Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης συμμετείχε την Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026, στο Συμβούλιο Υπουργών Εσωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο, συνοδευόμενος από τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας, Ταξίαρχο Χρήστο Τσιτσιμπίκο.
Στο επίκεντρο της ατζέντας της Επιτροπής τέθηκε η συνολική κατάσταση του χώρου Σένγκεν, ενώ παρουσιάστηκε η σχετική έκθεση της Επιτροπής για το 2026, στην οποία περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε το κεκτημένο του Σένγκεν κατά το προηγούμενο έτος και τέθηκαν οι νέες προτεραιότητες για το 2026-2027.
Στην παρέμβασή του ο κ. Υπουργός, αφού συνεχάρη την Κύπρο για τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει για την πλήρη ένταξή της στον χώρο Σένγκεν και ευχαρίστησε την Επιτροπή για την, όπως είπε, περιεκτική και καλά δομημένη Έκθεση, σημείωσε πως, κύρια προτεραιότητα όλων πρέπει να είναι η ενίσχυση της ασφάλειας του χώρου Σένγκεν. «Μέσα σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, καλούμαστε να βρούμε αποτελεσματικές και ταυτόχρονα εφικτές λύσεις, προκειμένου να ενισχύσουμε την ασφάλεια του χώρου Σένγκεν, αλλά ταυτόχρονα να τον διατηρήσουμε ως έναν ελκυστικό προορισμό, ιδίως για λόγους εθνικής οικονομίας», είπε χαρακτηριστικά.
Υπογράμμισε, επίσης, πως η Ελλάδα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προστασία των εξωτερικών συνόρων και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των επιστροφών και προς τούτο η πιστή εφαρμογή των Κανονισμών για το Screening και τη συνοριακή διαδικασία επιστροφής, με την επιβολή περιορισμών της ελεύθερης μετακίνησης, αποτελεί βασική προτεραιότητα για τη χώρα μας.
Σχετικά με την εφαρμογή του Συστήματος Εισόδου-Εξόδου, σημείωσε πως «η Ελλάδα κάνει κατάλληλη και υπεύθυνη χρήση της δυνατότητας μερικής αναστολής, με σκοπό τη διασφάλιση της πλήρους συμμόρφωσης με τις διατάξεις των σχετικών Κανονισμών και την παροχή της καλύτερης δυνατής εξυπηρέτησης στους ταξιδιώτες, ειδικότερα στην ανάπτυξη και την αναβάθμιση των συνοριακών υποδομών».
Επιπλέον, στο Συμβούλιο τέθηκαν θέματα διαχείρισης μεταναστευτικών ροών και παροχής ασύλου, η καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος με στόχο τη διαφύλαξη των συνόρων της Ε.Ε, όπως και ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας. Οι Ευρωπαίοι Υπουργοί Εσωτερικών εξέτασαν τα ζητήματα ασφάλειας, με φόντο τον αντίκτυπο του τρέχοντος γεωπολιτικού περιβάλλοντος στην Ε.Ε, με έμφαση στις συνέπειες της συνολικής κατάστασης στη Μέση Ανατολή και της σύγκρουσης στο Ιράν. Σχετικά με τη συνεχιζόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή ο κ. Χρυσοχοΐδης σημείωσε πως μέχρι στιγμής, η κρίση δεν έχει μεταφραστεί σε αυξημένες μεταναστευτικές πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα της στενότερης συνεργασίας με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης μεταναστευτικών ροών, αλλά και της βελτιστοποίησης της ανταλλαγής πληροφοριών και της κοινής διαχείρισης των κινδύνων για την αντιμετώπιση δικτύων που εκμεταλλεύονται τις κρίσεις της περιοχής. Πρόσθεσε επίσης, τη σημασία της αντιμετώπισης των υβριδικών και τρομοκρατικών απειλών που συνδέονται με τη σύγκρουση. «Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προκλήσεις αυτές πρέπει να βασίζεται σε τρεις αλληλένδετους πυλώνες: ισχυρά εξωτερικά σύνορα, αποτελεσματική συνεργασία με χώρες εταίρους και ενισχυμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα απέναντι στις νέες μορφές απειλών. Μόνον μέσα από μια συντονισμένη, προληπτική και συλλογική προσέγγιση θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε την ασφάλεια των πολιτών μας και τη σταθερότητα της Ένωσης. Θα πρέπει όλα τα υφιστάμενα εργαλεία της ΕΕ να γίνουν πιο διαδραστικά έτσι ώστε να εξυπηρετούν καλύτερα την πρόληψη παρά την καταστολή», τόνισε.
Τέλος, μεγάλο μέρος του Συμβουλίου απασχόλησε η Στρατηγική της Ε.Ε για τα Ναρκωτικά. Στο σημείο αυτό ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, σημείωσε πως με τη Στρατηγική αυτή «επιχειρείται να γεφυρωθεί το κενό ανάμεσα στον στρατηγικό σχεδιασμό και την πρακτική εφαρμογή, μέσα από ένα πλαίσιο πιο μετρήσιμο, πιο ευέλικτο και περισσότερο προσανατολισμένο στο αποτέλεσμα». Πρότεινε, δε, την επιχειρησιακή συνεργασία και, κυρίως, τη συστηματική αξιοποίηση της προσέγγισης “follow-the-money”, καθώς όπως είπε «τα εγκληματικά δίκτυα πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι μόνο στο πεδίο της διακίνησης, αλλά και στον πυρήνα της οικονομικής τους ισχύος». Τέλος, επισήμανε την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας των λιμένων, των θαλάσσιων οδών και των εφοδιαστικών αλυσίδων και την ενίσχυση του δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο αλλά και την υποστήριξη του νέου πλαισίου δράσης με επαρκείς πόρους, σύγχρονα αναλυτικά εργαλεία, τεχνολογική καινοτομία και εξειδικευμένη εκπαίδευση του προσωπικού. «Μόνο έτσι η κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική θα μετατραπεί σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα», κατέληξε.






