Σε μια εποχή όπου η θεατρική σκηνή συχνά αναζητά την ένταση μέσα από την εξωστρέφεια και την δράση, το << Ταξιδεύοντας στη Θράκη με το τρένο>> της Τέσσα Δουλκέρη επιλέγει μια εσωστρεφή και στοχαστική διαδρομή. Η παράσταση δομείται πάνω σε μια απλή, σχεδόν καθημερινή αφετηρία: τη μετακίνηση μιας γυναίκας προς έναν νέο τόπο. Ωστόσο, αυτό που ξεκινά ως εσωτερικό ταξίδι εξελίσσεται σε μια εσωτερική διαδρομή για την κεντρική ηρωίδα φιλόλογο, όπου ο χρόνος, η μνήμη και οι σχέσεις μπλέκονται διαρκώς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κινηματογραφική σχεδόν ροή των σκηνών, με την βοήθεια προβολέα σ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού της. Επιπρόσθετα, η ενσωμάτωση λαογραφικών στοιχείων της Θράκης, Κομοτηνής και Σαμοθράκης, δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, αλλά ως πολιτισμικός και συναισθηματικός τόπος.
Η σκηνική γραφή που υπογράφεται από την Τέσσα Δουλκέρη διατηρεί μια αφηγηματική λιτότητα, με έντονη χρήση εναλλαγών χώρου και χρόνου. Η σκηνοθεσία, επίσης από την ίδια ακολουθεί λιτή και αφηγηματική γραμμή, δίνοντας έμφαση στο κείμενο και λιγότερο στη σκηνική δράση. Η επιλογή αυτή υπηρετεί ως έναν βαθμό την εσωτερικότητα του έργου, όμως δεν καταφέρνει να μετατρέψει την δραματουργική ένταση σε ουσιαστικά θεατρική εμπειρία. Σε μερικά σημεία η αφηγηματικότητα υπερισχύει σε βάρος της δράσης , με αποτέλεσμα το έργο να εγκυμονεί κίνδυνο ομοιομορφίας σε αρκετά σημεία. Η σκηνική ανάπτυξη παραμένει στατική σε αρκετά μέρη του έργου με περιορισμένες εναλλαγές. Από την άλλη όμως, ευρηματική επιλογή της σκηνοθεσίας ήταν να<< διχοτομήσει>> την κεντρική ηρωίδα σε δύο σκηνικές παρουσίες: από την μία παρακολουθούμε την φιλόλογο μέσα στη δράση και από την άλλη εμφανίζεται μια δεύτερη εκδοχή της-που λειτουργεί σαν να είναι ο εσωτερικός της κόσμος, σαν μία φωνή ημερολογίου.
Η ερμηνεία της φιλολόγου[ Μάγια Ντελέζου] κινήθηκε σε έναν πιο συγκροτημένο και εσωτερικό τόνο χωρίς, όμως να καταφέρει πλήρως να μεταδώσει την ένταση στις συναισθηματικές μεταπτώσεις του ρόλου. Παρ’ όλα αυτά προσπάθησε ως έναν βαθμό να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού σε εγρήγορση. Η εσωτερική φωνή της που ενσαρκώθηκε από την [Μαρία Κολουβού] κατάφερε να αποδώσει με σαφήνεια τις ψυχικές διακυμάνσεις της ηρωίδας, χρησιμοποιώντας σωστά δομημένες κορυφώσεις σ’ όλη την διάρκεια του θεατρικού έργου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην νεαρή αφηγήτρια του έργου [Λένα Χερουβέιμ] , η οποία <<κρατούσε>> στα χέρια της την παράσταση. Η ερμηνεία της είχε καθαρότητα και έντονο ρυθμό ,η παρουσία της ζωντανή και η φωνή της διέθετε την κατάλληλη χροιά σε όλα τα σημεία της παράστασης που διατηρούσαν αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών.
Εν συνεχεία, ο άνδρας που λειτουργεί ως πρόσωπο απογοήτευσης για την κεντρική ηρωίδα[Γιώργος Δήμου] ,απέδωσε τον ρόλο του με μια σχετική σταθερότητα, χωρίς ωστόσο να αποπνέει την απαιτούμενη ισχυρή σκηνική δυναμική. Επιπρόσθετα, ο δεύτερος νεαρός άνδρας , με τον οποίο τελικά συνδέεται η ηρωίδα [Γιάννης Κουκουβίνος],αποτελεί δραματουργικά μια φιγούρα που φέρει την προοπτική μιας νέας αρχής και μιας διαφορετικής συναισθηματικής συνθήκης, ωστόσο η παρουσία του στη σκηνή παρέμεινε σχετικά επίπεδη, χωρίς έντονες διακυμάνσεις που θα έδιναν μεγαλύτερο βάθος στη σχέση του με την κεντρική ηρωίδα.
Ακόμη, αξίζει να αναφερθεί ο προσεγμένος σχεδιασμός των φώτων από τον[ Ορέστη Πουλάκη ]. Η έντονη χρήση του κόκκινου σε κομβικά σημεία δημιουργούσε συναισθηματική φόρτιση και υπόγεια ένταση, ενώ το λευκό φως, πιο στοχευμένο, εστιάζει με ακρίβεια στις λεπτομέρειες της δράσης και των προσώπων.
Συνολικά, η παράσταση καταφέρνει να διαμορφώσει μια συνεκτική και ατμοσφαιρική σκηνική εμπειρία, με σαφή αισθητική ταυτότητα και ενδιαφέρουσες δραματουργικές επιλογές. Η επιλογή της συγγραφέα να τοποθετήσει την ηρωίδα σε διορισμό στη Θράκη-σε μια κατάσταση μετάβασης είναι ουσιαστική: η ηρωίδα βρίσκεται ήδη <<ανάμεσα>>. Ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, ανάμεσα σε επιλογές και διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της. Τελικά, πόσο εύκολο είναι να προχωρήσει κανείς μπροστά, όταν το παρελθόν εξακολουθεί να ταξιδεύει μαζί του;
Γράφει η θεατρολόγος Σοφία Σταθάτου.







