βαθεία ύπνωση.

Αν δεν ήταν «ο», θα έβρισκε -όπως συνήθως- τον μπελά του το υποαμοιβόμενο και υποστελεχωμένο προσωπικό του ΕΚΑΒ που «άργησε» κι οι κακομοίρηδες γιατροί των τριών κι εξήντα που εφημερεύουν, με περίσσεια ψυχής και καθήκοντος, στο δημόσιο σύστημα υγείας που νοσηρά καρκινοβατεί.

Τώρα, ξύπνησαν ξαφνικά από τον λήθαργο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Ιατρικού Συλλόγου και των αρμόδιων υπηρεσιών. Ξέρετε. Όλοι τούτοι που «σκοτώνουν» τον εμποράκο για μισή παράβαση, που βάζουν λουκέτο σε ένα μικρομάγαζο υγειονομικού ενδιαφέροντος για ένα w.c χωρίς προθάλαμο, που στέλνουν ράμπο πάταξης της φοροδιαφυγής σε κάθε ραχούλα. Ολόκληρο μη αδειοδοτημένο ιατρείο κάτω από τη μύτη τους, στο Κολωνάκι που συχνάζει όλη η πολιτική ένθεν κακείθεν ηγεσία, δεν το χαν πάρει χαμπάρι, βρε παιδί μου… Μήτε γνώριζαν για τις παρα-θεραπείες των εν λόγω αποφοιτησάντων από το κβαντοπανεπιστήμιον της Χαβάης, κι ας παρουσιάζονταν σε ιατρικά συνέδρια και παραπλανητικές καμπάνιες προώθησης!

Διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους πως δεν γνώριζαν. Κι ας ήταν πρώτιστο καθήκον τους ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ. Και να προστατεύουν όλους εμάς, που εις μάτην θεωρούμε ότι ζούμε σε ένα ευνομούμενο κράτος, όπου η προστασία της ζωής και της υγείας κάθε πολίτη αποτελεί αναφαίρετο συνταγματικό δικαίωμα.

Και πραγματικά, βαρέθηκα και συχάθηκα όλους αυτούς τους τσανακογλύφτες της εξουσίας που έρχονται να δώσουν άλλοθι στους αγύρτες, γιατί -τάχα- μόνοι μας πηγαίνουμε σε δαύτους. Μόνοι μας ψάχνουμε μια ελπίδα, σε ένα απέλπιδο κράτος. Μόνοι μας γαντζωνόμαστε από τις όποιες φρούδες υποσχέσεις. Μόνοι μας διαλέγουμε τους «θεραπευτές» του κορμιού, της ψυχής ή και της πατρίδας μας, πέφτοντας διαρκώς στα χέρια των «μάγων της φυλής»…

Ίσως γιατί έχουμε ανάγκη κάπου να πιστέψουμε. Ίσως γιατί, συνηθίσαμε στην αγυρτεία, αφού με δαύτην μας ξεγελάνε από εγκαθιδρύσεως του ελληνικού έθνους. Ίσως γιατί, τα ψέμματα ακούγονται πιο εύηχα και θελκτικά από την αλήθεια. Ίσως γιατί, μέσα σε όλο αυτό το συμπούρμπουλο της αναξιοκρατικής επικράτησης, είναι ολοένα και δυσκολότερο να διακρίνεις το «καλό»! Ίσως γιατί, έχει γίνει σλόγκαν στο κουρκουτιασμένο από τη βία της καθημερινότητας μυαλό μας, η φράση «όσο ζω… δε ζω…»

Δεν άκουγα Μαζωνάκη. Όχι από σνομπισμό και ελιτίστικη έπαρση, από διάκριση στο τι μου αρέσει. Υποκλίνομαι ωστόσο στο πένθος και την τιμή που απέδωσε ο κόσμος, αυτός που οι πολιτικοί μας θεωρούν «κοσμάκη», σε μια φωνή μέσα από τα σπλάχνα του. Απαιτώντας με την παρουσία του στον ύστατο αποχαιρετισμό (ακόμη κι αν μετατράπηκε σε… «πανηγυράκι») αυτές τις έρμες δυό λέξεις, που τις ακούμε διαρκώς μα σπανίως τις βλέπουμε: Απόδοση ευθυνών!

Διότι, όπως συμβαίνει σε κάθε εγχώρια τραγωδία των τελευταίων ετών, η κοινωνία αξιώνει επιτακτικά δικαιοσύνη. Αντίστοιχα, όπως κάθε πολυπρόσωπο δράμα χαράσσει ανεξίτηλα τη συλλογική μας συνείδηση, έτσι έγραψε βαθιά και η τραγικότητα της τελευτής του βίου ενός ακόμη συνανθρώπου μας, πέρα και πάνω από τη δημοσιότητα που τον συνόδευε:

Ολομόναχος, απροστάτευτος, εύκολο θύμα στο κρεβάτι εκείνων που έναντι αδράς αμοιβής, του είχαν υποσχεθεί μια κάλπικη «γιατρειά».

Και τον φιλοδώρησαν θάνατο…

 

Μαργαρίτα Ικαρίου 

Δημοσιογράφος

17.9.2026