Κυρ. Μητσοτάκης : Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της με τον τρόπο τον οποίο η ίδια ξέρει.

Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ολομέλεια της Βουλής,
στην προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 143 του Κανονισμού της Βουλής, «για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου, των Θεσμών και της λειτουργίας του Κοινοβουλίου στην Ελλάδα:

Κύριε Πρόεδρε, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω ευχόμενος, πιστεύω διερμηνεύοντας τα αισθήματα όλου του κοινοβουλίου, θερμά περαστικά στον Γιώργο Μυλωνάκη, ο οποίος περνάει μία μεγάλη περιπέτεια υγείας. Είμαι σίγουρος ότι θα βγει νικητής και από αυτή τη δοκιμασία και σύντομα θα είναι πάλι κοντά μας.

Θέλω να ευχαριστήσω τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος προθυμοποιήθηκε να μεταθέσουμε τη σημερινή συνεδρίαση. Αντιλαμβάνεστε ότι υπάρχει μεγάλη ψυχολογική ένταση και φόρτος, σίγουρα σε εμένα και στους συνεργάτες μας στο Μέγαρο Μαξίμου.

Όμως θεώρησα, κ. Ανδρουλάκη, επιβεβλημένο να γίνει σήμερα αυτή η συζήτηση, γιατί θα μας δοθεί μία ευκαιρία, νομίζω, να μιλήσουμε ευρύτερα για το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου και της πολιτικής αντιπαράθεσης και τις συνέπειες που αυτή η τοξικότητα -η οποία αναδύεται συνολικά από τον δημόσιο διάλογο- μπορεί να έχει πια όχι μόνο στις πολιτικές συμπεριφορές, αλλά και στις προσωπικές ζωές όσων επιλέγουν να ασχολούνται με την πολιτική.

Κύριε Ανδρουλάκη, ανταποκρίνομαι προφανώς στο αίτημά σας γι’ αυτή τη συζήτηση, αλλά πρέπει να ξεκινήσω λέγοντας ότι λυπάμαι τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη συγκυρία μέσα στην οποία διεξάγεται. Διότι καθώς ο διεθνής ορίζοντας «σκοτεινιάζει» το παρόν, εσείς επιλέγετε να αξιοποιήσετε αυτό το σημαντικό εργαλείο το οποίο έχετε στη διάθεσή σας, μία προ ημερησίας διάταξης συζήτηση, για να αναμασάτε το παρελθόν.

Και όταν σήμερα ζητούμενο είναι η ενότητα, ίσως περισσότερο παρά ποτέ ενόψει των μεγάλων γεωπολιτικών προκλήσεων, εσείς ανασύρετε αφορμές διχασμού. Και σε στιγμές που η πατρίδα μας χρειάζεται σιγουριά και προοπτική, νομίζω ότι μένετε κολλημένος σε συνθήματα του χθες.

Σήμερα δεν θα έπρεπε να μιλάμε για τα θέματα του κράτους δικαίου -χωρίς να υποτιμώ καθόλου τη σημασία της σημερινής συζήτησης. Θα έπρεπε να συζητούμε για τα όσα συμβαίνουν στο Ιράν, στη Μέση Ανατολή, στον Λίβανο. Θα έπρεπε να συζητούμε για την αμυντική παρουσία της Ελλάδος στην Κύπρο.

Θα έπρεπε, πρωτίστως, να συζητούμε για τις σημαντικές, αναπόδραστες οικονομικές συνέπειες της κρίσης στην ελληνική οικονομία και το πώς μπορούν αυτές να αντιμετωπιστούν ή τουλάχιστον να μετριαστούν.

Αντί λοιπόν να συζητούμε αυτά σήμερα, τα οποία σας διαβεβαιώνω είναι τα θέματα τα οποία απασχολούν πρώτα και πάνω απ’ όλα την ελληνική κοινωνία -τα ζητήματα της ακρίβειας, των ανατιμήσεων, της κατάστασης που διαμορφώνεται στην αγορά των καυσίμων-, είμαστε εδώ ακόμα μια φορά για να δώσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα τα οποία έχουν τεθεί, αντικρούοντας ξανά και ξανά παλιές και έωλες κατηγορίες, οι οποίες έχουν και διαψευστεί αλλά έχουν και κριθεί.

Επιμένω σε αυτή την αντίφαση, τη μεγάλη αντίφαση, του τι συζητούμε σήμερα εμείς στο κοινοβούλιο, τι συζητάει η ελληνική κοινωνία έξω από την αίθουσα αυτή, ποια είναι η πραγματική συγκυρία. Γιατί μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι αδυνατούμε συνολικά ως Βουλή να δούμε τη χώρα μας ενταγμένη σε έναν κόσμο που αλλάζει. Και τη «φυλακίζουμε», μέσα από τις συζητήσεις και τα θέματα τα οποία επιλέγουμε να αναδεικνύουμε, σε μια πολύ στενή μικροκομματική ματιά.

Με άλλα λόγια, σε μια εποχή που οι κίνδυνοι πληθαίνουν γύρω μας, σε μία εποχή που η παγκόσμια οικονομία κλονίζεται, σε μία εποχή που οι προβλέψεις για το μέλλον της οικονομίας, σε περίπτωση περαιτέρω παράτασης αυτής της σύγκρουσης, είναι εξαιρετικά δυσοίωνες έως και ενδεχομένως τραγικές, αδυνατούμε το αυτονόητο: να διακρίνουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά από τα μικρότερα και τα λιγότερο σοβαρά, προτάσσοντας όσα θα έπρεπε να μας ενώνουν, διαχειριζόμενοι με ωριμότητα ευαίσθητα θέματα τα οποία αφορούν την εθνική ασφάλεια και κυρίως στρέφοντας το βλέμμα προς προκλήσεις οι οποίες έρχονται και όχι σε υποθέσεις οι οποίες έχουν ήδη πάρει τη θέση τους στον χρόνο.

Αυτά ως εισαγωγή. Έρχομαι τώρα στο περιεχόμενο της πρότασης την οποία καταθέσατε, κ. Ανδρουλάκη, μια συζήτηση για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Νομίζω ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε αυτή τη συζήτηση συμφωνώντας τουλάχιστον σε κάποιους κοινούς ορισμούς για το τι εννοούμε όταν μιλάμε για κράτος δικαίου: μία εκλεγμένη κυβέρνηση, με λαϊκή νομιμοποίηση, η οποία λειτουργεί δημοκρατικά και αποτελεσματικά, ένα κοινοβούλιο το οποίο νομοθετεί κανόνες με ισότιμη εφαρμογή, μία Δικαιοσύνη η οποία δρα ανεξάρτητα, μία δικαιοσύνη η οποία απονέμεται στην ώρα της και, τέλος, ένα Δημόσιο, ένα κράτος το οποίο εξυπηρετεί τον πολίτη με διαφάνεια, με ταχύτητα και με αποτελεσματικότητα.

Κανείς σε αυτή την αίθουσα, πρώτος εγώ, δεν θα ισχυριστεί ότι στα θέματα αυτά η χώρα μας βρίσκεται στο επίπεδο το οποίο θα θέλαμε. Το ερώτημα, όμως, κ. Ανδρουλάκη, είναι: η χώρα τα τελευταία χρόνια, τα τελευταία επτά χρόνια -θα μιλήσω συνολικά για την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας-, η χώρα προοδεύει ή οπισθοχωρεί;

Και το ερώτημα, επίσης, το οποίο θέλω να σας θέσω είναι: ποιος τελικά είναι ο πιο αξιόπιστος κριτής της πραγματικής κατάστασης του κράτους δικαίου στη χώρα μας; Είμαστε εμείς οι ίδιοι, φορώντας ο καθένας το κομματικό του «καπέλο»; Εμείς ενδεχομένως θέλοντας να ωραιοποιήσουμε πράγματα, εσείς θέλοντας -εύλογα ίσως- να ασκήσετε αυστηρή κριτική στην κυβέρνηση;

Ο αντικειμενικός κριτής, κ. Ανδρουλάκη, της προόδου η οποία έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο κράτος δικαίου δεν μπορεί παρά να είναι θεσμοί και οργανισμοί οι οποίοι βρίσκονται εκτός της πατρίδας μας.

Έχω εδώ την έκθεση για το κράτος δικαίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έχετε διατελέσει ευρωβουλευτής και γνωρίζετε ότι αν υπάρχει ένα κείμενο το οποίο γίνεται αποδεκτό πανευρωπαϊκά ως το σημείο αναφοράς για την κατάσταση του κράτους δικαίου σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυτό το κείμενο εδώ.

Φαντάζομαι το έχετε διαβάσει. Και φαντάζομαι ότι διαπιστώνετε, έχοντας διαβάσει το κείμενο αυτό, ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει επιτελέσει σημαντικότατη πρόοδο στα θέματα κράτους δικαίου. Είμαστε μία κυβέρνηση η οποία συμμορφώνεται με τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και προσπαθούμε τις χρόνιες ατέλειές μας, χρόνο με τον χρόνο, να τις διορθώσουμε. Καταθέτω τη σχετική έκθεση στα πρακτικά της Βουλής.

Φαντάζομαι, επίσης, ότι θα συμφωνείτε μαζί μου ότι έγκυροι διεθνείς οργανισμοί δεν έχουν κάποιο λόγο ούτε να χαριστούν στην κυβέρνηση ούτε να προτάσσουν μελέτες και έρευνες με αλλότρια κριτήρια.

Democracy Index του έγκυρου περιοδικού «Economist». Φαντάζομαι το γνωρίζετε, έτσι δεν είναι; Κατατάσσεται η χώρα μας ως μία από τις 25 χώρες παγκόσμια που είναι πλήρης δημοκρατία, όχι ως μερική δημοκρατία, με πολλές ευρωπαϊκές χώρες να μην βρίσκονται σε αυτή την κατάταξη.

Μπορεί τελευταία να είμαστε στις πλήρεις δημοκρατίες -και θα θέλαμε να δούμε πρόοδο στο επίπεδο αυτό- αλλά είμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση σύμφωνα με το «Economist», κ. Ανδρουλάκη. Φαντάζομαι ότι δεν θεωρείτε ότι το «Economist» είναι κάποιο μέσο το οποίο είναι εξαγορασμένο από την Ελληνική Κυβέρνηση κι έχει κάποιο ιδιαίτερο λόγο να φέρεται καλά σε αυτή την κυβέρνηση. Το καταθέτω και αυτό στα πρακτικά.

Στις τελευταίες έρευνες της Διεθνούς Διαφάνειας -κατεξοχήν ένας οργανισμός ο οποίος έχει ασκήσει κριτική στη χώρα μας- πάλι δεν είμαστε στο σημείο το οποίο θα θέλαμε. Όμως η χώρα μας προοδεύει τα τελευταία χρόνια και αυτό αποτυπώνεται και στην κατάταξη της Διεθνούς Διαφάνειας.

Τέλος, να κάνω μια αναφορά στην τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, η οποία επίσης δημοσιεύτηκε προ ημερών και η οποία απαντά ευθέως και στα ζητήματα τα οποία συζητούμε σήμερα.

Υπογραμμίζει στο πόρισμά του ότι στον τόπο μας υλοποιείται, επιτέλους, μια «ολιστική εθνική στρατηγική κατά της διαφθοράς, η οποία έχει κεντρικό συντονισμό». Και στη συνέχεια, «το νέο πειθαρχικό δίκαιο ενισχύει τη λογοδοσία στο Δημόσιο, διασφαλίζοντας ταχύτητα και διαφάνεια».

Ενώ η Ελλάδα, από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, έχει τη δεύτερη καλύτερη επίδοση ως προς την πρόοδο την οποία έχει πετύχει στην υλοποίηση των συστάσεων για την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Πάρτε και αυτή την έκθεση, κ. Ανδρουλάκη.

Το συμπέρασμα ποιο είναι; Ο ΟΟΣΑ χαιρετίζει όλα αυτά τα οποία εσείς καταγγέλλετε. Θέλω να πιστεύω ότι ο ΟΟΣΑ διαθέτει και τεχνογνωσία και αντικειμενικότητα. Εσείς έχετε την κομματική σας σκοπιμότητα. Άρα, θα εμπιστευτώ περισσότερο τη δική του αξιοπιστία παρά τις φτηνές κατηγορίες του ΠΑΣΟΚ. Κατέθεσα τα στοιχεία, παρακαλώ, διαβάστε τα.

Επικαλούμαι, όπως βλέπετε, τα πραγματικά δεδομένα, καθώς το «κράτος δικαίου», όντας μια σύνθετη έννοια, δεν μπορεί στην πρώτη ευκαιρία να γίνεται εύκολη «ταμπέλα» σε μεμονωμένα περιστατικά. Δεν μπορεί να γίνεται σύνθημα για αντιπολιτευτικά πυροτεχνήματα ή να μετατρέπεται κάθε τόσο σε επιχειρήματα τα οποία γιγαντώνουν κάποια πραγματική αδυναμία που μπορεί να εντοπίζεται στη δημόσια ζωή.

Αντίθετα, ο συγκεκριμένος όρος, «κράτος δικαίου», δεν μπορεί παρά να προσεγγίζεται από τους πολλούς και παράλληλους πυλώνες που τον συγκροτούν.

Θέλω να είμαι σαφής, και προφανώς η κυβέρνηση σήμερα εκτός από εμένα εκπροσωπείται εδώ δια της ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης: κράτος δικαίου σημαίνει πρώτα απ’ όλα δικαιοσύνη, με την ανεξαρτησία της να σηματοδοτείται και για πρώτη φορά από τη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην ανάδειξη της ηγεσίας τους. Έχουμε και άλλα βήματα να κάνουμε σε αυτή την κατεύθυνση -θα επανέλθω στη συνέχεια, όταν θα αναφερθώ σε ζητήματα που αφορούν στη Συνταγματική Αναθεώρηση. Έχουν γίνει βήματα, όμως, σε αυτή την κατεύθυνση.

Κράτος δικαίου σημαίνει να μην περιμένει ο πολίτης χρόνια και χρόνια προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεσή του στα δικαστήρια. Σήμερα, αντί για 4,5 χρόνια, ο προσδιορισμός μιας υπόθεσης στο Πρωτοδικείο της Αθήνας γίνεται σε επτά μήνες. Οι διαθήκες δημοσιεύονται σε μία εβδομάδα, ενώ χρειάζονταν 450 ημέρες.

Και βέβαια, όταν μιλάμε για κράτος δικαίου, μιλάμε για ένα κράτος το οποίο λειτουργεί τελικά υπέρ του πολίτη. Ναι, ένα δίκαιο κράτος είναι ένα ψηφιακό κράτος. Ένα δίκαιο κράτος είναι αυτό το οποίο αντιμετωπίζει τον πολίτη «απρόσωπα», χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και διαφάνεια.

Ναι, είναι κράτος δικαίου, κ. Ανδρουλάκη, να απονέμονται οι συντάξεις σε λίγους μήνες και όχι σε πολλά χρόνια και να μην απαιτείται καμία ανθρώπινη παρέμβαση προκειμένου κάποιος πολίτης να εξυπηρετηθεί γρηγορότερα. Είναι κράτος δικαίου το να γίνονται οι μετεγγραφές στα πανεπιστήμια με τρόπο διάφανο και αντικειμενικό, χωρίς πάλι να χρειάζεται κάποια παρέμβαση κάποιου, ο οποίος θα θέλει να εξυπηρετήσει κάποιον φίλο ή ψηφοφόρο του.

Ναι, είναι κράτος δικαίου όταν απλά ζητήματα, τα οποία όμως -ας μην κοροϊδευόμαστε, όλοι γνωριζόμαστε σε αυτή την αίθουσα καλά- αποτελούσαν παραδοσιακά αντικείμενο παρεμβάσεων, όπως το να σβήσεις μία κλήση… Επιδίδονται πια ηλεκτρονικά χωρίς να μπορεί να γίνει καμία απολύτως παρέμβαση.

Όλα αυτά συνιστούν ένα δίκαιο κράτος το οποίο, όπως είπα, αντιμετωπίζει τους πολίτες φιλικά αλλά και απρόσωπα ως προς το να μην γνωρίζει το κράτος κατ’ ανάγκη ποιος είναι ο πολίτης, τι ψηφίζει και να εξυπηρετεί κάποιον εις βάρος κάποιου άλλου.

Επειδή πολύ κουβέντα έγινε και τις τελευταίες μέρες και εβδομάδες για το φαινόμενο του ρουσφετιού, λες και πρώτη φορά τα «ανακαλύψατε» όλα αυτά. Τα ρουσφέτια ξεκίνησαν, φαίνεται, στην Ελλάδα -κατά το ΠΑΣΟΚ- το 2019. Ας γελάσω. Θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό στη συνέχεια.

Και βέβαια, κράτος δικαίου συνιστούν και τα δικαιώματα, ένας τομέας στον οποίο έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια. Ναι, είναι κράτος δικαίου ο Προσωπικός Βοηθός, όταν ένας πολίτης με αναπηρία μπορεί να έχει κάποιον δίπλα του για να μπορεί να τον εξυπηρετεί και να αποδεσμεύεται με αυτόν τον τρόπο η οικογένειά του.

Ναι, κράτος δικαίου είναι τα φάρμακα να πηγαίνουν στο σπίτι ενός καρκινοπαθούς και να μην χρειάζεται να περιμένει στην ουρά ενός φαρμακείου. Κράτος δικαίου είναι και η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία προστατεύει τον εργαζόμενο από τις αυθαιρεσίες των εργοδοτών.

Και βέβαια, κράτος δικαίου ως προς την προστασία των δικαιωμάτων είναι και η πολύ σημαντική τελευταία μας προσπάθεια κατά του ψηφιακού εθισμού των ανηλίκων, με την απόφαση της κυβέρνησης να απαγορεύσει από 1/1/2027 την πρόσβαση όλων των παιδιών κάτω των 15 σε συγκεκριμένες πλατφόρμες, οι οποίες προωθούν τον ψηφιακό εθισμό.

Επιτρέψτε μου εδώ μία παρένθεση. Η ανακοίνωση αυτή δεν σχολιάστηκε από τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, ωσάν να μην έγινε.

Μου κάνει εντύπωση, κ. Ανδρουλάκη. Πιστεύετε πραγματικά ότι στα τραπέζια το Πάσχα συζητούσε ο κόσμος για τα θέματα τα οποία θα συζητήσουμε σήμερα; Ο κόσμος συζητούσε για το γεγονός ότι οι γονείς είναι απελπισμένοι από το γεγονός ότι τα παιδιά τους είναι κολλημένα στα κινητά τηλέφωνα και περιμένουν από την κυβέρνηση και από την Ευρώπη να κάνει κάτι σε αυτή την κατεύθυνση.

Είστε τόσο εκτός κοινωνίας που δεν βρήκατε μία λέξη να πείτε γι’ αυτές τις σημαντικές πρωτοβουλίες, που αντιμετωπίζουν τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα.

Και βέβαια, όσοι επικαλούνται με ευκολία το κράτος δικαίου θα πρέπει ακόμα να αθροίσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη δρομολογηθεί: την επιστολική ψήφο, την ψήφο των αποδήμων, νέες πρακτικές, ένα Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο συνεδριάζει κάθε μήνα, με στοχοθεσία, με λογοδοσία, με προγραμματισμό ετήσιο για τις δράσεις της κυβέρνησης.

Με μία Εθνική Αντιπροσωπεία, κ. Πρόεδρε, η οποία, παρά την ένταση, τις μεγάλες δυσκολίες και τη σύνθεσή της, εργάζεται παραγωγικά: 650 νομοσχέδια έχουν ψηφιστεί από αυτή την κυβερνητική πλειοψηφία. Μόλις τα 10 κατατέθηκαν ως επείγοντα, και αυτά στη διάρκεια της πανδημίας.

Οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν εκλείψει. Τα λέω, κ. Φάμελλε, γιατί θυμόμαστε καλά τις πρακτικές των δικών σας ημερών επί ΣΥΡΙΖΑ και πώς λειτουργούσε η Βουλή.

Το γεγονός ότι μπήκε μια τάξη, επιτέλους, στον χρόνο των ομιλητών, κάτι το οποίο αφορά όλους μας, και τους αρχηγούς των κομμάτων.

Και βέβαια, την πολύ σημαντική μεταρρύθμιση, τη διευκόλυνση στις άρσεις ασυλίας βουλευτών, οι οποίοι πια οδηγούνται με πολύ μεγαλύτερη ευκολία στον φυσικό τους δικαστή. Πολλοί τα έλεγαν, αλλά εμείς το κάναμε.

Και πριν ξεστομίσετε -γιατί έχω ακούσει τι έχετε πει τις τελευταίες εβδομάδες- κατηγορίες εναντίον αυτής της παράταξης, να θυμάστε ότι η άρση ασυλίας δεν συνεπάγεται ενοχή. Σε αυτή τη χώρα υπάρχει ακόμα το τεκμήριο της αθωότητας. Απεναντίας, για τον βουλευτή είναι ο πιο γρήγορος δρόμος προς τη δικαίωση.

Ενώ, πάλι, πριν μιλήσετε για «πλειοψηφία υποδίκων», γιατί τα ακούσαμε και αυτά, κοιταχτείτε καλύτερα στον καθρέφτη, τη δική σας Κοινοβουλευτική Ομάδα ως «μειοψηφία υποδίκων». Διότι, βλέπετε, οι περισσότεροι από τους 97 βουλευτές των οποίων η ασυλία έχει αρθεί τα τελευταία χρόνια, δεν είναι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.

Κατά συνέπεια, κράτος δικαίου σημαίνει πολλά περισσότερα από δύο λέξεις. Όχι μόνο τα όσα προανέφερα, αλλά και τα όσα οικοδομούν συνολικά μια σύγχρονη δημοκρατία.

Επιτρέψτε μου σε αυτό το σημείο να αναφερθώ λίγο στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία αποτελεί και αντικείμενο της ερώτησης την οποία έχετε κάνει και στον ρόλο και στη θέση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Μια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία της οποίας τα πρακτικά τα έχω εδώ. Αξίζει τον κόπο να διαπιστώσετε ότι είναι ένας θεσμός εξαιρετικά ενεργός, ο οποίος ελέγχει υποθέσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και είναι λάθος και ψέμα να λέτε ότι η Ελλάδα είναι πρωταγωνίστρια στους ελέγχους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Καταθέτω τη σχετική έκθεση στα πρακτικά.

Σε κάθε περίπτωση, θέλω να σας θυμίσω ότι ο θεσμός αυτός θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά το 2020. Στηρίχθηκε από την κυβέρνηση αυτή. Προφανώς, δεν μπορούσε να ερευνήσει υποθέσεις που αφορούσαν άλλες περιόδους διακυβέρνησης, ωστόσο -και εδώ θέλω να είμαι σαφής- η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι σεβαστή και κάνει τη δουλειά της, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αιτιολογήσει ούτε επιλεκτικές διαρροές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ούτε ελέγχους σε δόσεις, πολύ περισσότερο επιπόλαιες διαπιστώσεις που αμαυρώνουν πρόσωπα και γίνονται επιχειρήματα στον κομματικό ανταγωνισμό.

Το ξέρουμε πολύ καλά όλοι μας, και κυρίως όλοι όσοι εκλεγόμαστε με σταυρό: είναι άλλο το ενδιαφέρον ενός βουλευτή για έναν πολίτη ο οποίος έρχεται στο πολιτικό του γραφείο και τελείως άλλο μία αποδεδειγμένη παρανομία, πολύ περισσότερο όταν εδώ δεν έχουμε να κάνουμε σε καμία περίπτωση με πολιτικό χρήμα.

Οι βουλευτές μας με θάρρος, όλοι, ζήτησαν να αρθεί η ασυλία τους -και χαιρετίζω αυτή την πρωτοβουλία τους- στην ψηφοφορία η οποία θα γίνει την επόμενη εβδομάδα. Για να κάνουν τι; Για να αποδείξουν την αθωότητά τους.

Και το μόνο το οποίο ζητώ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι με ταχύτητα να προχωρήσει στην εκκαθάριση αυτών των υποθέσεων. Να αποφανθεί ποιους και με τι κατηγορίες θα στείλει τελικά στο ακροατήριο, να αποφασίσει αν πρόκειται να αρχειοθετήσει κάποιες υποθέσεις και με αυτόν τον τρόπο να δείξει έμπρακτα την ουδετερότητά της και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά της.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση, δια του Υπουργού Δικαιοσύνης, θα αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία ώστε οι διαδικασίες που αφορούν πολιτικά πρόσωπα να επιταχύνονται και αυτές οι υποθέσεις να εκκαθαρίζονται το συντομότερο δυνατόν. Διάταξη η οποία υπήρχε στον Ποινικό Κώδικα, την κατήργησε φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή την περιβόητη αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα, όταν κράτησαν τη Βουλή μία εβδομάδα ανοιχτή πριν πάμε στις εθνικές εκλογές.

Έρχομαι τώρα, κ. Ανδρουλάκη, στην κορωνίδα των τελευταίων ισχυρισμών σας, που δεν είναι άλλη από την υπόθεση της ΕΥΠ. Θέλω να θυμίσω ότι είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν είναι καινούργιο, έτσι δεν είναι; Μας απασχόλησε πριν από τέσσερα χρόνια. Ήταν αντικείμενο Εξεταστικής Επιτροπής. Είναι ένα θέμα το οποίο σε πολιτικό επίπεδο κρίθηκε, σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Όμως ένα ερώτημα το οποίο ανακινείται είναι η πολιτική διάσταση η οποία δίνεται σε μία περίοδο που όντως η Δικαιοσύνη ερευνά το θέμα.

Πάμε, λοιπόν, να πούμε ορισμένα πράγματα και να επαναλάβω ζητήματα τα οποία είχα πει για πρώτη φορά το 2022.

Πρώτη αλήθεια είναι ότι τότε ανελήφθη πολιτική ευθύνη. Απομακρύνθηκαν πρόσωπα, κενά στη δράση της ΕΥΠ καλύφθηκαν νομοθετικά, με δικλίδες ασφαλείας που θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά. Αυτός είναι ο σχετικός νόμος ο οποίος διέπει τη λειτουργία της ΕΥΠ, πάρτε και διαβάστε τον.

Αλήθεια δεύτερη είναι ότι επιχειρείται συστηματικά, εδώ και πολλά χρόνια, μια σύγχυση ανάμεσα σε νόμιμες επισυνδέσεις που κάνουν όλες οι εθνικές υπηρεσίες πληροφοριών και την ενδεχόμενη χρήση λογισμικών που απασχολούν ολόκληρο τον πλανήτη.

Η πρόσφατη εξέλιξη είναι αποτέλεσμα μιας απόφασης του Αρείου Πάγου που επέστρεψε την υπόθεση στην πρωτόδικη δικαιοσύνη και σήμερα έχουμε πράγματι μια απόφαση η οποία κατηγορεί τέσσερα πρόσωπα. Αλλά μου κάνει εντύπωση, ο Άρειος Πάγος, κ. Ανδρουλάκη, είναι καλός όταν καταδικάζει τη Χρυσή Αυγή και κακός όταν αποφαίνεται για τα θέματα των υποκλοπών; Έτσι αντιλαμβάνεστε εσείς τη δικαιοσύνη, ως α λα καρτ; Και, εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση αυτή ερευνάται ή όχι από τη Δικαιοσύνη;

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της με τον τρόπο τον οποίο η ίδια ξέρει. Εξάλλου, υπάρχουν ακόμα πολλά βήματα σε αυτή την υπόθεση, θα περιμένουμε να ακούσουμε την τελεσίδικη άποψή της.

Αλλά να πω και κάτι ευρύτερο, το οποίο αφορά την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, κ. Ανδρουλάκη. Το είπα και το 2022, το επαναλαμβάνω και σήμερα: ως Πρωθυπουργός, δεν πρόκειται να επιτρέψω να υπονομευθεί το έργο της ΕΥΠ. Όχι μόνο γιατί βοήθησε και βοηθά καθοριστικά σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ούτε γιατί μέρα-νύχτα συνέδραμε και συνδράμει στη διαμόρφωση της εξωτερικής και αμυντικής μας πολιτικής, όσο κυρίως γιατί ειδικά σήμερα η δράση της υπό τη νέα της δομή αποκτά κρίσιμη σημασία στο ταραγμένο περιβάλλον γύρω μας.

Και, επιτέλους, κάποιοι σε αυτή την αίθουσα πρέπει να αντιληφθούν ότι οι μυστικές μας υπηρεσίες μπορεί να έχουν πολλές επιτυχίες, οι οποίες πρέπει να μένουν κρυφές, διότι αυτή ακριβώς είναι η αποστολή τους.

Η προσφορά τους, συνεπώς, και η δράση τους είναι απαράδεκτο να ναρκοθετείται από ανεύθυνες συζητήσεις που μετατρέπονται και σε εμπόδιο για συνεργασία με άλλες συμμαχικές υπηρεσίες και ενίοτε και σε ένα αντεθνικό επιχείρημα δυνάμεων εκτός των συνόρων. Αυτό δεν θα το επιτρέψω να συνεχιστεί, και σταματώ εδώ.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επειδή ο χρόνος της πρωτολογίας πιέζει, θα ήθελα στο σημείο αυτό να κάνω μία αναφορά στο θέμα με το οποίο ξεκίνησα τη συζήτησή μου. Διότι και αυτό, εν την ευρεία έννοια, αφορά τα θέματα του κράτους δικαίου και της τοξικότητας η οποία, δυστυχώς, σήμερα περιβάλλει τον δημόσιο διάλογο σε όλες του τις εκφάνσεις. Δυστυχώς, μία τοξικότητα η οποία εκπορεύεται από συγκεκριμένα κόμματα και συγκεκριμένους αρχηγούς εντός του κοινοβουλίου.

Είναι ένας δολοφονικός «βούρκος», ο οποίος πνίγει την αξιοπρέπεια. Ξέρετε, μερικές φορές οι συμπεριφορές και οι λέξεις μπορεί να γίνονται «σφαίρες» και να δημιουργείται μία «ζούγκλα» αθλιότητας που απωθεί τον καθένα από το να ασχοληθεί με την πολιτική, που εμποδίζει όμως και την κοινή γνώμη να σκέφτεται και να κρίνει.

Πριν από δύο εβδομάδες, η εφημερίδα «Documento» δημοσίευσε αυτό το πρωτοσέλιδο: «Σοκ και δέος με Μυλωνάκη». «Φωτογραφίζεται μεγάλο κύκλωμα» σε Κύπρο και Ελλάδα που έχει ως κοινό παρονομαστή μυστική οργάνωση με την επωνυμία “Αδελφότητα Ροδόσταυρων”». Φέρεται «ο εξ απορρήτων του Πρωθυπουργού να μιλά για διάφορα ζητήματα και για το πώς θα καλυφθεί» μία υπόθεση απίστευτη με φερόμενες παιδεραστίες, με οικονομικά σκάνδαλα.

Είδα τον Γιώργο Μυλωνάκη αμέσως αφότου δημοσιεύτηκε αυτό το άρθρο. Είναι σκληρός άνθρωπος, τον ξέρω πολλά χρόνια, ποτέ δεν τον είδα τόσο ταραγμένο, να πρέπει να αποδείξει ότι όλα αυτά είναι άθλια ψέματα και συκοφαντίες. Τα κατάφερε και το απέδειξε με την ανάρτηση αυτή την οποία έκανε.

Όμως, έχετε αναλογιστεί ποτέ εσείς -και αναφέρομαι και σε συγκεκριμένους πολιτικούς αρχηγούς, που με τόση άνεση επιτίθεστε με απαράδεκτους προσωπικούς χαρακτηρισμούς- το βάρος το ψυχολογικό στο οποίο υποβάλλετε τους πολιτικούς σας αντιπάλους και τις οικογένειές τους, για να φτάσει αυτός ο άνθρωπος σήμερα να παλεύει για τη ζωή του, με αυτές τις αθλιότητες.

Ναι, κ. Φάμελλε, το ίδιο «Documento» το οποίο «πυροβολούσε» τη γυναίκα μου, με έναν και μόνο σκοπό: να διαλύσει την οικογένειά μου, για να μπορέσετε εσείς να έχετε πολιτικό όφελος. Αυτοί είστε. Πάρτε τα αυτά στα πρακτικά.

Οι ίδιες αθλιότητες με σκοπό μία παράταξη, για να χτυπηθώ εγώ προσωπικά, οι συνεργάτες μου, η οικογένειά μου, οι βουλευτές μας, όλα στον «μύλο» της πολιτικής αντιπαράθεσης, τα παιδιά μας.

Η Hannah Arendt έλεγε ότι «η ηθική εξόντωση του άλλου είναι το πρώτο βήμα προς τον φασισμό». Ας μην το ξεχνάμε αυτό ποτέ και ας δράσει, επιτέλους, αυτή η μεγάλη περιπέτεια…

16.4.2026