Η απόφαση στο πανεπιστημιακό σύστημα του Texas A&M, με την οποία ζητήθηκε από καθηγητή να αφαιρέσει έργα του Πλάτωνα από εισαγωγικό μάθημα φιλοσοφίας, δεν είναι ένα αθώο παιδαγωγικό μέτρο. Είναι πολιτική πράξη που αποκαλύπτει μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον άνθρωπο, τη γνώση και την εξουσία. Είναι ένα πολιτικό σύμπτωμα. Και όπως κάθε σύμπτωμα, δεν πρέπει να εξετάζεται αποκομμένο, αλλά ως ένδειξη μιας βαθύτερης παθολογίας που διατρέχει τις σύγχρονες δημοκρατίες.
Ας ειπωθεί χωρίς περιστροφές: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με παιδαγωγική ευαισθησία, ούτε με ουδετερότητα. Έχουμε να κάνουμε με φόβο. Φόβο απέναντι στη σκέψη που δεν μπορεί να προβλεφθεί, να ελεγχθεί, να κατευθυνθεί. Και ο φόβος, όταν μετατρέπεται σε κανονισμό, παύει να είναι ψυχολογικό φαινόμενο και γίνεται πολιτική στρατηγική. Ας το πούμε καθαρά: δεν πρόκειται για «προστασία» των φοιτητών, ούτε για ουδετερότητα. Πρόκειται για ρύθμιση του επιτρεπτού λόγου. Για χάραξη ορίων γύρω από το τι μπορεί να σκεφτεί, να συζητήσει και τελικά να αμφισβητήσει ο πολίτης που εκπαιδεύεται.
Η εξουσία, σε όλες τις ιστορικές της μορφές, είχε πάντοτε προβληματική σχέση με τη φιλοσοφία. Όχι επειδή η φιλοσοφία επιβάλλει μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αλλά επειδή αμφισβητεί το δικαίωμα της εξουσίας να αυτονομιμοποιείται. Ο Πλάτωνας, όπως και κάθε αυθεντικός φιλόσοφος, δεν προσφέρει ασφάλεια. Προσφέρει κρίση. Και η κρίση είναι η πρώτη ύλη της πολιτικής συνείδησης.
Η σύγχρονη δημοκρατία, όμως, φαίνεται ολοένα και λιγότερο πρόθυμη να ανεχθεί αυτή την κρίση. Αντί να διαπαιδαγωγεί πολίτες ικανούς να αντέχουν τη σύγκρουση ιδεών, προτιμά να διαμορφώνει υποκείμενα «ασφαλή», αποστειρωμένα από ερωτήματα που ενδέχεται να διαταράξουν την κοινωνική ομαλότητα. Έτσι, η παιδεία μετατρέπεται σταδιακά από πεδίο ελευθερίας σε μηχανισμό προσαρμογής.
Η εξουσία δεν φοβάται τον Πλάτωνα ως ιστορικό πρόσωπο. Φοβάται τη μέθοδο. Φοβάται τη διαλεκτική. Φοβάται τον άνθρωπο που μαθαίνει να ρωτά «τι είναι δίκαιο;», «ποιος ορίζει την αλήθεια;», «ποια είναι η σχέση νόμου και εξουσίας;». Αυτά δεν είναι ακαδημαϊκά ερωτήματα. Είναι πολιτικά επικίνδυνα ερωτήματα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ουσία του προβλήματος. Όταν ένα πανεπιστήμιο παρεμβαίνει στο περιεχόμενο της φιλοσοφικής διδασκαλίας, δεν ρυθμίζει απλώς ένα πρόγραμμα σπουδών. Παρεμβαίνει στη διαδικασία συγκρότησης του πολίτη. Αποφασίζει ποια ερωτήματα είναι θεμιτά και ποια επικίνδυνα. Και όποιος αποφασίζει τα όρια του ερωτήματος, αποφασίζει τελικά και τα όρια της ελευθερίας.
Η σύγχρονη εξουσία, ιδιαίτερα σε φιλελεύθερες δημοκρατίες που θέλουν να εμφανίζονται ανεκτικές, δεν επιβάλλεται πια με απαγορεύσεις παλαιού τύπου. Δεν καίει βιβλία. Δεν διώκει ανοιχτά καθηγητές. Επιλέγει κάτι πιο αποτελεσματικό: διοικητικό έλεγχο της γνώσης. Κανονισμούς. Πλαίσια. «Οδηγίες».
Η νέα μορφή αυταρχισμού δεν χρειάζεται κραυγές, ούτε απαγορεύσεις με τη βία. Λειτουργεί ήσυχα, γραφειοκρατικά, με γλώσσα ουδέτερη και δήθεν προστατευτική. Δεν λέει «απαγορεύεται να σκεφτείς», αλλά «δεν ενδείκνυται να συζητηθεί». Δεν επιβάλλει σιωπή· εκπαιδεύει στην αυτολογοκρισία. Και αυτός ο μηχανισμός είναι απείρως πιο αποτελεσματικός από κάθε κατασταλτικό μέτρο του παρελθόντος.
Έτσι γεννιέται ένας νέος αυταρχισμός: όχι ιδεολογικός, αλλά τεχνοκρατικός. Ένας αυταρχισμός που δεν λέει «απαγορεύεται να σκεφτείς», αλλά «δεν είναι παιδαγωγικά ενδεδειγμένο να το συζητήσεις». Και ακριβώς γι’ αυτό γίνεται πιο επικίνδυνος.
Η πολιτική διάσταση του ζητήματος είναι αδιαμφισβήτητη. Όταν το κράτος ή ο θεσμός παρεμβαίνει στο περιεχόμενο της διδασκαλίας φιλοσοφίας, δεν ρυθμίζει απλώς ένα πρόγραμμα σπουδών. Διαμορφώνει τύπο πολίτη. Έναν πολίτη λιγότερο εξοικειωμένο με τη σύγκρουση ιδεών, λιγότερο ικανό να αντέχει την αμφισημία, πιο πρόθυμο να αποδεχθεί έτοιμα πλαίσια.
Η δημοκρατία δεν απειλείται πρώτα από τη βία, αλλά από την πνευματική απονέκρωση. Από πολίτες που έμαθαν να αποφεύγουν τα δύσκολα ερωτήματα, επειδή κάποιος τους έπεισε ότι είναι «επικίνδυνα», «διχαστικά» ή «ακατάλληλα».
Η πολιτική συνέπεια αυτής της διαδικασίας είναι σαφής: η δημοκρατία απογυμνώνεται από το ουσιώδες της περιεχόμενο. Παραμένει ως θεσμικό πλαίσιο, αλλά χάνει τον ζωντανό της πυρήνα, που είναι ο ενεργός, σκεπτόμενος, αμφισβητών πολίτης. Μια κοινωνία που δεν αντέχει τη φιλοσοφία της, δεν αντέχει τελικά ούτε τη δημοκρατία της.
Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες παρεμβάσεις στοχεύουν τα πρώτα στάδια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Εκεί όπου ο νέος άνθρωπος δεν έχει ακόμη μάθει να φιλτράρει, να αμφιβάλλει, να αντιστέκεται. Η καταστολή της κριτικής σκέψης σε αυτό το κρίσιμο χρονικά στάδιο δεν είναι λάθος· είναι σκόπιμη απονεύρωση.
Ας μην υπάρχει αυταπάτη: μια κοινωνία που αφαιρεί από τα πανεπιστήμιά της τη δυνατότητα κριτικής σκέψης, δεν επιδιώκει σταθερότητα· επιδιώκει έλεγχο. Και ο έλεγχος της σκέψης είναι πάντα το προοίμιο του ελέγχου της πράξης.
Ο Πλάτωνας, αιώνες μετά, εξακολουθεί να ενοχλεί ακριβώς επειδή δεν προσφέρει ασφάλεια. Προσφέρει κρίση. Και η κρίση είναι το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί μια εξουσία που θέλει να λειτουργεί χωρίς αντίλογο.
Η φιλοσοφία δεν ζητά άδεια για να υπάρξει. Υπάρχει για να αμφισβητεί εκείνους που πιστεύουν ότι μπορούν να ορίσουν τα όρια της σκέψης. Όταν ένα πανεπιστήμιο ξεχνά αυτόν τον ρόλο, παύει να είναι πανεπιστήμιο. Γίνεται θεσμός πειθάρχησης.
Η εξουσία που φοβάται τον Πλάτωνα σήμερα, θα φοβηθεί τον ενεργό πολίτη αύριο. Και όταν η παιδεία πάψει να λειτουργεί ως χώρος σύγκρουσης ιδεών, τότε η πολιτική θα μετατραπεί οριστικά σε διαχείριση χωρίς λογοδοσία.
Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, δεν είναι αν τέτοιες αποφάσεις είναι νόμιμες. Η ιστορία, εξάλλου, είναι γεμάτη από νόμιμες αδικίες. Το θέμα είναι αν είναι συμβατές με την ελευθερία. Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: δεν είναι.
Καλώ όλους μας να σκεφτούμε: Μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς εκπαίδευση στην αμφισβήτηση;
Αν η απάντηση είναι όχι —και είναι— τότε κάθε περιορισμός της φιλοσοφικής σκέψης στο πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς λάθος. Είναι επικίνδυνος. Και οφείλει να κατονομάζεται ως αυτό που είναι: πολιτική υποχώρηση της ελευθερίας.
Η παιδεία είτε είναι χώρος ελευθερίας είτε δεν είναι παιδεία. Δεν αποδεχόμαστε πανεπιστήμια που φοβούνται τις ερωτήσεις, ούτε κοινωνίες που απαιτούν σιωπή στο όνομα της τάξης. Κάθε περιορισμός της σκέψης είναι πολιτική πράξη και κάθε ανοχή σε αυτόν είναι συνενοχή. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα να σκεφτόμαστε χωρίς άδεια, να διδάσκουμε χωρίς επιτήρηση, να αμφισβητούμε χωρίς φόβο. Διότι χωρίς αυτή την ελευθερία, καμία δημοκρατία δεν είναι ζωντανή· είναι απλώς διαχειριζόμενη.
Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια
16.1.2026






