Εμένα οι φίλες μου είναι μαύρα πουλιά που κάνουν κούνια στις ταράτσες μιας ετοιμόρροπης κοινωνίας… Γράφει η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Ικαρίου

Διάβαζα μανιωδώς Κατερίνα Γώγου, Τίτο Πατρίκιο και Μανώλη Αναγνωστάκη. Στη
βιβλιοθήκη του μικροαστικού μου σπιτιού τα βιβλία λογοτεχνίας και ποίησης εξοβέλιζαν
ολοένα και περισσότερο τις απολύτως αναγκαίες, τότε, ογκώδεις εγκυκλοπαίδειες.
Ως «καλή μαθήτρια» με έφεση στην έκθεση και λατρεία στην ιστορία, ο κόσμος -έλεγα-
πως απλωνόταν στα πόδια μου μπροστά. Γονείς και δάσκαλοι, φίλοι και κοινωνικός
περίγυρος, μου ανέβαζαν πολύ ψηλά τον πήχυ. Τόσο, που δεν το άντεχα. Αργότερα
διαπίστωσα πως έχτιζαν γύρω μου τον περίτεχνο ιστό της καθομολογούμενης «αποτυχίας
της αριστείας». Με την αλαζονία και τον παρορμητισμό της ηλικίας αλλά την
επαναστατικότητα που χαρακτηρίζει τα νιάτα, αρνιόμουν οποιονδήποτε συμβιβασμό, γιατί
είχα εμπιστοσύνη στο μυαλό μου.
Περίοδος Πανελληνίων Εξετάσεων και το άγχος έκανε το στομάχι μου να χορεύει τσάμικο.
Ο έρμος ο πατέρας μου, έχοντας δαπανήσει μια ζωή στην υποστήριξη όλης της λοιπής
οικογένειας, μου έβαλε -ως σκουριασμένο καρφί- την δική του ασφαλιστική δικλείδα:
«Νομική, παιδί μου; Ναι, αλλά… Δεν θα μπορέσουμε να σε υποστηρίξουμε αν περάσεις σε
άλλη πόλη…» Τα μάτια του, υγρά και ευάλωτα, μου έδωσαν να καταλάβω πως για να
εκστομίσει κάτι τέτοιο, είχε περάσει μερόνυχτα απόλυτης δυστυχίας.
Μάνα μοδίστρα, πατέρας εισπράκτορας στα λεωφορεία. Στο μικρό μας σπιτάκι,
μεγαλώσαμε τέσσερα παιδιά. Δυό αδέρφια και δύο ξαδέρφια που είχαν μείνει ορφανά.
Κανείς από τα σόγια δεν είχε πάει παραπάνω από γυμνάσιο ή λύκειο. Το Πανεπιστήμιο
φάνταζε σε όλους τότε, ως «πύλη» επτασφράγιστη.
Δήλωση στο Μηχανογραφικό με μία και μόνη σχολή: Νομική Αθήνας, τελεία και παύλα.
Όνειρο ζωής.
Περιμένοντας τα αποτελέσματα, το μπαλκόνι είχε γίνει ο κόσμος μου όλος. Με τα
ακουστικά στα αυτιά και μουσική να τεντώνει τα τύμπανα, έβλεπα συχνά-πυκνά τη μάνα
μου να γνέφει στον πατέρα μου και να του ψιθυρίζει να βρει έναν τρόπο να με βάλει
«μέσα». Φοβόταν τον πέμπτο όροφο, έτρεμε τη χλωμάδα μου και την αγωνία στα μάτια.
Άρχισαν να με περιπολούν εναλλάξ, δεν αρνήθηκαν όταν τους ανακοίνωσα πως βρήκα
εποχική δουλειά, με κατασκόπευαν επαρκώς και διαρκώς και προσπαθούσαν, με όποιον
τρόπο μπορούσαν, να μου πουν πως δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου μια αποτυχία
στις σπουδές. Θεωρώ πως όταν πέρασα στη Νομική, χάρηκαν πιο πολύ κι από όταν τους
πήγα το Πτυχίο. Δεν τους ήταν πλέον εφιάλτης το μπαλκόνι…
Τα σκέφτομαι όλα τούτα, τις μέρες αυτές της διογκωμένης ηδονοβλεψίας του πόνου και
του νεκροφιλικού κιτρινισμού. Δυό κοριτσάκια δεκαεπτάχρονα σε μια δραματική ελεύθερη
πτώση από την πραγματικότητα που στερεί στους νέους το όνειρο! Το εγκιβωτίζει σε μια
ζωή όπου η ευτυχία και η επιτυχία καταγράφονται σε λογιστικά φύλλα, τραπεζικές
καταθέσεις και σινιέ εμφανίσεις.

Δεν ήταν απλά μια βουτιά απόγνωσης. Ήταν μια δραματική κραυγή ενάντια στη βίαιη και
άθλια κούρσα ανταγωνισμού την οποία επιβάλλουμε στα παιδιά μας. Είτε για να καλύψουν
τις δικές μας παθογένειες και τις αναπόφευκτες ματαιώσεις, είτε προβάλλοντας πάνω στο
λευκό καμβά της νεανικής τους ψυχής τις δικές μας ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Λες κι είναι
τα παιδιά μας απλές προεκτάσεις της εγωκεντρικής μας ύπαρξης.
Φορτώνουμε στις μικρές τους πλάτες τα σαμάρια μιας ανάγκης κοινωνικής επιβράβευσης
που καταδυναστεύει το είναι μας κι όλο ζητά, μα ποτέ δεν χορταίνει. Αδηφάγα και σκληρή
η κοινωνική ανέλιξη, πρόκριμα ολίγων και στόχευση των πολλών. Ακρίτως και αδιακρίτως,
η νοσηρή κοινωνία μας, εξαργυρώνει το βάρος της επιτυχίας σε πολλές λίβρες σάρκας,
αίματος, φαιάς ουσίας.
Φιλοδωρήσαμεστα βλαστάρια μας έναν κόσμο απόλυτης υποτέλειας. Αδιαφορίας για το
κοινό καλό και στόχευσης στο προσωπικό όφελος. Χωρίς ιδανικά. Με πλήθος δανεικά. Με
νέα πρότυπα τις τυχάρπαστες ινφλουένσερς που πλασάρουν την εκπόρνευσή τους ως
success story. Με προγλωσσικά αντράκια που βιαιοπραγούν σε κάθε ευκαιρία και λύνουν
τις όποιες διαφορές τους ως σύγχρονοι νεάντερταλ, με μια ωμότητα που φανερώνει τη
βαθιά διάβρωση κάθε ηθικής αξίας. Με επιτυχημένους businessman που συναλλάσσονται
χωρίς καμία ηθική αναστολή. Με εκείνους που παραφουσκώνουν τα μπισκοτοεργοστάσιά
τους με ολέθριες και τραγικές παραλείψεις ασφαλείας. Με τραγουδιστάρες προγλωσσικούς
γραικύλους που άδουν την επικράτηση της διαφθοράς και της χρήσης ουσιών,
προβάλλοντας τη γυναίκα ως σκεύος ηδονής ή αποκτήματος.
Νεανική παραβατικότητα, βία στα σχολεία, σκηνές από ταινία τρόμου στις γειτονιές, παιδιά
ανερμάτιστα που πορεύονται χωρίς καμιά οικογενειακή πυξίδα. Γονείς σε καθεστώς
απόλυτης αδιαφορίας, έχοντας να διαβούν τις καθημερινές δικές τους συμπληγάδες.
Θεωρούν πως όλα βαίνουν καλώς μέχρι να «πέσουν από τα σύννεφα» της δικής τους
ελλειματικής προσοχής.
«Εμένα οι φίλες μου είναι μαύρα πουλιά/ που κάνουν κούνια στις ταράτσες των
ετοιμόρροπων σπιτιών», έγραφε η αγαπημένη της εφηβείας μου, Κατερίνα Γώγου. Με
συνθλίβει και με πονά αυτή η γοερή, ολέθρια απόδραση νέων παιδιών από τις
προδιαγεγραμμένες πορείες που τους χαράξαμε, με την αδιαφορία μας για όλα, πλην της…
έδρας μας.
Μα… δυστυχώς, θα ξεχαστεί κι αυτό. Μια άλλη τραγική είδηση θα στρέψει τα κοράκια της
ειδησεογραφικής αιμολαγνείας, σε άλλο στόχο. Όπως ξεχάστηκε η Μυρτώ της Πάρου από
τη Μυρτώ της Κεφαλονιάς, όπως οι εξαϋλωμένοι στο Μάτι αντικαταστάθηκαν από τα
αποκαίδια των φοιτητόπαιδων στα Τέμπη, όπως κάθε σκοτωμένη Γαρυφαλλιά περνά στο
χρονοντούλαπο της μικρής πικρής πατρίδας ως μια (ακόμη…) γυναικοκτονία.
Αυτό που μένει ωστόσο είναι η ντροπή. Γι αυτό που είμαστε και αυτό που δώσαμε στην
επόμενη γενιά. Θύτες μαζί και θύματα.
Όπως θα έλεγε και ο Τίτος Πατρίκιος, «δεν είναι που δεν θέλαμε, είναι που δεν μπορέσαμε
να δώσουμε ένα νόημα στα πράγματα που μας δόθηκαν…»

Πνίγομαι. Θέλω να βγω στο μπαλκόνι.

 

13.5.2026