Συνέντευξη Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στην σερβική εφημερίδα «Politika» και την δημοσιογράφο Tanja Vujic :
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Υπουργέ, πώς θα περιγράφατε την τρέχουσα μορφή της στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Ελλάδα και Σερβία δεν βρίσκονται κοντά μόνο γεωγραφικά, αλλά συμπορεύονται ιστορικά. Διατηρούμε μακροχρόνιες ιστορικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές σχέσεις, σφυρηλατημένες στο πέρασμα του χρόνου. Οι λαοί μας συνδέονται με εξαιρετικούς δεσμούς φιλίας και αλληλεγγύης. Πλέον, η διμερής κοινή μας πορεία έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα, με την Κοινή Διακήρυξη που υπεγράφη στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2019, στο πλαίσιο του 3ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας-Σερβίας.
Παράλληλα, τονίζουμε τη βούλησή μας για συνεχή καλλιέργεια και έτι περαιτέρω επέκταση και εμβάθυνση της συνεργασίας μας. Το Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας που υπογράψαμε με τον ομόλογό μου, αγαπητό φίλο Marko Đurić, τον Δεκέμβριο του 2024 στην Αθήνα, είναι ακριβώς ένδειξη αυτής της αμοιβαίας βούλησης, σε όλα τα πεδία.
Περαιτέρω, η Ελλάδα είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τη διετία 2025-2026. Η προσήλωσή μας στο Διεθνές Δίκαιο και στις θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών είναι η δική μας πυξίδα. Και με γνώμονα αυτές τις αρχές συνεργαζόμαστε με τη Σερβία.
Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι η Ελλάδα είναι ένα εκ των πέντε κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν αναγνωρίζουν τη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Υποστηρίζουμε τον διάλογο μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας, ο οποίος διεξάγεται με τη διευκόλυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πνεύμα της πάγιας ελληνικής θέσης για την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να κάνω ξεχωριστή αναφορά στο κεφάλαιο των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, για την ανάπτυξη των οποίων εργαζόμαστε. Η Ελλάδα συγχαίρει τη Σερβία για τη φιλοξενία της ιδιαίτερα σημαντικής Διεθνούς Έκθεσης EXPO 2027 που θα διεξαχθεί, για πρώτη φορά, στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, εδώ στο Βελιγράδι. Μία υποψηφιότητα, την οποία η Αθήνα στήριξε ολόθερμα και είμαστε πρόθυμοι να συνδράμουμε με όποιον τρόπο μας ζητηθεί και σας ευχόμαστε ολόθερμα καλή επιτυχία.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Ελλάδα καθιερώνεται ταχέως ως βασικός ενεργειακός κόμβος για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τα Δυτικά Βαλκάνια. Πώς θα περιγράφατε την ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας στην παρούσα φάση;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η συνεργασία Ελλάδας και Σερβίας ασφαλώς επεκτείνεται στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας. Η Ελλάδα αποτελεί την κύρια νότια ενεργειακή πύλη και κόμβο εφοδιασμού για τα Δυτικά Βαλκάνια και την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας ενέργειας των χωρών της ευρύτερης περιοχής μας, συμπεριλαμβανομένης της Σερβίας, και στη μείωση της εξάρτησης από μεμονωμένους προμηθευτές. Ο ρόλος της Σερβίας είναι εξίσου κομβικός στη διασύνδεση των ενεργειακών συστημάτων της περιοχής μας με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, στον άξονα Νότου-Βορρά.
Όσον αφορά τους περιφερειακούς διαδρόμους φυσικού αερίου, η Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης (FSRU) της Αλεξανδρούπολης, στην οποία η Σερβία έχει ήδη δεσμεύσει ποσότητες προμήθειας φυσικού αερίου, καθώς και ο Τερματικός Σταθμός Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου της Ρεβυθούσας, συμβάλλουν στη διαφοροποίηση στην παροχή του φυσικού αερίου στα Βαλκάνια. Αυτό συμβαίνει μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, ο οποίος, μέσω της κατασκευής των αγωγών Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας και Βόρειας Μακεδονίας – Σερβίας, θα επεκταθεί και προς τη Σερβία.
Οι πολιτικές ενεργειακής διαφοροποίησης της Σερβίας δίνουν την ευκαιρία να δημιουργηθεί μια σταθερή βάση για ισχυρότερη συνεργασία στον τομέα του φυσικού αερίου με την Ελλάδα, ιδίως μέσω των διασυνδέσεων φυσικού αερίου με τη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία.
Κοιτάζοντας μπροστά, η συνεργασία θα μπορούσε να επεκταθεί πέρα από το φυσικό αέριο, ώστε να συμπεριλάβει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ολοκλήρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τεχνολογίες προσανατολισμένες στο μέλλον, όπως το υδρογόνο.
Η συνεργασία των χωρών μας στον τομέα της ενέργειας, σε διμερές και περιφερειακό επίπεδο, βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της, κάτι που αποδεικνύεται και από την τετραμερή συνάντηση μεταξύ Υπουργών Ενέργειας, αξιωματούχων και διαχειριστών ενεργειακών συστημάτων από τη Σερβία, την Ελλάδα, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τα Δυτικά Βαλκάνια αποτελούν «αναπόσπαστο μέρος της περιφερειακής ταυτότητας της Ελλάδας», ενώ «η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει να προσφέρει ένα σαφές όραμα για τη διεύρυνση», όπως δηλώσατε πρόσφατα στο Delphi Forum. Θα μπορούσε αυτή η «αποτυχία» να διορθωθεί στο εγγύς μέλλον;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η Ελλάδα, όπως γνωρίζετε, πρωτοστάτησε, με την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης το 2003, στην ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως τη μόνη οδό για την εμπέδωση της σταθερότητας και την ενίσχυση της ασφάλειας στην περιοχή. Και την πολιτική αυτή επιβεβαιώσαμε πλέον πρόσφατα με τη Διακήρυξη των Δελφών, τον Απρίλιο, την οποία συνυπέγραψα με τους εταίρους μας στα Δυτικά Βαλκάνια. Θεωρούμε ότι τώρα παρουσιάζεται η πλέον κατάλληλη συγκυρία να δοθεί νέα ώθηση.
Η Ελλάδα πρωτοστατεί σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της σταθερότητας, της ευημερίας και της ειρήνης στην Ευρώπη. Πρέπει να αντιστρέψουμε την ενδεχόμενη απογοήτευση ή κόπωση εκ μέρους των Δυτικών Βαλκανίων και των πολιτών τους.
Τα Δυτικά Βαλκάνια βρίσκονται στην καρδιά της Ευρώπης και η Σερβία στο κέντρο των Δυτικών Βαλκανίων. Δεν μπορούμε να φανταστούμε μία Ευρώπη χωρίς τη Σερβία και τα Δυτικά Βαλκάνια. Πρόκειται, άλλωστε, και για ζήτημα αξιοπιστίας της Ευρώπης.
Η δική μου φιλοδοξία, ως Υπουργός Εξωτερικών, και εν όψει της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027, είναι να καλωσορίσουμε έναν ή περισσότερους εταίρους μας των Δυτικών Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Έχουμε ήδη συζητήσει με τους συναδέλφους και φίλους μου τρόπους με τους οποίους η Ελλάδα θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην ευρωπαϊκή τους πορεία – είτε σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου, είτε τη διασυνδεσιμότητα σε όλους τους τομείς – μεταφορές, ενέργεια, δεδομένα – καθώς και την καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπενθυμίζω ότι Ελλάδα και Σερβία υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 2025 Μνημόνιο Συνεργασίας για την επιτάχυνση της ενταξιακής πορείας της Σερβίας στην ΕΕ, το οποίο προβλέπει την παροχή τεχνογνωσίας από τη χώρα μας επί του ενωσιακού κεκτημένου.
Η διαδικασία που βασίζεται στην αρχή των ιδίων επιδόσεων θα συνεχιστεί. Οφείλουμε, όμως, να την προσεγγίσουμε με έναν ευρύτερο ιδεολογικό και ιστορικό τρόπο, ώστε να γίνει αντιληπτή η αξία της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρώπη. Διότι δεν πρόκειται μόνο για τη σημερινή γενιά, πρόκειται για τις μελλοντικές ευρωπαϊκές γενιές. Η Ευρώπη θα καταστεί ισχυρότερη και πιο ανθεκτική στο εξελισσόμενο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον, εάν οι γείτονές μας καταστούν πλήρη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τα Δυτικά Βαλκάνια βρίσκονται στην καρδιά της Ευρώπης, αυτή είναι η επίσημη θέση της Ελλάδας. Ποιες ευκαιρίες έχει η Σερβία, στην τρέχουσα φάση, να αρχίσει να έχει «παλμό» στην καρδιά της Ευρώπης;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η θέση της Ελλάδας είναι απολύτως σαφής. Όπως ανέφερα και παραπάνω, η ένταξη της Σερβίας, της μεγαλύτερης χώρας των Δυτικών Βαλκανίων, στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί γεωπολιτική αναγκαιότητα. Η επίσκεψή μου στο Βελιγράδι, την πρώτη χώρα που επισκέπτομαι στο πλαίσιο της περιοδείας μου στην περιοχή, μου δίδει τη δυνατότητα να εκφράσω εκ νέου την πλήρη υποστήριξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πορεία της Σερβίας.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις προσπάθειες που έχετε καταβάλει και να συμβάλλουμε έμπρακτα στην ανανεωμένη δυναμική της ενταξιακής πορείας της χώρας. Παράλληλα, καλούμε τη χώρα να πράξει ακόμα περισσότερα για την πλήρη ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, στέλνοντας όμως και ένα ισχυρότατο θετικό μήνυμα στον σερβικό λαό για το ευρωπαϊκό του όραμα. Επιταχύνοντας τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της χώρας, η Σερβία θα επιταχύνει και τις διαδικασίες που θα την φέρουν πιο κοντά στην Ευρώπη. Η Ελλάδα συμπαρίσταται στη Σερβία και στέκεται αρωγός στον αταλάντευτο βηματισμό της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η κλιμάκωση των εχθροπραξιών σε όλη τη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας για την περιφερειακή ασφάλεια. Πώς αξιολογεί η Αθήνα την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Η Ελλάδα βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και από την αρχαιότητα αποτέλεσε σημείο συνάντησης μεταξύ πολιτισμών. Είμαστε πλήρως προσηλωμένοι στην τήρηση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες και έχουμε αναπτύξει μια συνεκτική στρατηγική εξωτερικής πολιτικής, με την οικοδόμηση γεφυρών ως θεμελιώδες διπλωματικό μας σύνθημα.
Τα τελευταία χρόνια, έχουμε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την ενίσχυση των σχέσεών μας με όλες τις γειτονικές χώρες. Επιλέξαμε να οικοδομήσουμε μια δομημένη και οργανωμένη σχέση με την Τουρκία και βλέπουμε απτά αποτελέσματα. Η ίδια προσέγγιση ισχύει και για τη Λιβύη, όπου διατηρούμε μια λειτουργική σχέση και με τις δύο πλευρές της χώρας.
Στη Μέση Ανατολή, διατηρούμε μια στρατηγική σχέση με το Ισραήλ. Ταυτόχρονα, έχουμε πολύ στενούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο: η Ελλάδα δεν είναι μόνο η πύλη τους προς την Ευρώπη, αλλά – το πιο σημαντικό – ο πλέον αξιόπιστος σύμμαχός τους στην ευρύτερη περιοχή. Από την άλλη πλευρά, δεν αποφύγαμε να αναλάβουμε ευθύνες: ηγούμαστε της Επιχείρησης EUNAVFOR ASPIDES της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Έχουμε αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών προκειμένου να καταδείξουμε τη σημασία της Ελλάδας ως πολύ ειλικρινούς συνομιλητή, αλλά και ως ηγετικής δύναμης στην περιοχή. Για παράδειγμα, η πρόσφατα υιοθετηθείσα Διακήρυξη των Δελφών αντικατοπτρίζει τη δέσμευσή μας για την ευρωπαϊκή πορεία και δίνει νέα ώθηση και όραμα στους λαούς των Δυτικών Βαλκανίων. Έχουμε αναβαθμίσει την Ελλάδα σε ενεργειακό κόμβο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και επί του παρόντος εργαζόμαστε όχι μόνο για την ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, αλλά και για τη διασύνδεση του εμπορίου, των δεδομένων, των ανθρώπων, και των δικτύων επικοινωνίας.
Ως αιρετό μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σε αυτή την ταραχώδη περίοδο, πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει μια τεράστια ευκαιρία να ενισχύσει περαιτέρω το διπλωματικό της αποτύπωμα ως πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Οι αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές από τον Νότο προκαλούν εκ νέου ανησυχία στην Αθήνα. Εκτιμάτε ότι θα μπορούσε να υπάρξει ξανά ένα νέο και μαζικό μεταναστευτικό κύμα προς τη Νότια Ευρώπη στο άμεσο μέλλον;
Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ: Λόγω της θέσης της στη Μεσόγειο, στην Ελλάδα αντιστοιχεί ένα δυσανάλογο βάρος των παγκόσμιων μεταναστευτικών πιέσεων, ενώ ταυτόχρονα καλείται να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης υβριδικών απειλών που προέρχονται από δίκτυα διακίνησης ανθρώπων, οργανωμένο έγκλημα και προσπάθειες εργαλειοποίησης της μετανάστευσης για πολιτικούς σκοπούς.
Η τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή μας αποτελεί προφανώς αιτία περαιτέρω ανησυχίας όσον αφορά πιθανή αύξηση των μεταναστευτικών ροών. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η παράνομη μετανάστευση αποτελεί ευρωπαϊκή αλλά και διεθνή πρόκληση και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά στη βάση μίας μεμονωμένης χώρας.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει το ζήτημα εφαρμόζοντας μια δίκαιη μεταναστευτική πολιτική, με αυστηρή τήρηση του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου, αλλά θα πρέπει να είναι σαφές ότι μια δίκαιη μεταναστευτική πολιτική δεν σημαίνει ανοιχτά ή ανύπαρκτα σύνορα. Για τον σκοπό αυτό, η Ελλάδα εργάζεται για τη μείωση των μεταναστευτικών ροών από τη Λιβύη, ενισχύοντας τη συνεργασία και με τις δύο πλευρές της χώρας.
Περαιτέρω, η ΕΕ έχει θεσπίσει ένα Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο επιδιώκει να διαχειριστεί αποτελεσματικά την υποδοχή και τη μετεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο και προβλέπει ενισχυμένη συνεργασία με τρίτες χώρες προέλευσης, διέλευσης και φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων.
Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σε αυτό το ασταθές περιβάλλον, είναι υψίστης σημασίας να αντιμετωπιστούν οι υποκείμενες αιτίες που προκαλούν τις τρέχουσες μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη: η περιφερειακή αστάθεια και οι συνεχιζόμενες ένοπλες συγκρούσεις στην Υποσαχάρια Αφρική και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η δημιουργία μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης με τις χώρες προέλευσης αποτελεί βασική παράμετρο σε αυτό το εγχείρημα. Ταυτόχρονα, απαιτούνται παγκόσμιες προσπάθειες για την προώθηση της ειρήνης, της ασφάλειας και της οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής, της φτώχειας και της επισιτιστικής ανασφάλειας.
14.6.2026






