Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη κ’ κινηματογραφιστή Μενέλαο Κυρλίδη με αφορμή την πρώτη προβολή της ταινίας-ντοκιμαντέρ «Ένα παιδί μετράει τα πλάνα»

Προ ημερών, βρέθηκα προσκαλεσμένη στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας για να παρακολουθήσω, μαζί με πολλούς άλλους, την πρώτη προβολή της νέας ταινίας-ντοκιμαντέρ του άοκνου σκηνοθέτη και κινηματογραφιστή Μενέλαου Κυρλίδη, «Ένα παιδί μετράει τα πλάνα». Ευφυέστατος ο τίτλος, παραφθορά του αντίστοιχου «ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», μυθιστόρημα του συνονόματου του Μενέλαου Λουντέμη που είχε κυκλοφορήσει το ’56. Για την ιστορία, ένα χρόνο αργότερα, το ’57 δλδ., ξεκινά και η κινηματογραφική σταδιοδρομία του Βασίλη Καΐλα, του Βασιλάκη όπως χαϊδευτικά τον φώναζαν, αφού ήταν μόλις τεσσάρων χρονών τότε, του παιδιού-θαύματος όπως έμεινε στην ιστορία.

Στην ταινία, παράλληλα με την πορεία του Βασίλη Καΐλα, σκιαγραφείται η κοινωνία του χθες και η αναπόφευκτη σύγκριση με αυτήν του σήμερα, συγκινεί. Φτωχική και δύσκολη η πρώτη, αλλά γεμάτη ανθρωπιά κι αλληλεγγύη, πολύτιμα συστατικά που σπανίζουν στις μέρες μας, τις γεμάτες εγωισμό, ανταγωνισμό και αδιαφορία. Η ανέχεια, κατά πως φαίνεται, δημιουργεί συνεκτικές κοινωνίες, ενώ η καλοπέραση ευνοεί τον ατομικισμό και την απομόνωση.

Ακολουθεί μια μίνι συνέντευξη με το δημιουργό

ΕΡ.: Τι θέλετε να αναδείξετε και ταυτόχρονα να διασώσετε, με αυτήν σας την ταινία; Τη διαδρομή ενός ηθοποιού, μια κοινωνία που δεν υπάρχει πια, ή και τα δύο;

ΑΠ.: Αυτό που ήθελα εγώ να δώσω κινηματογραφικά στους θεατές και στην ταινία, ήταν να θυμίσω κατ’ αρχήν την εποχή εκείνη του ’60 που κυριαρχούσε η φτώχεια, ο πόνος κι αρκετή πείνα. Οι κινηματογραφικές ταινίες ήταν ασπρόμαυρες, με επώνυμους σκηνοθέτες και καλούς ηθοποιούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεπετάχτηκε το «παιδί-θαύμα», ο μικρός Βασιλάκης με τις 100 και βάλε ταινίες, που δούλεψε αργότερα στο θέατρο, το ραδιόφωνο και σε διάφορα σήριαλ στην τηλεόραση.

ΕΡ.: Ο κόσμος λάτρεψε το Βασίλη Καΐλα μέσα από τους «πονεμένους» του ρόλους, εσείς;

ΑΠ.: Ο Βασίλης Καΐλας ήταν ένας πολύ καλός ηθοποιός, σοβαρός χαρακτήρας με πολλές αρετές, αλλά και ιδιαίτερα ευφυής. Το διαπίστωσα πολλές φορές πάνω στα γυρίσματα, όταν παρουσιάζονταν κάποια μικροπροβλήματα, εκείνος είχε την ευχέρεια, να μας δίνει λύσεις. Επίσης, ήταν πάντα πρόθυμος για οτιδήποτε του ζητούσα. Κάτι εξίσου αξιοσημείωτο που θα ήθελα να αναφέρω για εκείνον, είναι πως νοιάζεται ιδιαίτερα για την οικογένεια του, την κόρη και τα εγγονάκια του.

ΕΡ.: Πώς θα τον σκιαγραφούσατε ως ηθοποιό, αλλά και ως άνθρωπο;

ΑΠ.: Με το Βασίλη έτυχε να γεννηθούμε κινηματογραφικά στην μοναδική εκείνη εποχή της Φίνος Φιλμ. Ο Βασίλης, 4 ετών τότε, είχε ένα ρόλο στην ταινία «Το τελευταίο Ψέμα» του εξαιρετικού σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη. Κι εγώ, 17 ετών, ξεκινούσα σαν βοηθός οπερατέρ δίπλα στο σπουδαίο κινηματογραφιστή Νίκο Καβουκίδη, στην ταινία «Μια τρελή οικογένεια» του Ντίνου Δημόπουλου. Παρά τη διαφορά ηλικίας, μας ένωναν κοινά στοιχεία καθώς και οι δυο προερχόμασταν από φτωχικά σπιτικά. Η συνεργασία με το Βασίλη ήταν άριστη, δεν μπορώ όμως να μην μνημονεύσω και τη Φίνος Φιλμ που υπήρξε για όλους εμάς ένα σπουδαίο σχολείο.

Εκεί πρωτομάθαμε τι σημαίνει 7η τέχνη πρακτικά, και αργότερα θεωρητικά σε κινηματογραφική σχολή. Υπήρξα β’ οπερατέρ στους σπουδαίους διευθυντές φωτογραφίας Νίκος Καβουκίδη και Γιώργο Αρβανίτη, αλλά είχα και στήριξη από τον ίδιο το Φιλοποίμενα Φίνο

ΕΡ.: Έχοντας μια γενική αντίληψη των ταινιών σας, θα έλεγα πως τα κοινωνικά θέματα κυριαρχούν στις επιλογές σας, σωστά;

ΑΠ.: Είναι πως τα κοινωνικά θέματα με έλκουν περισσότερο από κάποια άλλα, κι αν ανατρέξετε στις ταινίες του Βασίλη Καΐλα, θα διαπιστώσετε ότι ισχύει το ίδιο

ΕΡ.: Ποιο υπήρξε, αναρωτιέμαι, το δικό σας παιδικό παρελθόν; Πόσο κοντά ή πόσο μακριά από εκείνο του πρωταγωνιστή σας;

ΑΠ.: Κι εγώ, όπως και ο Βασίλης που είμαστε μιας κάποιας ηλικίας, περάσαμε πολλά. Για τους περισσότερους από τη δική μας γενιά τα χρόνια

εκείνα υπήρξαν φτωχικά σε αγαθά, αλλά επικρατούσε αισιοδοξία, νοιάξιμο για τον πλησίον, πάθος για εργασία κι ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

ΕΡ.: Σ’ αυτήν, την πρώτη προβολή της ταινίας, μας ανακοινώσατε πως πρόκειται να πάρει μέρος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2027 και μετά θα ταξιδέψει σε διάφορα φεστιβάλ ανά την Ελλάδα. Πέρα από τις ευχές μου για κάθε επιτυχία, πότε θεωρείτε πως θα είναι σε θέση να βγει στις αίθουσες;

ΑΠ.: Μετά την προβολή της ταινίας μου στη φιλόξενη Ταινιοθήκη, η ταινία θα υποτιτλιστεί στα Αγγλικά και θα λάβει μέρος στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια θα πάει στο φεστιβάλ Ιεράπετρας, Χαλκίδας, Χανίων AIDEFF, στον κινηματογράφο Στούντιο και θ’ ακολουθήσουν οι κινηματογραφικές αίθουσες.

ΕΡ.: Ενώ, χρονικά, η γνωριμία μας δεν μετρά μεγάλο χρονικό διάστημα, έχω την εντύπωση πως σας ξέρω αρκετά καλά ώστε να υποθέσω πως γνωρίζετε ήδη ποια θα είναι η επόμενη δουλειά σας. Δεν περιμένω φυσικά να μου την αποκαλύψετε, μόνο να μου πείτε ένα ναι ή ένα όχι, ή ό,τι άλλο μπορείτε να μοιραστείτε σήμερα μαζί μου

ΑΠ.: Μπορώ να σας πω ότι πράγματι ετοιμάζω κάτι, χρειάζομαι όμως χρόνο μέχρι να πω τη λέξη μοτέρ.

Και θα ήθελα, σ’ αυτό το σημείο, να ευχαριστήσω το Βασίλη Καΐλα και τους συνεργάτες μου Γιάννη Κάσση, διευθυντή φωτογραφίας, Αλέξανδρο Ψαρρά, art director και μοντέρ, Κώστα Κουκουλίνη, μουσικό, Αντώνη Σαμαρά, ηχολήπτη, Τάσο Αρωνίτη, φωτογράφο, Μαρία Ιωαννίδου, μακιγιέζ, και τέλος εσάς κ. Τσαγκαράκη για τη συνέντευξη.

Πολλές ευχές σε όλους εσάς, στο κοινό και στους αναγνώστες σας, για υγεία και δημιουργικότητα.

Γράφει η συγγραφέας Νούλη Τσαγκαράκη

Τελευταία Άρθρα