Το «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια, πατώντας πάνω στο εξαιρετικό σενάριο των Ρίσβα – Σακαλή, καταφέρνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια αναπαράσταση ληστείας

Είναι πραγματικά σπάνιο μια σειρά που ξεκινά ως αστυνομικό θρίλερ να καταλήγει να σε στοιχειώνει τόσο βαθιά.
Το «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια, πατώντας πάνω στο εξαιρετικό σενάριο των Ρίσβα – Σακαλή, καταφέρνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια αναπαράσταση ληστείας, γίνεται μια ανατομία στην ανθρώπινη απώλεια και στην ανάγκη για δικαίωση όταν όλα γύρω σου έχουν καταρρεύσει.
​Η σκηνοθεσία του Τσαφούλια εδώ είναι αριστοτεχνική γιατί δεν στέκεται μόνο στην επιφάνεια της δράσης. Χρησιμοποιεί τον φακό του για να αναδείξει την κλειστοφοβία των ηρώων, όχι μόνο μέσα στα τούνελ, αλλά μέσα στην ίδια τους τη ζωή. Οι φωτισμοί και τα πλάνα του υπογραμμίζουν το βάρος που κουβαλά ο καθένας τους, μετατρέποντας τη ληστεία από ένα εγκληματικό σχέδιο σε μια πράξη απελπισμένης επιβίωσης. Ο δημιουργός επιλέγει να εστιάσει στις λεπτομέρειες που πονάνε, σε ένα βλέμμα που αποφεύγει την επαφή, στον ήχο της ανάσας μέσα στο σκοτάδι, στην παγωμένη κίνηση ενός ανθρώπου που έχει μάθει να περιμένει το τίποτα.
​Ακόμα και η ματιά του πάνω στην αναπηρία αποφεύγει τις ευκολίες της συγκίνησης, αναδεικνύοντας απλώς την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου απέναντι σε ένα σύστημα που τον θέλει στο περιθώριο. Ο Τσαφούλιας διεισδύει στις σιωπές και χτίζει μια ατμόσφαιρα όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά, θυμίζοντάς μας ότι τα μεγαλύτερα ρήγματα δεν βρίσκονται στους τοίχους των τραπεζών, αλλά στην κοινωνική αδικία. Η κάμερά του γίνεται ο σιωπηλός μάρτυρας μιας εξέγερσης που ξεκινά από το εσωτερικό σκοτάδι των ηρώων για να βγει στο φως της κάθαρσης.
​Η Ευαγγελία Μουμούρη παρέδωσε μια ερμηνεία γροθιά στο στομάχι, με μια εσωτερικότητα που σε τσακίζει χωρίς ίχνος υπερβολής. Εκείνη η τελευταία σκηνή με την πάστα αμυγδάλου ήταν όλη η ουσία της κάθαρσης. Μια ζωή παγωμένη σε μια μπουκιά, την ίδια που έκοψε την ανάσα του παιδιού της. Για χρόνια, κάθε κουταλιά ήταν μια τελετουργία πόνου που δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί. Μόνο όταν ήρθε η εκδίκηση, κατάφερε επιτέλους να ολοκληρώσει εκείνη τη γεύση που για χρόνια την στοίχειωνε. Ήταν η στιγμή που το σκοτάδι επιτέλους υποχώρησε και η ψυχή της ησύχασε, μετατρέποντας το γλυκό από σύμβολο θανάτου σε πράξη λύτρωσης.
​Όλη η ομάδα των “ληστών”, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, ο Πάνος Βλάχος, ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης και ο Δήμος Γιγαντάκης, μας έδειξαν ότι το πραγματικό μονοπάτι το ανοίγουμε μέσα μας. Άνθρωποι διαφορετικοί που ενώθηκαν για να βρουν την έξοδο από την αδικία και το δικό τους δίκιο. Τελικά, το “Ριφιφί”σου αφήνει αυτόν τον κόμπο στο στομάχι για όλα εκείνα που μας κλέβουν και δεν γυρίζουν πίσω. Συνειδητοποιείς πως τα πιο ακριβά πράγματα δεν φυλάσσονται σε χρηματοκιβώτια, είναι ο χρόνος, η γαλήνη και η αξιοπρέπεια. Και μερικές φορές το μόνο δίκιο που σου απομένει είναι αυτό που φτιάχνεις με τα χέρια σου.
Γράφει η εικαστικός Ισμήνη Μίχα