Πτυχία ΤΕΙ: Η γνώση αναγνωρίζεται, αλλά ο απόφοιτος παραμένει στο παρελθόν;

Όταν τα ιδρύματα γίνονται πανεπιστήμια, αλλά οι απόφοιτοί τους εξακολουθούν να διεκδικούν την αναγνώριση των σπουδών τους.

Υπάρχει μια βαθιά αντίφαση στην ελληνική εκπαίδευση: ζητούμε από τους ανθρώπους να εξελίσσονται, αλλά συχνά εξακολουθούμε να τους αξιολογούμε με βάση το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν.

Χιλιάδες απόφοιτοι των πρώην Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα παράδοξο. Τα ιδρύματα στα οποία σπούδασαν ενσωματώθηκαν σε πανεπιστήμια, ο ακαδημαϊκός χάρτης άλλαξε, νέα πτυχία απονέμονται, αλλά η αναγνώριση των παλαιότερων τίτλων παραμένει εκκρεμής.

Άλλαξε, λοιπόν, η αξία της γνώσης ή απλώς η ονομασία του ιδρύματος;

Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Τα προγράμματα σπουδών μπορεί να διαφέρουν και η ακαδημαϊκή ισοτιμία απαιτεί αντικειμενική αξιολόγηση. Όμως η ιστορική διάκριση μεταξύ ΤΕΙ και πανεπιστημίων δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογεί κάθε σημερινή διαφοροποίηση.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό όταν αφορά αποφοίτους που συνέχισαν τις σπουδές τους, απέκτησαν μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους, δημοσίευσαν επιστημονικές εργασίες, δίδαξαν και ανέπτυξαν εξειδικευμένες επαγγελματικές δεξιότητες.

Το πανεπιστήμιο αναγνωρίζει την επάρκειά τους να προχωρήσουν σε ανώτερα επίπεδα εκπαίδευσης. Ωστόσο, σε συγκεκριμένες διαδικασίες επαγγελματικής ή υπηρεσιακής κατάταξης, ο αρχικός τίτλος εξακολουθεί να καθορίζει τη μεταχείρισή τους.

Πώς είναι δυνατόν η επιστημονική εξέλιξη ενός ανθρώπου να αναγνωρίζεται ακαδημαϊκά, αλλά να μην αξιοποιείται πάντοτε αναλόγως επαγγελματικά;

Ασφαλώς, ένα διδακτορικό δεν μετατρέπει αυτομάτως έναν αρχικό τίτλο σε διαφορετικό πτυχίο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι μεταγενέστερες γνώσεις πρέπει να παραβλέπονται.

Η αξιοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια διοικητική κατηγοριοποίηση. Οφείλει να εξετάζει τι γνωρίζει πραγματικά ένας άνθρωπος, τι έχει επιτύχει και ποιες ικανότητες διαθέτει σήμερα.

Ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα, όπου προβάλλεται διαρκώς η ανάγκη εκσυγχρονισμού και αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού, η ουσιαστική αναγνώριση των προσόντων αποτελεί ζήτημα θεσμικής συνέπειας.

Οι απόφοιτοι δεν επέλεξαν τη θεσμική μορφή των ιδρυμάτων τους. Σπούδασαν σε αναγνωρισμένα δημόσια ιδρύματα, ακολούθησαν τους προβλεπόμενους κανόνες και απέκτησαν νόμιμους τίτλους.

Δεν ζητούν προνόμια. Δικαιούνται, όμως, σαφείς απαντήσεις.

Η λύση δεν βρίσκεται στην άκριτη εξίσωση όλων των πτυχίων, αλλά σε έναν διαφανή μηχανισμό αντιστοίχισης, που θα αξιολογεί προγράμματα σπουδών, μαθησιακά αποτελέσματα και πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα.

Όπου υπάρχει ουσιαστική αντιστοιχία, να αναγνωρίζεται. Όπου υπάρχουν ελλείψεις, να προσδιορίζονται. Όπου απαιτείται συμπληρωματική εκπαίδευση, να είναι στοχευμένη και αναλογική.

Κυρίως, να υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες και προθεσμίες. Γιατί η διαρκής αναμονή δεν αποτελεί εκπαιδευτική πολιτική.

Κανείς δεν ζητά να αναγνωριστεί γνώση που δεν αποκτήθηκε. Ζητείται να αναγνωριστεί η γνώση που πράγματι αποκτήθηκε.

Μια πολιτεία που απαιτεί διαρκή μάθηση οφείλει να μπορεί και να την αξιολογεί δίκαια.

Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο πτυχίο απέκτησε κάποιος πριν από είκοσι χρόνια, αλλά τι γνωρίζει, τι έχει αποδείξει και τι μπορεί να προσφέρει σήμερα.

Η γνώση εξελίσσεται. Οι άνθρωποι εξελίσσονται. Μήπως ήρθε η ώρα να εξελιχθεί και ο τρόπος με τον οποίο τους αναγνωρίζουμε;

Γράφει η Πελεφάντη Μαρία

Researcher | Educator | Accessibility and AI Innovation Advocate