«Μπράβο Βαγγέλη, συγχαρητήρια… Συγχαρητήρια σε όλους – είστε υπέροχοι…
Μπράβο, μπράβο!!!»
Με ετούτα τα λόγια και τις επευφημίες, και ενώ άνοιγαν αργά και σταθερά τα φώτα της
κατάμεστης αίθουσας του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, αποχαιρέτησε το κοινό, τον
αγαπημένο μου παιδικό φίλο, Βαγγέλη Αυγουλά, μαζί με τους συμμετέχοντες του 3ου
«Διαλόγου στο Σκοτάδι», Λίνα Νικολακοπούλου και Μίλτο Πασχαλίδη. Εγώ, ακόμη
καθιστός, μαγεμένος και μελλίρρυτος, σκεφτόμουν ξανά: «Γιατί έπρεπε να ανάψουν τα
φώτα; Γιατί να μην έμεναν μόνιμα σβηστά; Ή έστω για λίγες στιγμές ακόμη; Πώς τώρα,
με τι είδους δύναμη και παρρησία, να σηκωθώ και να γκρεμίσω αυτόν τον κόσμο στον
οποίο εισήλθα – και πώς να γυρίσω πίσω στον δικό μου;»

Για την ιστορία, λοιπόν: πάει καιρός από την πρώτη φορά που ο Βαγγέλης μού είχε
προτείνει να παρευρεθώ και να παρακολουθήσω κάποια από τις δυναμικές και
ιδιαίτερες εκδηλώσεις του, όπως το «Δείπνο» και οι «Διάλογοι στο Σκοτάδι». Δυστυχώς,
ωστόσο, τόσο οι οικογενειακές όσο και οι επαγγελματικές – παράλληλα με ορισμένες,
φυσικά, καλλιτεχνικές – υποχρεώσεις δεν μου το είχαν επιτρέψει. Εκείνος, από την άλλη
πλευρά, είχε απαντήσει θετικά σε όλα μου τα καλέσματα μέχρι τώρα. Ομιλητής στις
παρουσιάσεις των βιβλίων μου, ενεργός συνεργάτης μάλιστα στο τελευταίο. Γεμάτος
ιδέες, έμπρακτη στήριξη, εύστοχες προτάσεις συνεργασίας μέσω του οργανισμού που
έχει ιδρύσει – και κατανόηση. Χθες, επιτέλους, κατάφερα, μαζί με τη σύζυγό μου
Ευδοκία, να απαντήσουμε θετικά στο πρόσφατο κάλεσμά του και να βρεθούμε στους
«Διαλόγους στο Σκοτάδι». Πήγαμε άδειοι από προσδοκίες και φύγαμε γεμάτοι από
καμάρι και γαλήνη. Όταν δε ρώτησα τη σύζυγό μου, εκείνη, εμφανώς συγκινημένη,
έψαχνε τα λόγια για να περιγράψει όλα όσα βιώσαμε αυτό το βράδυ. Μία φράση της μου
έμεινε: «Ήταν μια παύση. Μια μεγάλη παύση από τον θόρυβο της ζωής». Δεν το λέει
συχνά αυτό – γι’ αυτό και το σημείωσα. Και μάλιστα, το έκανα και υπότιτλο αυτού του
άρθρου.
Από την πλευρά μου, θέλησα να μοιραστώ ορισμένες σκέψεις παραπάνω. Οι «Διάλογοι
στο Σκοτάδι» είναι μια παρέα φίλων δημιουργών, καλλιτεχνών, δημοφιλών προσώπων
της τέχνης, που έρχονται για να κάνουν μια χαλαρή, ήρεμη κουβέντα και να
προσφέρουν τη γνώμη τους πάνω σε επίκαιρα – φλέγοντα, θα έλεγα – ερωτήματα που
θέτει ο Βαγγέλης. Ο ίδιος, με χιούμορ, ευρηματικότητα και γαργαλιστικό χειρισμό,
συντονίζει το πάνελ, ενώ ταυτόχρονα αλληλεπιδρά με το κοινό, δίνοντας χώρο σε
όποιον επιθυμεί να εκφράσει την άποψή του και να θέσει ερωτήματα στους
συμμετέχοντες. Έτσι, η διαδικασία της εκδήλωσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερο
ενδιαφέρον, καθότι μπορούν πραγματικά όλοι να συμμετέχουν – είτε με ένα σχόλιο, είτε
με μια απορία, είτε με ένα εγκώμιο, είτε και με μια διαφωνία.
Όσο γίνονταν όλα αυτά, από το πρώτο εισαγωγικό τραγούδι μέχρι και την τελευταία
ερώτηση, και καθώς έπεφτε το πυκνό σκοτάδι μέσα στην αίθουσα, συχνά συλλάμβανα
τον εαυτό μου να νιώθει ότι βρίσκεται στο κέντρο – να γίνεται, μάλιστα – το επίκεντρο
ενός γαλαξία. Σαν κάποια αόρατη και γενναία δύναμη να με εξύψωνε στο κενό του
αμφιθεάτρου και να αιωρούμαι μέσα σε αυτή την παράδοξη κατάσταση. Μικρά, πολύ
μικρά φωτάκια λαμπύριζαν στον θόλο, που θα έλεγε κανείς πως έμοιαζαν με αστέρια.
Έτσι, το σκοτάδι πάνω μου γινόταν ουρανός, τα φωτάκια τα αστέρια του, και οι φωνές
των ομιλητών αποτελούσαν τη φωνή ενός άγνωστου Θεού που ψιθύριζε γλυκά στα
αυτιά μου, συμβουλεύοντάς με στοργικά να σταματήσω για λίγο τους αέναους
υπολογισμούς και τις μέριμνες· να βγάλω το πόδι από το «γκάζι» της ταχύτητας με την
οποία διάγω τον βίο μου· να πάψω να ανησυχώ για τα παιδιά μου και τις τύχες τους
μέσα στα αδιέξοδα αυτής της χώρας. Να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο αποστρέφομαι
την αδικία που καθημερινά βιώνω ή παρατηρώ στα πεζοδρόμια της πρωτεύουσας, να
σβήσω τις εικόνες των άτυχων και απαρηγόρητων παιδιών και γονέων στα χαρακώματα
του πολέμου – στη Γάζα, στο Ιράν, στο Κίεβο – και να αφεθώ, επιτέλους, στη στιγμή.
Στον γαλαξία μου. Να κλείσω τα μάτια – ή και να τα αφήσω ανοιχτά, να αγκαλιάσουν το
σκοτάδι – για να δω, όπως και ο Βαγγέλης, τη ζωή και τον κόσμο με άλλα μάτια.
Κάποια στιγμή, ενώ ο Μίλτος Πασχαλίδης μιλούσε για τη διαδρομή του – για τα χρόνια
της δυσκολίας και την πορεία προς την καταξίωση – γύρισα το κεφάλι μου δεξιά και
αριστερά. Δεν μπορούσα να δω πραγματικά τίποτα, αλλά μπορούσα ταυτόχρονα να
νιώσω πολλά. Την ενέργεια του κόσμου. Την ανάσα του κοινού. Τον παλμό στις καρδιές
όσων συνόρευαν με τη δική μου ύπαρξη. Και εκεί μου δόθηκε ακόμη ένα αναπάντεχο
δώρο: η έννοια της ανθρώπινης, πολυπόθητης ισότητας. Ναι – το δώρο της, έστω και
στιγμιαίας, ισοπέδωσης κάθε δικής μου – παραδεχόμενης ή μη – αυταπάτης. Δεν με
ενδιέφερε πλέον ποιος βρισκόταν δίπλα μου, πίσω μου ή γύρω μου. Δεν είχα άλλωστε
εικόνα – και τίποτα δεν μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή μου σε μια άλλη,
πιθανώς αυτάρεσκη ή ανούσια σκέψη. Δίπλα μου δεν υπήρχαν πλέον διαφορετικότητες
ή κατηγορίες – διακρίσεις, σύνολα ή υποσύνολα, χρωματικοί προσδιορισμοί. Δεν
υπήρχαν «μαύροι», «κίτρινοι», «λευκοί». Δεν υπήρχαν εθνικότητες, ημεδαποί ή
αλλοδαποί. Δεν υπήρχαν παχύσαρκοι ή αδύνατοι, κοντοί ή ψηλοί, με piercing ή με
tattoo, ελκυστικοί ή όχι, όμορφοι ή άσχημοι, σύμφωνα πάντα με τα δικά μου
δυναμόμετρα αισθητικής. Δεν υπήρχε το «νορμάλ» – άλλωστε, τι είναι το «νορμάλ»;
Μέσα σε μια λιλιπούτεια στιγμή, θανατώθηκαν όλα τα μικρά και μεγάλα στερεότυπα
μέσα μου – ακόμη και εκείνα που ένας άνθρωπος θέλει να πιστεύει ότι δεν κουβαλά. Και
όπως ακριβώς λέει ένα υπέροχο τραγούδι: «Μέσα μου χόρεψαν, όλες οι απαντήσεις».
Και απέμεινε κάτι απλό και ουσιώδες: Η αγνότητα μιας ανάσας. Το γέλιο ενός μικρού
παιδιού. Η μελωδία μιας καρδιάς. Δίπλα μου, βίωσα μέχρι το βάθος της σπονδυλικής
μου στήλης μια ψυχή διψασμένη για έναν διαφορετικό κόσμο – για γνώση, αξία,
ποιότητα, συμπερίληψη και αλήθεια. Και ίσως, για πρώτη φορά, αυτό που έφτασε… μου
ήταν αρκετό.

Το ευχαριστώ μου είναι ελάχιστο. Τα θέματα, οι ερωτήσεις, οι τοποθετήσεις – όλα έδιναν
και έπαιρναν ζωή. Από την τεχνητή νοημοσύνη, το «σουξέ» μέχρι το «ρεύμα της εποχής
τίποτα». Και ύστερα, εκείνη η κοπέλα που έκλεισε τη βραδιά, μιλώντας για τον
επαναπατρισμό της από την Ουκρανία – και για τον φόβο της για το σκοτάδι, τον οποίο
τελικά ξεπέρασε εκείνη τη νύχτα. Η βραδιά έκλεισε με όλους – τον Μίλτο, τη Λίνα, τον
Βαγγέλη και ένα κατάμεστο θέατρο – να τραγουδούν, χωρίς μουσική, το «Πριν το Τέλος»
του Βασίλη. Ξέρετε ποιου Βασίλη.
Και ΄γω που ζω για πάντα εδώ
Κι όλο φεύγω το τέλος πριν να δω
Κάθε νύχτα που περνάει γυρίζω ξανά
Σκοτάδι γίνομαι και παραδίνομαι
Στον ρυθμό σου που καίει ακόμα
Αυτό το σώμα που μένει χρόνια χωρίς σκιά
Κάθε νύχτα που περνάει σαν ταινία
Κι ό, τι ζήσαμε προβάλλεται με φόντο την πλατεία
Κάθε νύχτα που περνάει πάντα εδώ
Κι όλο φεύγω πριν μείνουμε μόνοι το τέλος μη δω
Οι «Διάλογοι στο Σκοτάδι» είναι πλέον ένας θεσμός για μένα. Ένας θεσμός με θεμέλια
βαθιά και ουσιαστικά, που έθεσε ένας χαρισματικός άνθρωπος, ο Βαγγέλης Αυγουλάς.
Χθες έφυγα – ή μάλλον ξέφυγα. Και αντί να μιλήσω, αποφάσισα να ακούσω. Να
σιωπήσω, να γίνω ένα κομμάτι και να ατενίζω δίπλα από τον Βαγγέλη, το σκοτάδι και
ένα διαφορετικό κόσμο. Και παράλληλα να γίνω, έστω και για ένα δίωρο, ένας πιο
παρών, πιο ενεργός άνθρωπος. Είναι προφανές ότι κάτι γύρισε μέσα μου, όπως το
κλειδί στην πόρτα του σπιτιού. Και αυτό, από μόνο του, είναι αρκετό για να επιστρέψω.
Προτείνω λοιπόν ανενδοίαστα, να βρείτε ΟΛΟΙ χρόνο – δηλαδή να μην κάνετε αυτό
που εγώ δεν έκανα για τόσους μήνες. Να βρείτε χρόνο, να φτιάξετε χρόνο – και να
στηρίξετε αυτή την σπουδαία διαδρομή των εκδηλώσεων. Η παρουσία σας, όχι μόνο θα
βοηθήσει εσάς να δείτε τον κόσμο με ΑΛΛΑ ΜΑΤΙΑ – (Κάποιος είπε στο αμφιθέατρο «σε
ευχαριστώ που μου άνοιξες τα μάτια» και μάλιστα το φώναξε 2 φορές) αλλά θα βοηθήσει
εξίσου οικονομικά τον οργανισμό της ΑΜΚΕ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΑΤΙΑ να συνεχίσει το σπουδαίο
έργο της.
Σταμάτης Γαλάνης
29.4.2026






