ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΕΥ» ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

Η μελέτη της Χριστίνας Γιαννακάκη «Για μια χούφτα ΕΥ στον κήπο του Οδυσσέα
Ελύτη» έχει μια αρετή που γίνεται αντιληπτή ήδη από τον τρόπο με τον οποίο
προσεγγίζει τον Κήπο με τις Αυταπάτες: δεν διαβάζει τον Ελύτη ως ποιητή ενός
ωραίου ελληνικού τοπίου ούτε περιορίζει το έργο του στην αισθητική απόλαυση.
Αναζητεί πίσω από τις εικόνες, τις αναλογίες, τις λέξεις και τις αισθήσεις μια πρόταση
για τον άνθρωπο και για τον τρόπο που αυτός μπορεί να υπάρξει μέσα στον κόσμο.
Ο «κήπος» δεν είναι απλώς ένας κήπος. Η Γιαννακάκη τον αντιλαμβάνεται ως τόπο
καλλιέργειας του ανθρώπου, φτάνοντας μέχρι την υπόθεση ότι μπορεί να παραπέμπει
σε έναν αυτάρκη και αυτόνομο νου, έναν εσωτερικό χώρο όπου η γνώση, η εμπειρία
και η αντίληψη αποκτούν διαφορετικές εκφράσεις.
Η ανάγνωση αυτή είναι πολύ γόνιμη, ακριβώς επειδή απελευθερώνει την έννοια του
«κηπεύειν» από τη στενή φυσική της σημασία. Ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται ένας τόπος
που καλλιεργείται.
Βέβαια η καλλιέργεια δεν είναι ποτέ αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση. Ο άνθρωπος
δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από τη σχέση του με τον εαυτό του. Διαμορφώνεται
μέσα σε οικογένειες, κοινωνίες, θεσμούς, οικονομικές πραγματικότητες, πολιτισμούς,
σχέσεις εξουσίας. Επομένως ο εσωτερικός «κήπος» δεν είναι ποτέ κλειστός. Δέχεται
συνεχώς σπόρους από τον εξωτερικό κόσμο.
Εδώ ακριβώς οι «αυταπάτες» αποκτούν ακόμη βαθύτερη σημασία. Δεν είναι μόνο
προσωπικές ψευδαισθήσεις. Είναι και κοινωνικά κατασκευασμένες βεβαιότητες.
Ιδέες που κληρονομούμε και συχνά δεν εξετάζουμε. Αντιλήψεις για την επιτυχία, την
πρόοδο, την εξουσία, τον ανταγωνισμό, ακόμη και για την ίδια την ευτυχία, που
ενδέχεται να έχουν προηγηθεί της δικής μας συνειδητής επιλογής.
Η συγγραφέας ανοίγει λοιπόν έναν σημαντικό δρόμο σκέψης όταν συνδέει τον κήπο
με την καλλιέργεια. Ποιος όμως καλλιεργεί αυτό τον κήπο; Μόνον εμείς; Ή μας
καλλιεργεί συγχρόνως και ο κόσμος μέσα στον οποίο μεγαλώνουμε;
Αυτά τα ερωτήματα είναι κρίσιμα γιατί αλλάζουν και την έννοια της ελευθερίας. Η
ελευθερία δεν είναι απλώς επιλογή. Προϋποθέτει τη δυνατότητα να
αντιλαμβανόμαστε και τους παράγοντες που έχουν επηρεάσει τις επιλογές μας.
Σε αυτό το σημείο συναντάμε και μια δεύτερη σημαντική ιδέα της μελέτης: η ποίηση
δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο. Μπορεί να συμμετέχει και στην αλλαγή του.
Η Γιαννακάκη αναζητεί στα Ανοιχτά Χαρτιά και στο Εν Λευκώ έναν Ελύτη που
αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα ως μοίρα. Η ποίηση δεν γίνεται
μοιρολόι. Η φαντασία επιτρέπει να δούμε διαφορετικά τα ίδια υλικά της
πραγματικότητας. Παράδεισος και Κόλαση, στη χαρακτηριστική ελυτική εικόνα που
αξιοποιεί η μελέτη, μπορεί να αποτελούνται από τα ίδια υλικά· αυτό που
διαφοροποιείται είναι μόνο η διάταξή τους.

Εδώ χρειάζεται πολιτική ανάγνωση. Ο κόσμος δεν χρειάζεται πάντοτε να γκρεμιστεί
για να αλλάξει. Μπορεί να χρειάζεται να αναδιαταχθεί. Να αλλάξουν οι σχέσεις
ανάμεσα στα μέρη του. Να αλλάξει αυτό που θεωρούμε σημαντικό. Να αλλάξει η
θέση που αποδίδουμε στον άνθρωπο, στη φύση, στην εργασία, στην κοινότητα, στην
εξουσία.
Η αλλαγή της αντίληψης είναι αναγκαία. Δεν είναι όμως επαρκής. Η συνείδηση
μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, αλλά για να
αλλάξουν πραγματικά οι κοινωνικές συνθήκες χρειάζονται θεσμοί, νέες σχέσεις και
νέες μορφές οργάνωσης. Η ποίηση μπορεί να δημιουργήσει τη δυνατότητα της
αλλαγής. Δεν μπορεί να την ολοκληρώσει όμως από μόνη της.
Γι’ αυτό θα έλεγα ότι ο ποιητικός λόγος προηγείται συχνά μιας μεταβολής, επειδή
καθιστά πρώτα νοητό αυτό που μέχρι τότε θεωρούσαμε αδύνατο. Αλλά η ηθική
δοκιμασία αρχίζει μετά τις λέξεις. Αρχίζει όταν αυτό που αντιληφθήκαμε διαφορετικά
πρέπει να το ζήσουμε και διαφορετικά. Έτσι, το «κηπεύειν» γίνεται πράξη
ελευθερίας, αλλά και πράξη ευθύνης.
Η ίδια λογική επανέρχεται στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Η Γιαννακάκη
κατανοεί ότι η φύση στον Ελύτη δεν λειτουργεί απλά ως σκηνικό. Η θεωρία των
αναλογιών επιτρέπει να διαβάσουμε τον φυσικό και τον ανθρώπινο κόσμο ως δύο
πραγματικότητες που συνομιλούν. Ο ήλιος, το φως, η θάλασσα, το φυτό, το σώμα και
οι αισθήσεις δεν βρίσκονται έξω από τον άνθρωπο. Έχουν αντιστοιχίες στον
εσωτερικό του κόσμο.
Σε αυτό το σημείο η μελέτη αγγίζει κάτι που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό: ο
άνθρωπος δεν γνωρίζει τη φύση μόνο ως εξωτερικός θεατής. Τη γνωρίζει επειδή
συμμετέχει σε αυτήν. Αυτό όμως μας οδηγεί ακόμη πιο μακριά από τη σχέση της
ποίησης με το φυσικό περιβάλλον. Μας οδηγεί σε μια διαφορετική ανθρωπολογία.
Εάν ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και όχι κυρίαρχός της, τότε αλλάζει ριζικά και
η έννοια της ανάπτυξης. Η φύση δεν μπορεί πλέον να είναι απλώς απόθεμα πόρων.
Το δέντρο δεν υπάρχει επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η θάλασσα δεν υπάρχει
επειδή μπορεί να αξιοποιηθεί. Και κατ’ αναλογίαν, ούτε ο άνθρωπος πρέπει να
αποτιμάται μόνο από την παραγωγικότητα ή τη χρησιμότητά του.
Κι εδώ βλέπω μια σύνδεση που η μελέτη υπονοεί: Η εργαλειακή σχέση με τη φύση
και η εργαλειακή σχέση με τον άνθρωπο έχουν κοινή ρίζα: την πεποίθηση ότι η αξία
ενός όντος εξαρτάται από το τι μπορεί να μας αποδώσει. Γι’ αυτό το οικολογικό
πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι πρόβλημα αντίληψης του κόσμου.
Και κατά συνέπεια πρόβλημα πολιτικό. Η Γιαννακάκη προσεγγίζει αυτή τη σκέψη
όταν παρουσιάζει τη φύση ως πηγή σωφροσύνης και μέτρου.
Το ίδιο ισχύει και για τις αισθήσεις. Η Γιαννακάκη δίνει στις αισθήσεις κεντρικό
ρόλο. Ο άνθρωπος γνωρίζει όχι μόνο λογικά αλλά και με ολόκληρο τον εαυτό του:
βλέπει, ακούει, αγγίζει, θυμάται, συγκινείται, φαντάζεται. Η θέση αυτή είναι
πολύτιμη, επειδή αντιστέκεται στην ακρωτηριασμένη εικόνα του ανθρώπου ως
αποκλειστικά ορθολογικού όντος. Διότι οι αισθήσεις μας δεν είναι ποτέ εντελώς
αδιαμεσολάβητες. Βλέπουμε μέσα από αυτά που έχουμε μάθει. Ακούμε μέσα από τις

εμπειρίες μας. Φοβόμαστε μέσα από τις μνήμες μας. Επιθυμούμε μέσα σε κοινωνίες
που παράγουν συνεχώς νέες επιθυμίες.
Εκεί θα τοποθετούσα την αυτογνωσία. Δεν είναι η αναζήτηση κάποιου απόλυτα
αυθεντικού εσωτερικού εαυτού, ανέγγιχτου από τον κόσμο. Είναι η προσπάθεια να
διακρίνουμε, όσο μπορούμε, τι μέσα μας προέρχεται από επιλογή, τι από εμπειρία, τι
από φόβο, τι από εκπαίδευση και τι από κοινωνική κατασκευή. Γι’ αυτό η ελευθερία
δεν αρχίζει απλώς από το δικαίωμα να επιλέγουμε. Αρχίζει από την ικανότητα να
κατανοούμε τι μας κάνει να επιλέγουμε.
Αυτό μας οδηγεί φυσικά στη γλώσσα. Η Γιαννακάκη θεωρεί τη γλώσσα δύναμη
ενεργοποίησης της συνείδησης και βλέπει στον ποιητικό λόγο μια ανθρωπιστική
λειτουργία που μπορεί να πλησιάσει ακόμη και τη Δικαιοσύνη. Εδώ βρίσκω ένα από
τα ισχυρότερα σημεία της μελέτης. Οι λέξεις δεν είναι αθώες. Με τις λέξεις
αποφασίζουμε, συχνά πριν ακόμη το συνειδητοποιήσουμε, ποιος ανήκει και ποιος
περισσεύει. Ποιος είναι πολίτης και ποιος «ξένος». Ποιος είναι άνθρωπος και ποιος
μετατρέπεται σε αριθμό. Ποιος αξίζει να ακουστεί και ποιος μπορεί να παραμείνει
αόρατος. Η γλώσσα μπορεί να ανοίγει κόσμο αλλά μπορεί και να τον στενεύει.
Μπορεί να απελευθερώνει, αλλά μπορεί και να νομιμοποιεί την εξουσία.
Η γλώσσα σύμφωνα με τη Γιαννακάκη είναι πράξη. Οι λέξεις μπορούν να
αφυπνίσουν, αλλά ανάμεσα στην αφύπνιση και στη δικαιοσύνη υπάρχει απόσταση. Η
απόσταση αυτή λέγεται ευθύνη. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η κοινωνική πράξη.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η επιλογή της Γιαννακάκη να διαβάσει τις επτά
ενότητες του Κήπου ως διαδοχικά στάδια της ανθρώπινης καλλιέργειας. Οι επτά
αυτές ενότητες μπορούν πράγματι να διαβαστούν ως επτά διαφορετικές όψεις μιας
πορείας.


Ενδεικτικά:
Στο «Κατά το στρείδι και το μαργαριτάρι του» αναγνωρίζουμε τη δύναμη του
περιβάλλοντος πάνω στον άνθρωπο. Το στρείδι μετασχηματίζει αυτό που εισέρχεται
μέσα του. Η εικόνα είναι γοητευτική, αλλά χρειάζεται προσοχή για να μη μετατραπεί
σε μια εύκολη θεωρία ατομικής ανθεκτικότητας. Δεν γίνονται όλα τα τραύματα
μαργαριτάρια. Δεν μπορούν όλες οι δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες να ξεπεραστούν
με δύναμη χαρακτήρα. Ο άνθρωπος έχει ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο
επεξεργάζεται την εμπειρία του, αλλά η κοινωνία έχει επίσης ευθύνη για τις συνθήκες
μέσα στις οποίες του ζητά να ζήσει.
Στο «Ει μη εν είη» η Γιαννακάκη αναγνωρίζει τη δύναμη της σύνθεσης: το
συνδυασμένο αποτέλεσμα μπορεί να υπερβαίνει τα μεμονωμένα στοιχεία. Εδώ η
ανάγνωσή της πλησιάζει ιδιαίτερα τη δική μου σκέψη για τη συλλογικότητα. Βέβαια
η συλλογικότητα αρχίζει όταν η σχέση ανάμεσα στα μέρη δεν τα ακυρώνει. Όταν το
άτομο δεν χάνεται μέσα στο σύνολο αλλά αποκτά μέσα σε αυτό χώρο, φωνή και
ευθύνη. Η συλλογικότητα δεν ζητά ομοιομορφία. Χρειάζεται αμοιβαιότητα.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό στους «Βηματισμούς à la Tchaikovsky», όπου η
Γιαννακάκη διαβάζει την πολυμορφία ως δρόμο προς μια βαθύτερη ενότητα.

Στο «Lumini και Sombri» η εικόνα του σκάφους, του καπετάνιου και του
πληρώματος οδηγεί στην ανθρώπινη ευθύνη. Η μεταφορά είναι εξαιρετική, ακριβώς
επειδή περιορίζει την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας. Ο καπετάνιος δεν ελέγχει τον
άνεμο. Δεν ελέγχει τη θάλασσα. Ελέγχει όμως, μέχρι ενός σημείου, το πώς θα
κυβερνήσει. Αλλά υπάρχει και μια άλλη λεπτομέρεια που θεωρώ κρίσιμη: στο
σκάφος υπάρχει και πλήρωμα. Άρα η ευθύνη δεν είναι μόνο ατομική. Το ταξίδι είναι
κοινό. Και αν είναι κοινό το ταξίδι, πρέπει να γίνει κοινή και η ευθύνη για τον
προσανατολισμό του.


Τέλος, στα «Παντοτινά περασμένα» η μνήμη γίνεται αποθήκη εμπειρίας και βάση για
τις αποφάσεις του μέλλοντος. Βέβαια η μνήμη δεν είναι πάντοτε σοφή. Μπορεί να
διατηρεί γνώση. Μπορεί όμως να συντηρεί φόβους, προκαταλήψεις, παλιές
εχθρότητες και ιστορικά τραύματα. Η μνήμη χρειάζεται κρίση. Δεν αρκεί να
θυμόμαστε. Χρειάζεται να γνωρίζουμε τι κάνουμε με αυτό που θυμόμαστε.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσιαστικότερη συνομιλία μου με τη Γιαννακάκη.
Η μελέτη της καταλήγει σε μια ισχυρή υπεράσπιση της προσωπικής ελευθερίας, της
εσωτερικής καλλιέργειας και της αντίστασης στις μορφές εξάρτησης. Βέβαια η
ελευθερία που ολοκληρώνεται μόνο μέσα στο άτομο κινδυνεύει να παραμείνει
ιδιωτική. Η αυτογνωσία που δεν αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με
τους άλλους μπορεί να γίνει μια ακόμη μορφή προσωπικής τελειοποίησης. Και η
προσωπική καλλιέργεια που δεν αγγίζει τις σχέσεις εξουσίας, τους θεσμούς και τον
τρόπο που μοιραζόμαστε τον κόσμο παραμένει ανολοκλήρωτη. Η ανθρώπινη
ωρίμανση έχει ένα αναπόφευκτο δεύτερο στάδιο. Από το «εγώ» πρέπει να περάσει
στο «εμείς». Όχι όμως σε ένα «εμείς» που συνθλίβει το πρόσωπο. Σε ένα «εμείς» που
το προστατεύει. Εκεί συναντώνται η ελευθερία και η συλλογικότητα. Η προσωπική
ελευθερία αποκτά ηθικό νόημα όταν αναγνωρίζει την ελευθερία του άλλου. Η γνώση
αποκτά κοινωνικό νόημα όταν γίνεται κρίση και ευθύνη. Η δύναμη αποκτά
ανθρώπινο νόημα όταν παύει να σημαίνει κυριαρχία. Η διαφορετικότητα αποκτά
πολιτικό νόημα όταν δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να υπάρξει ενότητα. Και η
σχέση με τη φύση αποκτά πραγματικό βάθος όταν παύσουμε να θεωρούμε ότι ο
κόσμος μας ανήκει.
Ο κήπος του Ελύτη λοιπόν όπως τον αναλύει η Χριστίνα Γιαννακάκη, μπορεί να μας
οδηγήσει σε μια ακόμη ερώτηση που ίσως βρίσκεται πέρα από τα όρια της ίδιας της
μελέτης: Δεν είναι μόνο τι καλλιεργούμε μέσα μας. Είναι τι είδους κόσμο παράγει
αυτό που καλλιεργούμε. Γιατί ο άνθρωπος δεν καλλιεργείται μόνο για να γίνει
καλύτερος άνθρωπος. Καλλιεργείται για να μπορεί να συνυπάρξει καλύτερα.
Και ίσως εκεί να κρίνεται τελικά και το «ΕΥ»: όχι μόνο στο πώς ζει ο καθένας, αλλά
στο αν μπορεί το δικό του ευ ζην να χωρέσει μέσα σε έναν κόσμο όπου δικαιούνται
να ζουν και οι άλλοι.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

19.10.2026