Κατσαρίδα στην κουζίνα
Σφύριζα αμέριμνος τον Εθνικό Ύμνο του Λουξεμβούργου, όταν ένιωσα μια σκοτεινή παρουσία μέσα στο σπίτι.
Σηκώνομαι, μου βγάζω το ένα crocs για όπλο και κουτσαίνοντας πήγα στην κουζίνα. Δεν είχα ξαναδει ποτέ κάτι τέτοιο!
Μια γιγαντιαία κατσαρίδα, επτά τετραγωνικών τόνων επί τρία στρέματα συν φτερά που όμως δεν μπορούσε να ανοίξει γιατί δεν της έφτανε ο χώρος. Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε κατάματα.
Δεν πρόλαβα να χάσω την ψυχραιμία μου, λιποθύμησα ακαριαία κι έπεσα με τα μούτρα στα πλακάκια. A FEW MOMENTS LATER Τρεις ώρες μετά, κάπως συνήλθα μα πόναγε η μύτη μου κι ένιωθα βρεγμένο το φρεσκοφορεμένο μποξεράκι μου, μαύρο με κόκκινο λάστιχο.
Κοιμόμουν, όνειρο ήταν σκέφτηκα. Σηκώνομαι, αλλά η κατσαρίδα εκεί, με χάζευε ενώ είχε ανοίξει το ψυγείο και μασούλαγε με ανοικτό το στόμα -πω πω αηδία- σολωμούς, πανσέτες, λευκές τρούφες και σοκολατάκια από το Αριστοκρατικόν.
Δεν κατάφερα να λιποθυμήσω πάλι κι έτσι έτρεξα να πάρω το άοσμο μπαϊγκόν για κατσαρίδες και εργάτριες μέλισσες. Άδειασα πάνω της το μισό μπουκάλι. Εκείνη μου γύρισε και την άλλη πλευρά να ψεκάσω. Ήθελε και από εκεί. Της είχε φανεί το κατσαριδοκτόνο σαν ενυδατικό σπρέι και απολάμβανε που τη φρόντιζα. Θεέ μου!
Την τάιζα, τη δρόσιζα, την έκανα να γελάει μαζί μου, με είχε δει και με το μποξεράκι, απελπίστηκα πως δεν θα φύγει ποτέ από εδώ.
Η ΦΩΤΙΑ
Ευτυχώς εκείνη την ημέρα είχα κατεβάσει από το πατάρι τα όπλα μου από τον Πόλεμο του Κόλπου. Ζώστηκα το φλογοβόλο και της έριξα -δίχως δισταγμό- κατάματα. Ούτε τα ματοτσίναρά της δεν κάηκαν, ωστόσο άνοιξε το παράθυρο, άρπαξε το ψυγείο μου και πέταξε μακριά. Λίγο μετά κατάλαβα πως καιγόταν η κουζίνα, το χωλ, το σπίτι ολόκληρο ενώ οι φλόγες άγγιζαν κι εμένα τώρα.
Μα εγώ δεν είμαι ο Άγιος Φλωριανός που αψηφούσε τη φωτιά. Στην αρχή δεν αντιλήφθηκα πως είχα τυλιχτεί και ο ίδιος στις φλόγες γιατί το σπίτι είναι τόσο ζεστό που δεν μου φάνηκε αμέσως η διαφορά. Εκεί πια, που καιγόμουν αβοήθητος, κλαίγοντας, άκουσα μια φωνή.
Σαν από Μηχανής Θεός, ένας ωραίος, παχουλός, κατακόκκινος πυροσβέστης είχε ανέβει με σκάλα για να με απεγκλωβίσει! Θα τους ειδοποίησε η κατσαρίδα. Όταν με κοίταξε προσεκτικά, μου είπε «λυπάμαι, αλλά η σκάλα δεν αντέχει το βάρος σας» και εξαφανίστηκε όπως ακριβώς εμφανίστηκε, ξαφνικά, μέσα στους καπνούς.
Σήμερα δεν έχω πολύ καλή διάθεση.
Γράφει ο Μιχάλης Αντωνόπουλος /Εκπαιδευτικός, Εκδότης, Γραφίστας, Δημοσιογράφος (μέλος της ΕΔΙΠΤ)






