Δηλώσεις του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό της Πορτογαλίας Luís Montenegro:
Αγαπητέ Πρωθυπουργέ, αγαπητέ Luís, με ιδιαίτερη χαρά σε υποδέχομαι σήμερα στην Αθήνα. Και επιτρέψτε μου, πριν προχωρήσω, να εκφράσω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στον πορτογαλικό λαό για την τραγική απώλεια Πορτογάλων πολιτών και Βενεζουελάνων πορτογαλικής καταγωγής στους καταστροφικούς σεισμούς που στέρησαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους.
Μπορεί η Ελλάδα και η Πορτογαλία να βρίσκονται στα δύο άκρα της Ευρώπης, στη Μεσόγειο και στον Ατλαντικό, όμως, οι χώρες μας έχουν πολλά περισσότερα που τις ενώνουν παρά τις χωρίζουν.
Είμαστε δυο έθνη ναυτικά, με ευρεία θαλάσσια παρουσία, με μεγάλη διασπορά, με παράδοση εξωστρέφειας. Είμαστε δύο κράτη, όμως, τα οποία συνδέονται και με κάτι ακόμα πιο βαθύ: την κατοχύρωση της δημοκρατικής μας πορείας μετά την επώδυνη διπλή εμπειρία της δικτατορίας μέσω της ένταξής μας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
Ήταν μια στρατηγική επιλογή την οποία έκαναν και οι δύο χώρες μας, που κατάφερε να εδραιώσει το πολίτευμα, το κράτος δικαίου, αλλά και τη σταθερότητα.
Μια συμμετοχή που, με την ταυτόχρονη ένταξη της Ισπανίας, ενίσχυσε τη μεσογειακή διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και ανέδειξε τον ευρωπαϊκό Νότο ως έναν διακριτό πόλο, με σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών.
Και οι διμερείς μας σχέσεις, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε και σήμερα, είναι πραγματικά άριστες και υπάρχουν ακόμα σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης και των οικονομικών και των εμπορικών μας σχέσεων.
Όπως και δυνατότητες ενίσχυσης της συνεργασίας μας στην άμυνα και των συνεργειών στην αμυντική βιομηχανία, όπου η Πορτογαλία έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου.
Είναι κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και η πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Άμυνας στη Λισαβόνα και στη Μπέζα και είναι πεδία στα οποία συμφωνήσαμε να εργαστούμε, καθώς η γεωπολιτική πραγματικότητα μας αναγκάζει να χτίσουμε μια πιο ισχυρή αμυντική βάση.
Όπως έγινε, άλλωστε, σαφές και στην τελευταία Σύνοδο του ΝΑΤΟ, η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει ένα πολύ μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ως προς τη συλλογική της ασφάλεια, κάτι το οποίο σημαίνει περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη κοινή αμυντική παραγωγή, περισσότερη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Και βέβαια, όπως είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ενεργοποίηση, στην πράξη, της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής του Άρθρου 42, παρ. 7, της Συνθήκης της Ένωσης.
Με τον Luís είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και τα ζητήματα της πολιτικής προστασίας. Οι δύο χώρες μας βρίσκονται εδώ και χρόνια στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης, η οποία πια πλήττει ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνο τον ευρωπαϊκό Νότο.
Η Πορτογαλία δοκιμάστηκε και πέρυσι και σε έναν βαθμό και φέτος από μεγάλες δασικές πυρκαγιές και ακραία φαινόμενα, το βαρύ τίμημα των οποίων, δυστυχώς, οι Έλληνες γνωρίζουμε καλά.
Σήμερα, αγαπητέ Luís, είναι η πρώτη πολύ δύσκολη μέρα με τον μέγιστο δείκτη ετοιμασίας ως προς την αντιμετώπιση ενδεχόμενων δασικών πυρκαγιών και θέλω για ακόμα μία φορά, να εκφράσω τις ευχαριστίες μου για όλους όσοι βρίσκονται στο πεδίο: τους πυροσβέστες μας, τους άντρες και τις γυναίκες των Ενόπλων Δυνάμεων, τους εθελοντές μας, τα στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που κάθε καλοκαίρι δίνουν αυτόν τον πολύ δύσκολο αγώνα απέναντι στις δασικές πυρκαγιές.
Γι’ αυτό και κρίνουμε ότι στον τομέα της πολιτικής προστασίας η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη είναι τόσο σημαντική. Και η αλήθεια είναι ότι οποιαδήποτε χώρα, καμία χώρα, όσο προετοιμασμένη και να είναι, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της μία πρόκληση αυτής της κλίμακας.
Χρειάζεται, επομένως, να αναπτύξουμε από κοινού περισσότερες δυνατότητες πρόληψης, επιτήρησης, άμεσης απόκρισης. Πιστεύω πολύ στον ευρωπαϊκό μηχανισμό rescEU. Πέρυσι βρεθήκαμε να στηρίξουμε εμείς την Πορτογαλία σε πολύ δύσκολες πυρκαγιές. Αύριο μπορεί εμείς να χρειαστούμε και να ζητήσουμε τη βοήθειά σας.
Και το γεγονός ότι μπορούμε και προχωράμε, για παράδειγμα, σε κοινές παραγγελίες νέων πυροσβεστικών αεροσκαφών, είναι μία απόδειξη του πώς η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί να δουλέψει στην πράξη, στον τομέα της πολιτικής προστασίας.
Μιλήσαμε και για το μεταναστευτικό, όπου συμφωνούμε ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων πρέπει να συνδυάζεται με την καταπολέμηση των εγκληματικών δράσεων των δικτύων διακινητών, με μία αποτελεσματική πολιτική επιστροφών, αλλά και με νόμιμες οδούς που να καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες των κρατών μελών.
Θέλω με την ευκαιρία αυτή να ευχαριστήσω την Πορτογαλία για τη διαχρονική της συμβολή σε ευρωπαϊκές αποστολές προστασίας των κοινών συνόρων, καθώς και για τη συμπαράστασή σας στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια.
Έχουμε καταφέρει να μειώσουμε σημαντικά τις ροές και αυτό σε μεγάλο βαθμό χάρη στη σταθερή παρουσία της Frontex, την οποία και εσείς έχετε στελεχώσει.
Βεβαίως, μιλήσαμε και για τα κρίσιμα ζητήματα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Έχουμε, άλλωστε, μπροστά μας πολύ σημαντικές αποφάσεις και πολύ δύσκολες διαπραγματεύσεις. Ενώ βέβαια και η χώρα μας ετοιμάζεται για την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου σε λιγότερο από έναν χρόνο για την ακρίβεια.
Φυσικά, κεντρική θέση στη συζήτησή μας είχαν οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Καλείται, ταυτόχρονα, να ενισχύσει την άμυνα της, να επιταχύνει την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, να προστατεύσει τα εξωτερικά της σύνορα, αλλά βέβαια να διατηρήσει και να υπερασπιστεί την ανταγωνιστικότητά της.
Όλες αυτές οι προκλήσεις απαιτούν ανάλογη χρηματοδότηση. Και δεν μπορούμε να πορευτούμε με έναν προϋπολογισμό ο οποίος ήταν σχεδιασμένος για τις ανάγκες του χθες.
Χρειαζόμαστε μία τολμηρή προσέγγιση, αντάξια των φιλοδοξιών μας, με εργαλεία κατάλληλα για επενδύσεις σε ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά: την άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια, τις κρίσιμες υποδομές.
Η θέση μας είναι απλή: δεν μπορεί η Ευρώπη να κάνει περισσότερα με λιγότερα. Αν θέλουμε, λοιπόν, να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις, οφείλουμε να εξασφαλίσουμε και τα αναγκαία μέσα, διατηρώντας παράλληλα ισχυρούς -και νομίζω ότι σε αυτό η θέση μας είναι κοινή και αδιαπραγμάτευτη-, τους πυλώνες της Συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Ενώ και η συζήτηση για τους νέους πόρους πρέπει να προχωρήσει πια με θάρρος και με τόλμη.
Θέλω να προσθέσω εδώ κάτι: αυτή η συζήτηση συχνά επικεντρώνεται αποκλειστικά στην καθαρή συνεισφορά ορισμένων κρατών μελών. Παραγνωρίζει, όμως, αυτή η συζήτηση ότι οι οικονομίες αυτές, οι ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης, είναι οι κατ’ εξοχήν ωφελημένες οικονομίες από την ενιαία αγορά. Και είναι, επομένως, δίκαιο αυτό να αποτυπώνεται και στις αποφάσεις για τον κοινό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Συζητήσαμε, προφανώς, και για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, στην Ουκρανία. Νομίζω ότι και οι δύο ανησυχούμε πολύ για την πρόσφατη έξαρση και την επιστροφή σε ένα κλίμα πολεμικών εχθροπραξιών στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, κάτι το οποίο, δυστυχώς, φαίνεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις ως προς τις τιμές του πετρελαίου και αναπόφευκτα μπορεί να οδηγήσει σε νέες πληθωριστικές πιέσεις στις οικονομίες μας.
Είμαστε ναυτικά κράτη. Για μας η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η ασφάλεια των θαλασσών αποτελούν στρατηγικές επιλογές. Θα το ξαναπούμε: η επιβολή οποιωνδήποτε τελών διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η Ελλάδα παραμένει παρούσα και υπερασπίζεται τις αρχές αυτές και μέσω της επιχείρησης «Aspides» στην Ερυθρά Θάλασσα.
Κλείνοντας, αγαπητέ Luís, θέλω να συγχαρώ την Πορτογαλία για την εκλογή της στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ως μη μόνιμο μέλος, για τη διετία 2027-2028. Με μεγάλη χαρά να σας προσφέρουμε την όποια εμπειρία μας από τη δική μας παρουσία. Όπως ξέρετε, είμαστε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας για την περίοδο 2025-2026. Και είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσουμε αυτή τη συνεργασία για την ενίσχυση της διεθνούς νομιμότητας, αλλά και της πολυμέρειας.
Οπότε να κλείσω, καλωσορίζοντάς σε ακόμα μία φορά στην Αθήνα. Να σε ευχαριστήσω για την εξαιρετική συνεργασία. Θέλω να πω ότι με τον Luís έχουμε πραγματικά ταυτόσημες απόψεις σε πάρα πολλά θέματα και έχουμε αναπτύξει και μία πολύ καλή προσωπική φιλία, η οποία νομίζω ότι αντανακλά και τις εξαιρετικές σχέσεις μεταξύ των δύο λαών μας.
Μετά τις τοποθετήσεις τους, οι δύο ηγέτες δέχτηκαν ερωτήσεις από εκπροσώπους του Τύπου. Ακολουθούν οι απαντήσεις του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη:
Γεωργία Σκιτζή (ΕΡΤ): Αναφερθήκατε στον ρόλο του ευρωπαϊκού Νότου και οι δύο, όπως σας ακούσαμε. Θεωρείτε ότι σήμερα οι χώρες του Νότου έχουν μεγαλύτερη επιρροή στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών αποφάσεων σε σχέση με το παρελθόν;
Παράλληλα, σε ποια σημεία Ελλάδα αλλά και Πορτογαλία θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα κοινό μέτωπο στη διαπραγμάτευση γι’ αυτό που ενδιαφέρει όλες τις χώρες και δεν είναι άλλο, όπως είπατε, από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο;
Και, κ. Πρωθυπουργέ, είπατε ότι η Ευρώπη «δεν μπορεί να κάνει περισσότερα με λιγότερα». Αν όμως οι χώρες που είναι καθαροί συνεισφέροντες τελικά απορρίψουν την αύξηση του προϋπολογισμού, κ. Μητσοτάκη, είναι η χώρα μας η Ελλάδα έτοιμη να στηρίξει τον κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό στα πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως έχετε πει, για να χρηματοδοτήσει τόσο την άμυνα όσο όμως και τις νέες και οποιεσδήποτε προτεραιότητες ευρωπαϊκές; Σας ευχαριστώ.
Κυριάκος Μητσοτάκης: Καταρχάς, δεν υπάρχει καλύτερη ένδειξη του πόσο κοντά είναι οι θέσεις Ελλάδος και Πορτογαλίας και συγκεκριμένα των δύο κυβερνήσεών μας από τη μεγάλη τιμή που μου έχει κάνει δύο φορές ο Luís να μου ζητήσει να εκπροσωπήσω τη χώρα του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όταν χρειάστηκε, για λόγους ανωτέρας βίας, φυσικών καταστροφών, να μην συμμετάσχει σε συνεδριάσεις του ανώτατου ευρωπαϊκού διακυβερνητικού οργάνου.
Πράγματι, οι δύο χώρες μας είναι δύο χώρες του Νότου, είναι δύο χώρες που απέδειξαν ότι μπόρεσαν να ξεπεράσουν με αυτοπεποίθηση μία δύσκολη κρίση, δύο χώρες που πρωταγωνιστούν αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και ως προς τη δημοσιονομική πειθαρχία αλλά και ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης. Δύο χώρες οι οποίες μπορούν πια να προσέλθουν σε αυτές τις ευρωπαϊκές συζητήσεις απαλλαγμένες από «στίγματα» άλλων εποχών και χωρίς να είμαστε πια θύματα προκαταλήψεων για το πώς ο ευρωπαϊκός Βορράς ενδεχομένως να βλέπει τον ευρωπαϊκό Νότο.
Ειδικά στα θέματα τα οποία έθιξε και ο Luís, έχουμε ουσιαστικά μία ταυτόσημη προτεραιότητα: θέλουμε περισσότερους πόρους για τα ζητήματα που αφορούν την κλιματική κρίση. Όχι μόνο για την αντιμετώπιση, για το πώς θα μειώσουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αλλά και για την προσαρμογή μας σε μία κλιματική κρίση η οποία ήδη βρίσκεται εδώ.
Τα ζητήματα της πολιτικής προστασίας, η οποία λαμβάνει πολύ περισσότερους πόρους στον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι ζητήματα τα οποία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των δικών μας προτεραιοτήτων.
Ζητήματα, ας πούμε, που σχετίζονται με τη διαχείριση του νερού και το πώς αυτό επηρεάζει συνολικά την ανταγωνιστικότητα του πρωτογενούς μας τομέα. Είμαστε απολύτως ευθυγραμμισμένοι στα ζητήματα αυτά. Πώς ο τουριστικός κλάδος -είμαστε και οι δύο, θα έλεγα, «τουριστικές υπερδυνάμεις», χαίρομαι γιατί έχουμε πάρα πολλούς Έλληνες που ταξιδεύουν στην Πορτογαλία και πάρα πολλούς Πορτογάλους οι οποίοι ταξιδεύουν στην Ελλάδα- θα μπορέσει να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον το οποίο αλλάζει συνέχεια.
Και βέβαια, οι μεγάλες προκλήσεις του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου. Κανείς δεν πρόκειται να είναι απολύτως ευχαριστημένος από την κατάληξη αυτής της διαπραγμάτευσης. Όλοι θα χρειαστεί να κάνουν κάποιες υποχωρήσεις. Αυτό έγινε και το 2020, αυτό εκτιμώ ότι θα γίνει και τώρα.
Όμως υπάρχουν ορισμένες «κόκκινες γραμμές», όπως η Συνοχή και η Κοινή Αγροτική Πολιτική, που αντιμετωπίζονται πια με έναν πιο ενιαίο τρόπο. Σε αυτό είμαστε σύμφωνοι, και με τον Luís, ότι αυτή είναι μια σωστή αρχιτεκτονική.
Αλλά είναι βέβαιον ότι οι χώρες μας συνδέουν τη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια με την Κοινή Αγροτική Πολιτική και με τις πολιτικές Συνοχής. Και η Πορτογαλία έχει αξιοποιήσει αυτούς τους πόρους με έναν εξαιρετικό τρόπο, για να φτάσει πιο κοντά στην ευρωπαϊκή σύγκλιση.
Συμφωνώ απόλυτα με τον Luís, ότι θα ήταν μεγάλο λάθος να αποπληρώσουμε τώρα τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, για δύο λόγους: Πρώτον, διότι πρέπει να εξοικονομήσουμε πόρους οι οποίοι μας λείπουν από τον επόμενο προϋπολογισμό. Και δεύτερον, διότι υπάρχει μια μεγάλη ανάγκη, αν θέλουμε να ενισχύσουμε το ευρώ, να έχουμε περισσότερα ευρωπαϊκά ομόλογα, τα οποία να μπορούμε να θέσουμε στη διάθεση των διεθνών επενδυτών.
Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο η Ελλάδα θα ήταν θετική για ένα καινούργιο χρηματοδοτικό εργαλείο κοινού δανεισμού, το οποίο θα έπρεπε, όμως, να είναι μόνο εστιασμένο στην άμυνα. Διότι αλλιώς υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος να ανοίξει κανείς το κουτί της Πανδώρας και το τι μπορεί να χρηματοδοτήσει ο ευρωπαϊκός κοινός δανεισμός, ο οποίος αντιμετωπίζει και μια σειρά από νομικά εμπόδια.
Αλλά η άμυνα είναι το υπέρτατο κοινό, δημόσιο ευρωπαϊκό αγαθό. Για παράδειγμα, συνεργαζόμαστε με την Πορτογαλία για την απόκτηση νέων μεταγωγικών αεροσκαφών, στα οποία η Πορτογαλία έχει μια σημαντική προστιθέμενη αξία. Αύριο θα μπορούσε να έχει και η Ελλάδα.
Η Πορτογαλία ενδιαφέρεται να αγοράσει φρεγάτες, όπως ενδιαφερθήκαμε και εμείς. Εάν δεν αποκτήσουμε μεγαλύτερη ομοιομορφία στις αγορές μας και δεν τονώσουμε τον τομέα της αμυντικής μας βιομηχανίας, θα έχουμε χάσει μια πολύ μεγάλη ευκαιρία.
Γι’ αυτό χρειάζονται πόροι, περισσότεροι πόροι από αυτούς που οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί μπορούν να διαθέσουν.
Εμείς, αγαπητέ Luís, δαπανούμε ήδη το 3,5% του ΑΕΠ μας στην άμυνα. Αναγκαζόμαστε να το κάνουμε, όχι μόνο γιατί θέλουμε να είμαστε συνεπείς προς τις υποχρεώσεις μας στο ΝΑΤΟ, αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και γιατί έχουμε ιδιαίτερες γεωπολιτικές συγκυρίες.
Όμως, αν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες θέλουν να φτάσουν εκεί και αύριο θέλουμε να φτάσουμε στο 5%, οι πιέσεις που θα ασκηθούν στους προϋπολογισμούς μας θα είναι πολύ μεγάλες.
Γι’ αυτό και επιμένω για το ευρωπαϊκό εργαλείο χρηματοδότησης συγκεκριμένων αμυντικών πρωτοβουλιών από τις οποίες θα ωφεληθούν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες. Αν, για παράδειγμα, η Ευρώπη έχει παραπάνω μεταγωγικά αεροσκάφη, θα είμαστε όλοι ωφελημένοι.
Όπως θα είμαστε όλοι ωφελημένοι, όταν η Ευρώπη θα αποκτήσει παραπάνω πυροσβεστικά αεροσκάφη. Ελλάδα και Πορτογαλία θα είναι από τις πρώτες χώρες που θα παραλάβουν τον καινούργιο τύπο Canadair, το 515, o οποίος ήδη κατασκευάζεται αυτή τη στιγμή στον Καναδά. Θα είναι εθνικά αεροσκάφη, στη διάθεση, όμως, ευρωπαϊκών αναγκών.
Το ίδιο πιστεύω ότι πρέπει να γίνει και με αντίστοιχες πρωτοβουλίες, που θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από κοινούς ευρωπαϊκούς πόρους για την άμυνα.
Pedro Zampujo (RTP): Καλησπέρα στους δύο Πρωθυπουργούς. Μία ερώτηση και για τους δύο. Ο Πορτογάλος Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε αυτή την προσπάθεια των λαών, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια της κρίσης. Θα ήθελα να ρωτήσω τους δύο Πρωθυπουργούς αν νιώθουν ότι τα τραύματα αυτής της περιόδου έχουν ξεπεραστεί ή αν ακόμη πρέπει να καλυφθεί έδαφος για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που οι Έλληνες και οι Πορτογάλοι βίωσαν;
Κυριάκος Μητσοτάκης: Θέλω να σας ευχαριστήσω για την ερώτησή σας, η οποία πράγματι μου δίνει την ευκαιρία να κάνω μία πολύ σύντομη σύγκριση του τρόπου με τον οποίο Ελλάδα και Πορτογαλία ξεπέρασαν τη μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση, η οποία χτύπησε και τις δύο χώρες μας πριν από 15-16 χρόνια.
Η Πορτογαλία χρειάστηκε ένα μνημόνιο, ένα πρόγραμμα, για να μπορέσει να βγει από την κρίση. Η Ελλάδα χρειάστηκε τρία και η κοινωνία της υπέφερε για σχεδόν μια δεκαετία.
Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο χωρών είναι η εξής: στην Πορτογαλία οι βασικές πολιτικές δυνάμεις κατάφεραν και συνεννοήθηκαν αμέσως σχετικά με τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις τις οποίες έπρεπε να υλοποιήσουν και δεν μπήκαν στον πειρασμό να τις υπονομεύσουν, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητά τους.
Αυτό, δυστυχώς, στην πατρίδα μου δεν έγινε, αγαπητέ Luís. Και αυτός είναι ο λόγος που χρειαστήκαμε τρία προγράμματα και όχι ένα και που η Ελλάδα υστέρησε σημαντικά σε σχέση με την Πορτογαλία ως προς τη σύγκλιση με την Ευρώπη την τελευταία δεκαετία.
Ευτυχώς, τα τελευταία επτά χρόνια έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να αφήσουμε αυτές τις δύσκολες εποχές πίσω μας. Και νομίζω ότι αν κάτι μας ενώνει αυτή τη στιγμή, Ελλάδα και Πορτογαλία, είναι ότι είμαστε υπέρμαχοι της δημοσιονομικής σταθερότητας και απέναντι σε οποιαδήποτε φωνή υπόσχεται παροχές χωρίς αντίκρισμα και χωρίς να μπορούν αυτές οι παροχές να πληρωθούν από έναν προϋπολογισμό ο οποίος έχει συγκεκριμένα όρια.
Αποδείξαμε και οι δύο χώρες ότι μπορούμε να αναπτυσσόμαστε με ρυθμούς πολύ υψηλότερους του ευρωπαϊκού μέσου όρου, να μειώνουμε την ανεργία και να δημιουργούμε νέες θέσεις απασχόλησης, να είμαστε συνεπείς με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και να παράγουμε πρωτογενή πλεονάσματα και να μειώνουμε το χρέος μας ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Και, ταυτόχρονα, να έχουμε και κάποιες δυνατότητες να μπορούμε να στηρίζουμε την κοινωνία απέναντι σε εξωγενείς προκλήσεις, όπως αυτές που αντιμετωπίζουμε τώρα.
Γι’ αυτό και οι δύο χώρες είναι παράδειγμα επιτυχίας σήμερα στην Ευρώπη. Και αυτό είναι κάτι το οποίο μας δίνει, όπως είπα και πριν, μεγαλύτερη διαπραγματευτική δυνατότητα, όταν πηγαίνουμε πια στην Ευρώπη και συζητάμε για θέματα ευρύτερου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Οι χώρες αυτές ήταν οι «PIGS» πριν από 16-17 χρόνια, αλλά σήμερα είναι πρωταγωνιστές στην Ευρώπη και αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που μας κάνει όλους -κυρίως τους πολίτες μας- περήφανους, παρά τις δυσκολίες.
Είχαμε την ευκαιρία με τον Luís να συζητήσουμε πριν το πώς αντιμετωπίζουμε οι δυο κυβερνήσεις τις μεγάλες προκλήσεις από την ακρίβεια και τον πληθωρισμό, που δυστυχώς επιβαρύνονται πολύ από αυτά τα οποία γίνονται σήμερα στον Κόλπο.
Πιστεύετε ότι δεν θα θέλαμε και οι δύο να στηρίξουμε παραπάνω τους πολίτες, να κάνουμε τη ζωή τους λίγο πιο εύκολη, λίγο λιγότερο δύσκολη; Αλλά θα το κάνουμε μόνο στο μέτρο που δεν θα παραβιάζουμε τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Διότι αν επιστρέφαμε σε εποχές τις οποίες θέλουμε να αφήσουμε ανεπιστρεπτί πίσω μας, τότε οι συνέπειες γι’ αυτό το οποίο κατακτήσαμε με τόσο κόπο θα ήταν δραματικές. Είμαι σίγουρος ότι και ο Luís αλλά και εγώ αυτό είναι κάτι που δεν θα το επιτρέψουμε.
Θα ήταν πάρα πολύ εύκολο να ήμασταν σήμερα ευχάριστοι και να μοιράζαμε χρήματα. Το λέω αυτό διότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη πάλι με μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο μέχρι τις εκλογές της άνοιξης του 2027, και δυστυχώς βλέπουμε δυνάμεις να μην έχουν μάθει τίποτα από την ιστορία της Ελλάδος, το 2009, το 2010, το 2011, το 2014, το 2015.
Είναι πολύ εύκολο όταν είσαι στην αντιπολίτευση να υπόσχεσαι τα πάντα στους πάντες. Μάλλον το κάνουν, βέβαια, με τη βεβαιότητα, εκ του ασφαλούς, επειδή και οι ίδιοι ίσως ξέρουν ότι δεν θα κερδίσουν εκλογές. Με το αζημίωτο είναι, τζάμπα είναι.
Όμως, αυτή τη στιγμή οφείλουμε να κρατήσουμε σταθερό το τιμόνι. Χαίρομαι που και η Πορτογαλία κάνει αυτό το οποίο κάνει η Ελλάδα. Ξέρω, δεν είναι εύκολο αυτή τη στιγμή. Οι πολίτες έχουν δυσκολίες, τις αναγνωρίζουμε, τις καταλαβαίνουμε, προσπαθούμε πάντα να κάνουμε το καλύτερο δυνατό.
Αλλά ξέρουμε, και να καταλήξω με αυτό, ότι μόνο αυτή η πολιτική που ακολουθούμε είναι η πολιτική που τελικά εγγυάται καλύτερες μέρες και καλύτερα χρόνια και για τους Πορτογάλους και για τους Έλληνες πολίτες.
22.7.2026






