Σφύριζα αμέριμνος ένα τραγουδάκι της κόρης του Φλωρινιώτη, ενώ οδηγούσα το υπέροχο μηχανάκι μου.
Ξαφνικά, δεξιά, βλέπω μια ημίγυμνη, δίμετρη τουρίστρια να με χαιρετάει! Σάστισα, λέω κοίτα που με σταματούν και στον δρόμο τώρα οι τρελές. Μπράβο βρε Μιχάλη μου -είπα σε εμένα- καραφλός, χοντρός, κάπως μεγάλος αλλά εντάξει, μετράς. Ανταποδίδω τη χαιρετούρα και της χαμογελάω. Της έκλεισα και το μάτι, αλλά φόραγα γυαλιά ηλίου και ίσως αυτό να μην το αντιλήφθηκε. Προσπαθούσα να σκεφτώ στα γρήγορα αν έχει κανένα καλό ξενοδοχείο εκεί κοντά και να θυμηθώ αν άλλαξα βρακί το πρωί. Ευκαιρία να εξασκήσω και τα αγγλικά μου… Εκείνη, απλά, έκανε νόημα στο ταξί πίσω μου.
Μπροστά μου ακριβώς, στα τρία εκατοστά απόσταση, ένα σταματημένο τρόλεϊ, ακίνητο και στιβαρό, σαν να στεκόταν από πάντα εκεί, αιώνια, σαν το Σινικό το Τείχος. Όχι μόνο δεν πρόλαβα να πατήσω φρένο, αλλά ούτε κιχ δεν έβγαλα. Σκάω ολόσωμος στο πίσω μέρος του τρόλεϊ, με τόση δύναμη που έμεινα όρθιος μέσα στις λαμαρίνες. Χαμός! Άλλοι έκλαιγαν από τα γέλια, μόνο ένας έκλαιγε από στεναχώρια και με συγκίνησε. Λίγο μετά έμαθα πως ήταν ο οδηγός του τρόλεϊ. Οι περισσότεροι με τράβαγαν με το κινητό και δεν ήξεραν πως να με απεγκλωβίσουν, κάποιοι γκούγκλαραν Απεγκλωβισμός_Λαμαρίνες χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που δύο πολύ ηλικιωμένες κυρίες της εκκλησίας χρησιμοποίησαν τις μαγκούρες τους ως μοχλό και με ξεκόλλησαν. Πλοπ! Έπεσα κάτω με την πλάτη. «Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω» τους είπα ξαπλωμένος στην άσφαλτο, εκείνες χαμογέλασαν (δεν είχαν καθόλου δόντια, μα ούτε και μαλλιά) και μου απάντησαν με μία φωνή «θτο μέλλον ίθως να βρεθεί τρόποθ να μαθ ευχαριστήθεις» κι έφυγαν γελώντας. Πολύ ευγενικές.
Στο τρόλεϊ πίσω είχε αποτυπωθεί σαν καλούπι, με μεγάλη ακρίβεια το πρόσωπο και το σώμα μου. Στην κοιλιά δε το βαθούλωμα ήταν σαν του κρατήρα, τότε που αφανίστηκαν οι δεινόσαυροι.
Ανάμεσα από το πλήθος που γέλαγε με την καρδιά του και που είχε μαζευτεί γύρω μου, πετάχτηκε ένας κάπως κομψός κύριος και μου έδωσε την κάρτα του. Διαφημιστής. Με βοήθησε να σηκωθώ και μου είπε να συναντηθούμε την επόμενη μέρα στο γραφείο του να υπογράψω συμβόλαιο πολυετές. Μου έδωσε και είκοσι ευρώ προκαταβολή για να με κλείσει, μην με πάρει ο ΠΑΟΚ ξέρωγώ. Μου εξήγησε στα γρήγορα πως θα συμμετάσχω ως βαθούλωμα σε καμπάνια που θα τρέξει στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και αφορά γνωστό Κέντρο Αδυνατίσματος και Ομορφιάς. Εγώ θα έκανα το ΠΡΙΝ.
Μιλάμε για τρισδιάστατη διαφήμιση. Δεν έπρεπε να χάσω την κάρτα: με τα χρήματα της εξόφλησης θα έφτιαχνα το μηχανάκι. Τσέκαρα με το χέρι την τσέπη και πιάνω δυο κάρτες… Η μία ήταν του διαφημιστή και η άλλη ήταν από τις δύο γριούλες που με είχαν βοηθήσει λίγο πριν και προφανώς πέρασαν κρυφά στην τσέπη μου τη χειρόγραφη κάρτα. Έγραφε με κραγιόν: «Τρελό, παχουλό αγόρι, αν σου αρέσει το τρίο, πάρε μας τηλέφωνο. κα Ευανθία, κα Σούζι».
Σήμερα δεν έχω πολύ καλή διάθεση.
Γράφει ο Μιχάλης Αντωνόπουλος
Εκπαιδευτικός, Εκδότης, Γραφίστας, Δημοσιογράφος (μέλος της ΕΔΙΠΤ)






