Συλλογική μνήμη ή εμπόρευμα;

Το κοινωνικό νόημα της υπόθεσης των φωτογραφιών από την εκτέλεση των πατριωτών στην Καισαριανή

Η σύγκρουση ανάμεσα στη συλλογική μνήμη και την εμπορευματοποίηση του ιστορικού παρελθόντος, με αφορμή τη δημοπρασία φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή.

Η πρόσφατη εμφάνιση φωτογραφιών που φέρονται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των 200 αγωνιστών πριν από την εκτέλεσή τους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 άνοιξε έναν έντονο δημόσιο διάλογο. Οι εικόνες αυτές, συνδεδεμένες με ένα από τα πιο φορτισμένα επεισόδια της γερμανικής Κατοχής, αναρτήθηκαν σε διαδικτυακή πλατφόρμα δημοπρασιών, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων για το αν τέτοια τεκμήρια μπορούν να αποτελούν αντικείμενο αγοραπωλησίας.

Το Σκοπευτήριο Καισαριανής δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος. Είναι τόπος μαρτυρίου και σύμβολο της Αντίστασης. Οι φωτογραφίες που σχετίζονται με αυτόν τον χώρο δεν λειτουργούν απλώς ως οπτικό αρχείο· φέρουν πάνω τους τη μνήμη πραγματικών ανθρώπων και τη βία ενός καθεστώτος κατοχής. Η μετατροπή τους σε «αντικείμενα συλλογής» αποσπά το νόημά τους από το ιστορικό πλαίσιο και μεταθέτει το βάρος από τη μαρτυρία στο κέρδος.

Η αντίδραση της κοινωνίας ήταν άμεση. Πολίτες, ιστορικοί και φορείς έθεσαν ζήτημα σεβασμού της ιστορικής μνήμης, ενώ ο Δήμος Καισαριανής ζήτησε την απόσυρση της εμπορικής αξιοποίησης τέτοιου υλικού. Παράλληλα, πολιτικά κόμματα και συλλογικότητες υπογράμμισαν ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητα των εικόνων, αυτές πρέπει να ενταχθούν σε δημόσια αρχεία ή μουσεία και να αξιοποιηθούν εκπαιδευτικά.

Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη κοινωνική σύγκρουση: από τη μία πλευρά βρίσκεται η συλλογική μνήμη ως κοινό αγαθό και από την άλλη η αγορά που μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα. Οι εικόνες από την Καισαριανή δεν είναι απλώς «παλιές φωτογραφίες»· είναι τεκμήρια μιας ιστορίας που εξακολουθεί να διαμορφώνει την ταυτότητα της κοινωνίας. Όταν η μνήμη αποκόπτεται από το νόημά της και εντάσσεται στη λογική της προσφοράς και της ζήτησης, κινδυνεύει να χάσει τον παιδευτικό και ηθικό της ρόλο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προσπάθεια ταυτοποίησης των προσώπων που απεικονίζονται στις φωτογραφίες. Η αναγνώριση συγκεκριμένων θυμάτων μετατρέπει τις εικόνες από αφηρημένα ντοκουμέντα σε ανθρώπινες ιστορίες. Πρόσωπα με όνομα, οικογένεια και διαδρομή ζωής επανέρχονται στο παρόν, υπενθυμίζοντας ότι η Ιστορία δεν είναι απρόσωπη αφήγηση, αλλά σύνολο ατομικών τραγωδιών και συλλογικών αγώνων.

Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, δεν είναι μόνο νομικό ή οικονομικό, αλλά βαθιά κοινωνικό: σε ποιον ανήκει η μνήμη; Αν ανήκει στην κοινωνία, τότε οφείλει να προστατεύεται και να μεταδίδεται με σεβασμό. Η εμπορευματοποίηση ιστορικών τεκμηρίων, ιδίως όταν σχετίζονται με θυσίες και εγκλήματα πολέμου, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη πράξη. Αγγίζει τον πυρήνα της συλλογικής συνείδησης.

Η υπόθεση των φωτογραφιών της Καισαριανής λειτουργεί έτσι ως καθρέφτης: αποκαλύπτει τα όρια ανάμεσα στη μνήμη και την αγορά, ανάμεσα στην ιστορική ευθύνη και την ιδιωτική εκμετάλλευση. Σε μια εποχή όπου η εικόνα κυκλοφορεί γρήγορα και καταναλώνεται εύκολα, η κοινωνία καλείται να αποφασίσει αν θα αντιμετωπίσει τέτοια ντοκουμέντα ως απλά αντικείμενα ή ως φορείς ιστορίας που απαιτούν σεβασμό, θεσμική προστασία και δημόσια πρόσβαση.

Γιατί, τελικά, η μνήμη της Καισαριανής δεν είναι εμπόρευμα. Είναι κομμάτι της ιστορίας ενός τόπου, ενός λαού και μιας κοινωνίας που συνεχίζει να διαμορφώνεται μέσα από το παρελθόν της.

 

Ειρήνη Τάχα

Κοινωνιολόγος

17.2.2026