ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ «ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ» ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΑΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

Η συλλογή διηγημάτων της Ελένης Μπάλιου αποτελεί μια
μικρή ανθρωπολογία της καθημερινότητας. Έχει χιούμορ,
αυτοσαρκασμό, κοφτερή γλώσσα, τρυφερότητα και μια
κοινωνική πίκρα που δεν κατασκευάζει η ίδια η συγγραφέας,
αλλά ξεπετάγεται μέσα από το μεγεθυντικό φακό της
παρατήρησης. Οι ήρωές της δεν είναι «ήρωες» με τη συμβατική
έννοια. Είναι οι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά και πολύ
συχνά κάνουμε πως δεν βλέπουμε, ή όντως δεν βλέπουμε.
Εκείνοι που περνούν δίπλα μας χωρίς να διαθέτουν εκείνα τα
κοινωνικά γνωρίσματα που, στερεοτυπικά, θεωρούμε αρκετά
σημαντικά ώστε να απαιτήσουν την προσοχή μας.
Ο τίτλος του «Στο ύψος του δρόμου» είναι ιδιαίτερος και απηχεί
την κεντρική ιδέα του βιβλίου, μάλλον το λόγο για τον οποίο
γράφτηκαν αυτές οι μικρές ιστορίες. Εκεί λοιπόν, στο ύψος του
δρόμου, οι μεγάλες θεωρίες χάνουν την αξία τους. Η κοινωνία
παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια και η ανθρωπιά μια λέξη
που μπορούμε εύκολα να οικειοποιηθούμε. Γίνεται η γυναίκα
που μαζεύει γόπες, ο άστεγος, η ηλικιωμένη που ταΐζει
αδέσποτα, ο άνθρωπος που πενθεί, εκείνος που πεινά, κάποιος
που συμπεριφέρεται με έναν τρόπο που δεν καταλαβαίνουμε.
Γίνεται ο πραγματικός άνθρωπος, όχι αυτός που έχει φτιάξει η
προκατασκευασμένη κοινωνική μας αντίληψη.
Και εκεί αρχίζει το δύσκολο ζήτημα της ευθύνης.
Γιατί συχνά κρίνουμε εκ του ασφαλούς χωρίς καν να το

συνειδητοποιούμε. Μιλάμε για επιλογές ζωής όταν δεν έχουμε
γνωρίσει την απελπισία. Μιλάμε για σωστή διαχείριση όταν δεν
έχουμε μείνει χωρίς χρήματα. Μιλάμε για αξιοπρέπεια όταν δεν
χρειάστηκε ποτέ να επιλέξουμε ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και
την επιβίωση. Μιλάμε για ψυχραιμία όταν δεν βρεθήκαμε ποτέ
πραγματικά τρομαγμένοι και μόνοι. Μιλάμε για δύναμη όταν
δεν μας έχει ακόμη γονατίσει κάποια απώλεια.

Και τότε η εύκολη κρίση ενδύεται το μανδύα της αλαζονείας της
άγνοιας.
Δεν γνωρίζουμε, αλλά κρίνουμε. Δεν έχουμε βιωματική
εμπειρία, αλλά επεξηγούμε. Δεν πονέσαμε, αλλά κουνάμε το
δάχτυλο τι θα έπρεπε να είχε κάνει εκείνος που πόνεσε. Από το
θερμοκήπιο της δικής μας ζωής είναι εύκολο να
κατασκευάζουμε κανόνες για τις ζωές των άλλων.
Το «Κορίτσι που μάζευε γόπες» το κάνει αυτό ιδιαίτερα
αισθητό. Η Μπάλιου δεν βλέπει απλώς τη φτώχεια της άλλης
γυναίκας· αναμετριέται και με τη δική της ανάγκη να μη
φαίνεται φτωχή, εκτιθέμενη σε μια κοινωνία που έχει μάθει να
συνδέει την εμφάνιση με την αξία του ανθρώπου. Το ερώτημα
επομένως δεν είναι μόνο αν συμπονούμε τον φτωχό. Είναι αν
αντιλαμβανόμαστε και τους μηχανισμούς μέσα από τους
οποίους μαθαίνουμε να τον κοιτάζουμε, να τον
κατηγοριοποιούμε.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η ιστορία με την τυρόπιτα. Η
συγγραφέας ενοχλείται από μια συμπεριφορά που δεν
καταλαβαίνει αρχικά, βασανίζει όμως το μυαλό της στην
πορεία, μέχρι που βρίσκεται απέναντι σε μια διαπίστωση που
ίσως συνοψίζει τους ηθικούς προβληματισμούς του βιβλίου:
ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι βάρος κουβαλάει ένας άνθρωπος
που δεν συμπεριφέρεται με τον τρόπο που εσύ συμπεριφέρεσαι
ή αναγνωρίζεις.
Αυτό το «δεν μπορείς να ξέρεις» έχει για μένα ιδιαίτερη
σημασία.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να κρίνουμε οποιαδήποτε
πράξη ή ότι όλες οι συμπεριφορές δικαιολογούνται. Σημαίνει
κάτι βαθύτερο και δυσκολότερο: να αποκτήσουμε επίγνωση των
ορίων της γνώσης μας. Να αφήνουμε ένα μικρό περιθώριο
ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι
καταλαβαίνουμε για τον άλλον.

Ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ύπουλες μορφές κοινωνικού
εφησυχασμού. Όσο ορισμένα προβλήματα δεν έχουν χτυπήσει
ακόμη τη δική μας πόρτα, είναι εύκολο να τα αντιμετωπίζουμε
σαν να αφορούν έναν άλλον κόσμο που δεν συμμορφώνεται με
τα κοινωνικά πρότυπα. Η φτώχεια είναι αδιόρατη, είναι «κάπου
αλλού». Η ανεργία χτυπά εκείνον που δεν προσπάθησε αρκετά.
Η μοναξιά είναι προσωπική αδυναμία. Η αστεγία γίνεται εικόνα
στο πεζοδρόμιο. Η ψυχική εξάντληση βαφτίζεται αδυναμία ή
υπερβολή. Το γήρας είναι κάτι που αφορά τους ηλικιωμένους,
μέχρι να αρχίσει να αφορά εμάς και ούτω καθεξής.
Έτσι γεννιέται μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι επειδή δεν μας
συνέβη κάτι πολύ κακό, κατά κάποιον τρόπο είμαστε στο
απυρόβλητο ή, ακόμη χειρότερα, ότι δικαιούμαστε να
απολαμβάνουμε την ασυλία της ζωής ως απόδειξη της φυσικής
μας «ανωτερότητας», σοφίας, σύνεσης ή των προσωπικών μας
ικανοτήτων.
Όμως πολλές φορές η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που
κοιτάζει έναν άνθρωπο στον δρόμο και σε εκείνον που
βρίσκεται όντως στον δρόμο είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο
νομίζουμε. Μια ασθένεια, μια οικονομική κατάρρευση, μια
απώλεια, μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων ή απλώς μια
συγκυρία μπορούν να μετακινήσουν έναν άνθρωπο από τη θέση
του παρατηρητή ακριβώς στο ύψος του δρόμου, στη θέση των
πρωταγωνιστών των ιστοριών της συγγραφέα.
Και τότε γίνεται κάτι μαγικό ο κόσμος αλλάζει…
Όχι επειδή άλλαξαν τα γεγονότα, αλλά επειδή για πρώτη φορά
αρχίζουν να μας αφορούν προσωπικά.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ευθύνη αρχίζει πολύ πριν από την πράξη
της βοήθειας. Αρχίζει από το βλέμμα μας. Από την προσπάθεια
να μην κάνουμε την προσωπική μας ασφάλεια μέτρο της αξίας
των άλλων. Από την παραδοχή: ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε
τα πάντα για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Το βιβλίο είναι ριζοσπαστικά αυτογνωσιακό. Η Ελένη Μπάλιου
δεν παρουσιάζεται ως φορέας κάποιας αδιαμφισβήτητης ηθικής
ανωτερότητας, αλλά ως ο έτερος εαυτός μας που ενοχλείται,
φοβάται, προκαταλαμβάνεται, πανικοβάλλεται, κάνει λάθη και
μετά να επιστρέφει στη συνείδηση του. Αυτή η επιστροφή είναι
πολύ σημαντική γιατί αναδεικνύει την ανάγκη της συνείδησης
να δίνει καθημερινά τη μάχη της, επειδή τίποτε δεν κατακτιέται
εφάπαξ.
Αυτή η σκέψη βρίσκεται πολύ κοντά και στη δική μου αντίληψη
για την ανθρώπινη ευθύνη. Η καθαρή συνείδηση δεν είναι
τίτλος που αποκτά κάποιος και τον κουβαλάει εφ’ όρου ζωής,
ως ηθικό πιστοποιητικό φρονημάτων. Δεν υπάρχει στιγμή κατά
την οποία μπορούμε να πούμε ότι τελειώσαμε με τις
προκαταλήψεις μας, με την αλαζονεία μας, με την τάση μας να
βολευόμαστε μέσα στις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές μας. Η
άσκηση της συνείδησης είναι μια αδιάκοπη διεργασία εξέλιξης
της ανθρωπιάς μας.
Η συνείδηση χρειάζεται άσκηση ακριβώς επειδή ο
εφησυχασμός είναι εύκολος.
Εύκολο είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο επειδή δεν
δοκιμαστήκαμε να πληρώσουμε το κόστος της δικαιοσύνης.
Ανθρωπιστή επειδή οι άνθρωποι που υπερασπιζόμαστε
βρίσκονται σε ασφαλή απόσταση από εμάς. Αλληλέγγυο επειδή
η αλληλεγγύη δεν απαίτησε ακόμη να παραχωρήσουμε ή να
μοιραστούμε κάτι από τα δικά μας κεκτημένα. Ανεκτικό επειδή
η διαφορετικότητα δεν εισέβαλε ποτέ στον δικό μας προσωπικό
χώρο και τον αναστάτωσε.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν βιώνουμε το κόστος να
υπηρετούμε τις αξίες μας.
Όταν ο άλλος δεν είναι εύκολος. Όταν μας καθυστερεί. Όταν
μας ενοχλεί. Όταν μυρίζει άσχημα. Όταν μιλά παράξενα. Όταν
ζητά περισσότερο απ’ όσα έχουμε διάθεση να δώσουμε. Όταν
δεν μας ευχαριστεί. Όταν δεν χωρά στον καθρέφτη του «άξιου»

ανθρώπου που έχουμε κατασκευάσει, για να κοιταζόμαστε μέσα
του και να αισθανόμαστε ικανοί.
Εκεί ακριβώς αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η ηθική.
Όχι στην αγάπη προς έναν αφηρημένο «συνάνθρωπο», αλλά
στην προσπάθεια να μην αφαιρέσουμε την ανθρώπινη
υπόσταση από εκείνον που δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε.
Το δύσκολο δεν είναι να πιστεύουμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν
αξιοπρέπεια. Το δύσκολο είναι να συνεχίζουμε να βλέπουμε
αυτή την αξιοπρέπεια τη στιγμή ακριβώς που ο άλλος δοκιμάζει
τα όριά μας.
Το «Εγώ κι ο φίλος μου» μας μεταφέρει αυτή την αίσθηση
σχεδόν στο κορμί μας. Η πείνα, η βροχή, το κρύο, η αναζήτηση
φαγητού και η καχυποψία απέναντι στους ανθρώπους από έναν
αδέσποτο σκύλο, που κοιτάζει τα τραπέζια, περιμένει αποφάγια,
διώχνεται και φοβάται μήπως κάποιος τον πιάσει και του βάλει
λουρί. Ο «φίλος» του είναι ένας άστεγος άνθρωπος. Ο άστεγος
φροντίζει τον σκύλο όσο μπορεί και ο σκύλος επιστρέφει σ’
εκείνον όταν βρίσκει φαγητό ή όταν θέλει να ζεσταθεί κάτω από
την κουβέρτα του. Μια ιστορία για δύο περιθωριοποιημένα
πλάσματα που, μέσα στην εγκατάλειψη, είχαν δημιουργήσει μια
μικρή κοινότητα δύο υπάρξεων. Η κοινωνία τους βλέπει ως
«αδέσποτο» και «άστεγο». Ο ένας όμως για τον άλλον δεν είναι
κατηγορία. Είναι φίλος.
Και εδώ βρίσκεται, νομίζω, το ηθικό απόσταγμα της ιστορίας: η
αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν αρχίζει όταν γίνεται αποδεκτός
από τα δικά μας αισθητικά ή κοινωνικά μέτρα. Προϋπάρχει της
δικής μας αποδοχής.
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου να μην είναι
απλώς αν είμαστε συμπονετικοί.
Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να εγκαταλείψουμε τη
βεβαιότητα ότι τα ξέρουμε όλα.

Αν μπορούμε να αντισταθούμε στην ευκολία με την οποία
εξηγούμε τη δυστυχία των άλλων. Αν καταλαβαίνουμε ότι η
τύχη, οι κοινωνικές συνθήκες, η οικογένεια στην οποία
γεννηθήκαμε, οι ευκαιρίες που μας δόθηκαν ή δεν μας δόθηκαν,
ακόμη και οι άνθρωποι που βρέθηκαν τυχαία στον δρόμο μας,
έχουν παίξει μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μας απ’ όσο συχνά
θέλουμε να παραδεχτούμε.
Γιατί η αλαζονεία αρχίζει συχνά τη στιγμή που μετατρέπουμε
την καλή μας τύχη σε προσωπική αρετή και τη δυστυχία του
άλλου σε προσωπικό του ελάττωμα.
Και τότε το «ύψος του δρόμου» αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Γιατί μας καλεί να κατέβουμε από το ύψος της κρίσης στο ύψος
του ανθρώπου.
Εκεί όπου κανείς δεν είναι απλώς «ο άστεγος», «η φτωχή», «η
παράξενη», «η γριά», «ο μετανάστης», «ο αποτυχημένος». Είναι
ένας άνθρωπος με μια διαδρομή που δεν γνωρίζουμε ολόκληρη.
Αυτό δεν μας απαλλάσσει από την κρίση. Μας φορτώνει όμως
με κάτι πολύ πιο απαιτητικό: την ευθύνη να κρίνουμε
γνωρίζοντας ότι δεν γνωρίζουμε τα πάντα.
Πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο από ψηλά,
χρειάζεται να μάθουμε να τον κοιτάζουμε από το ύψος του
δρόμου. Και ίσως, ακόμη περισσότερο, να κατεβούμε κι εμείς
εκεί.
Γιατί η ανθρωπιά μας δεν κρίνεται από όσα πιστεύουμε για τους
άλλους όταν είμαστε ασφαλείς.
Κρίνεται όταν οι άλλοι, με όλο το βάρος της πραγματικής τους
διαδρομής, έρχονται και μας χτυπούν την πόρτα.
Η Ελένη Μπάλιου έχει μια σπάνια δεξιότητα να πλησιάζει τα
δύσκολα χωρίς να τα εξωραΐζει και χωρίς να αποστρέφει το
βλέμμα. Γράφει για όσα πολλοί αποφεύγουν, όχι επειδή δεν τα
βλέπουν, αλλά επειδή δεν έχουν πάντοτε το σθένος να τα πουν.

Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν το κάνει από ασφαλή
απόσταση. Εκθέτει και τον εαυτό της. Παραδέχεται την
ενόχληση, την προκατάληψη, τον φόβο, την αμηχανία, τις
στιγμές όπου και η ίδια δεν στάθηκε στο ύψος των αξιών που θα
ήθελε να υπηρετεί. Δεν φοβάται μήπως κριθεί μέσα από όσα
ομολογεί. Αντίθετα, μοιάζει να γνωρίζει ότι η αυθεντική γραφή
αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ο συγγραφέας παύει να προστατεύει
την δημόσια εικόνα του. Και ακριβώς αυτή η αυτοέκθεση
προσδίδει στη γραφή της μια σπάνια εντιμότητα. Γιατί όταν ο
συγγραφέας τολμά να εκθέσει και τη δική του ανθρώπινη
αδυναμία, παύει να δείχνει με το δάχτυλο τον αναγνώστη. Τον
πιάνει από το χέρι και στέκεται δίπλα του. Και τότε η
προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε μοίρασμα, σε
εξομολόγηση, σε κάθαρση, σε βαθιά κατανόηση και τελικά σε
ένα βήμα παρακάτω.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

12.10.2026