ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΨΑΡΡΑΣ, «μια κοινωνία δεν χρειάζεται μόνο να ψυχαγωγείται. Χρειάζεται και να θυμάται, να αναρωτιέται, να συγκινείται, να μαθαίνει…».
Διαβάστε την εκ βαθέων εξομολόγηση του σκηνοθέτη & Art Director που ακολουθεί
ΕΡ.: Έχετε μια μακρά πορεία στον χώρο της τηλεόρασης. Πώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι και τι σημαίνει γι’ εσάς η δουλειά σας σήμερα;
ΑΠ.: Στο χώρο της τηλεόρασης εργάζομαι εδώ και 27 χρόνια, σήμερα που μιλάμε βρίσκομαι στη Magenta TV, όπου εργάζομαι ως σκηνοθέτης τρέιλερ. Έχω σπουδάσει ηχοληψία, μοντάζ, σκηνοθεσία και γραφιστική, τομείς που με βοήθησαν να αναπτύξω τη δική μου ματιά στην εικόνα και την αφήγηση. Θεωρώ τον εαυτό μου πραγματικά τυχερό, γιατί κατάφερα να μετατρέψω το χόμπι μου σε επάγγελμα.
Αυτό που ξεκίνησε ως αγάπη για την εικόνα και τον κινηματογράφο έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς μου και της ζωής μου. Και το πιο όμορφο είναι ότι, ύστερα από τόσα χρόνια, εξακολουθώ να έχω την ίδια διάθεση για μάθηση, δημιουργία και να δοκιμάζω καινούργια πράγματα.
ΕΡ.: Τι σηματοδοτεί η δημιουργία μιας ταινίας για σας;
ΑΠ.: Για μένα η δημιουργία δεν σταματά ποτέ. Κάθε νέα δουλειά είναι μια ευκαιρία να εξελιχθώ, να ανακαλύψω κάτι διαφορετικό. Ίσως αυτός να είναι κι ο λόγος που σήμερα θέλω να ασχολούμαι περισσότερο με το ντοκιμαντέρ, αφού μου δίνει τη δυνατότητα να συνδυάζω την εμπειρία που έχω αποκτήσει με την ανάγκη μου να αφηγούμαι αληθινές ιστορίες.
Παράλληλα, έχω δημιουργήσει αρκετές μικρές παραγωγές και ντοκιμαντέρ, με επίκεντρο τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και άλλες θεματικές. Η αλήθεια είναι ότι το μυαλό μου δεν σταματά ποτέ να δημιουργεί. Όλη μέρα ονειρεύομαι, συνθέτω εικόνες, σκέφτομαι νέες ιδέες κι αναζητώ τρόπους να τις μετατρέψω σε ιστορίες που να αξίζουν να ειπωθούν.
Για μένα, η δημιουργία δεν περιορίζεται στις ώρες της δουλειάς. Είναι ένας τρόπος να βλέπω τον κόσμο. Μπορεί μια εικόνα, μια κουβέντα, μια ανθρώπινη ιστορία να γίνει η αφορμή για κάτι καινούργιο. Και αυτό είναι που εξακολουθεί να με ενθουσιάζει, ακόμη και μετά από 27 ολόκληρα χρόνια στον χώρο της τηλεόρασης.
ΕΡ.: Με αφορμή τη νέα ταινία του Μενέλαου Κυρλίδη «Ένα
παιδί μετράει τα πλάνα», πείτε μας δυο λόγια για τη συνεργασίας σας και για τη δική σας συμμετοχή
ΑΠ.: Η συνεργασία μου με τον Μενέλαο Κυρλίδη στη νέα του ταινία «Ένα παιδί μετράει τα πλάνα» ήταν μια εξαιρετικά δημιουργική και ουσιαστική εμπειρία. Ως Art Director, επικεντρώθηκα στο να αποδοθεί εικαστικά αυτή η μοναδική ατμόσφαιρα, καταφέρνοντας να ενώσουμε με επιτυχία δύο διαφορετικές εποχές του ελληνικού κινηματογράφου.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μενέλαος Κυρλίδης είναι ένας σκηνοθέτης που έχει εργαστεί στη θρυλική εταιρεία της Φίνος Φιλμ, γεγονός που προσδίδει τεράστια βαρύτητα, γνώση και αυθεντικότητα σε όλη την καλλιτεχνική προσέγγιση της ταινίας.
Η δική μου συμμετοχή αφορούσε στην καλλιτεχνική επιμέλεια και στο μοντάζ της ταινίας. Προσπάθησα να δέσω την αισθητική του παλιού ελληνικού κινηματογράφου με μια σύγχρονη ματιά, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που με τη δική μου συμβολή στον σχεδιασμό της εικόνας συνέδεσα το όνομά μου με αυτό το σημαντικό κινηματογραφικό εγχείρημα.
Μέσα δε από τα μάτια του Βασίλη Καΐλα, ένιωσα πως ταξίδεψα κι εγώ σε μια άλλη εποχή, πιο αληθινή, πιο ανθρώπινη, σε μια εποχή που είχε τη δική της αθωότητα και τη δική της ξεχωριστή ψυχή. Ήταν, επίσης, μια ευκαιρία να γνωρίσω βαθύτερα όχι μόνο τη διαδρομή ενός αγαπημένου ηθοποιού, αλλά κι έναν κόσμο που αξίζει να κρατήσουμε ζωντανό μέσα από τις εικόνες και τις ιστορίες του.
ΕΡ.: Ποια είναι η σωστή δοσολογία συγκίνησης, γέλιου ή
δράματος, ώστε μια ταινία να πείθει το θεατή;
ΑΠ.: Πιστεύω ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη δοσολογία στη συγκίνηση, στο γέλιο ή στο δράμα. Το σημαντικό είναι κάθε τι που γεννιέται μέσα από την ιστορία και τους ανθρώπους της να είναι αληθινό. Ο θεατής καταλαβαίνει πότε προσπαθείς να τον συγκινήσεις και πότε η συγκίνηση έρχεται φυσικά.
Για μένα, ειδικά σε μια ταινία σαν αυτή του Βασίλη Καΐλα, το ζητούμενο ήταν να αφήσω τις ίδιες τις μνήμες, τις εικόνες και τα συναισθήματα να μιλήσουν. Μέσα από το μοντάζ προσπάθησα να βρω τον σωστό ρυθμό, τις σωστές σιωπές και τις στιγμές που χρειάζονται χώρο για να αναπνεύσουν.
Πιστεύω ότι μια ταινία πείθει τον θεατή όταν δεν προσπαθεί να του επιβάλει τι πρέπει να νιώσει, αλλά του δίνει την ευκαιρία να το ανακαλύψει μόνος του. Η συγκίνηση που μένει μέσα του τότε, είναι η πιο αληθινή.
ΕΡ.: Ποιο, πιστεύεις, είναι εκείνο το μαγικό συστατικό που μας έλκει στην κατ’ εξακολούθηση θέαση των παλαιών ταινιών του Ελληνικού κινηματογράφου και δη των κωμωδιών, μέχρι σήμερα;
ΑΠ.: Πιστεύω ότι το μαγικό συστατικό είναι η αλήθεια και η ανθρωπιά που κρύβονται μέσα σε αυτές τις ταινίες. Ειδικά στις κωμωδίες, γελάμε με τους χαρακτήρες, με τις αδυναμίες, τις παρεξηγήσεις τους, αλλά κι επειδή, πολλές φορές, αναγνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό μέσα σ’ αυτές. Είναι χαρακτήρες οικείοι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, με όνειρα, αγωνίες και συναισθήματα.
Υπάρχει, βέβαια, και η νοσταλγία. Οι ταινίες αυτές μας ταξιδεύουν σε μιαν άλλη Ελλάδα, σε διαφορετικές γειτονιές, σε οικογενειακές στιγμές και σ’ έναν τρόπο ζωής που έχει αλλάξει. Δεν πιστεύω όμως ότι τις βλέπουμε ξανά και ξανά μόνο επειδή νοσταλγούμε το παρελθόν. Τις βλέπουμε γιατί εξακολουθούν να μας κάνουν να γελάμε, να συγκινούμαστε και να αναγνωρίζουμε κομμάτια της ζωής μας. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μυστικό τους: ότι, ενώ ο χρόνος περνάει, τα ανθρώπινα συναισθήματα παραμένουν ίδια. Κι όσο υπάρχουν ταινίες που μας κάνουν να αισθανόμαστε τόσο οικεία, θα επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε αυτές.
ΕΡ.: Πως αισθάνεσαι με την αναπαραγωγή της βίας τόσο στην τηλεόραση όσο και στο κινηματογράφο;
ΑΠ.: Πιστεύω ότι η τηλεόραση και ο κινηματογράφος έχουν μεγάλη ευθύνη απέναντι στην κοινωνία, γιατί οι εικόνες που προβάλλουν επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω μας. Η βία είναι μέρος της πραγματικότητας και δεν μπορούμε να προσποιηθούμε πως δεν υπάρχει. Όμως, θεωρώ ότι χρειάζεται να δώσουμε περισσότερο χώρο σε ταινίες με κοινωνικό περιεχόμενο, σε ιστορίες που μιλούν για τον άνθρωπο, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, για τις σχέσεις, την αγάπη, την αλληλεγγύη και την ανάγκη μας να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον.
Θα ήθελα να βλέπω τόσο στην τηλεόραση όσο στον κινηματογράφο να επενδύουν περισσότερο στο συναίσθημα και στον κοινωνικό προβληματισμό. Να δημιουργούν έργα που δεν εξαντλούνται στην ένταση και τη βία, αλλά αφήνουν κάτι ουσιαστικό στο θεατή. Γιατί γνωρίζω πως μια δυνατή ιστορία μπορεί να σε συγκλονίσει, χωρίς να χρειαστεί να σου δείξει τη βία με τον πιο σκληρό τρόπο. Έχουμε ανάγκη από περισσότερες ιστορίες που να μας θυμίζουν τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Και πιστεύω ότι ο κινηματογράφος, όταν υπηρετεί αυτή την ανάγκη, μπορεί πραγματικά να κάνει τη διαφορά.
ΕΡ.: Τι σημαίνει για σένα προσωπικά ο κινηματογράφος και πώς βλέπεις τη μελλοντική του εξέλιξη;
ΑΠ.: Για μένα, ο κινηματογράφος ξεκίνησε από τότε που ήμουν παιδί. Μαζί με τον πατέρα μου στήναμε ένα λευκό πανί και παίζαμε ταινίες. Μάζευα τα παιδιά της γειτονιάς, έκανα παραστάσεις, έπαιζα ακόμη και Καραγκιόζη. Ο κινηματογράφος ήταν στη ζωή μου πολύ πριν φανταστώ ότι κάποτε θα γινόταν επάγγελμά μου.
Θυμάμαι τα καλοκαιρινά μεσημέρια που ετοίμαζα την αυλή για τη βραδινή προβολή. Έστηνα καρέκλες, έβαζα τάβλες για να καθίσουν οι θεατές μου και φρόντιζα να είναι όλα έτοιμα για τη μεγάλη στιγμή. Γιατί είχα από τότε τους δικούς μου θεατές! Και κάθε βράδυ ήταν για μένα μια μικρή γιορτή. Περίμενα με ανυπομονησία να μαζευτούν τα παιδιά της γειτονιάς, για να φωτίσω το λευκό πανί και να αρχίσει η προβολή.
Εκείνη η αυλή ήταν ο πρώτος μου κινηματογράφος, κι εκείνα τα παιδιά το πρώτο μου κοινό.
Θυμάμαι ακόμη τη γιαγιά μου να μου φωνάζει τα καλοκαιρινά βράδια: «Έλα μέσα, παιδί μου, έχει ζέστη! Πήγαινε να διαβάσεις λίγο!». Αλλά πού μυαλό για διάβασμα, το δικό μου μυαλό ήταν αλλού. Ήταν σ’ εκείνη την αυλή κι αυτό που ήθελα περισσότερο ήταν να χαρίζω στα παιδιά λίγη από τη μαγεία του κινηματογράφου που ένιωθα κι εγώ.
Από μικρός ήξερα τι ήθελα να γίνω. Δεν ταλαιπώρησα τους γονείς μου με αναζητήσεις και διλήμματα, γιατί η απόφαση είχε ήδη παρθεί μέσα μου. Και είχα την τύχη να έχω μόνο αγάπη και στήριξη από εκείνους, κι αυτό είναι κάτι που δεν το ξεχνώ ποτέ. Σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια, εξακολουθώ να αισθάνομαι όπως εκείνο το παιδί που περίμενε με λαχτάρα να αρχίσει η προβολή. Μόνο που τώρα έχω τη δυνατότητα να δημιουργώ τις δικές μου εικόνες και να αφηγούμαι τις ιστορίες που συγκινούν εμένα.
Όσο για το μέλλον του κινηματογράφου, αν με ρωτάς προσωπικά, νιώθω πως έχω ακόμη πολλά να κάνω και πολλές ιστορίες να αφηγηθώ. Το μυαλό δεν σταματά να δημιουργεί. Σκέφτομαι εικόνες, φαντάζομαι σκηνές, αναζητώ νέους τρόπους για να ζωντανέψω όσα έχω μέσα μου.
Ξέρεις, εκείνο το παιδί που έστηνε ένα λευκό πανί στην αυλή και περίμενε με αγωνία να μαζευτούν οι θεατές του, υπάρχει ακόμη μέσα μου. Έχω την ίδια λαχτάρα. Μόνο που τώρα τα όνειρα είναι μεγαλύτερα και οι ιστορίες που θέλω να μοιραστώ περισσότερες. Γιατί, τελικά, δεν διάλεξα εγώ τον κινηματογράφο, μεγάλωσα μέσα του. Και όσο έχω υγεία, δύναμη και φαντασία, θέλω να συνεχίσω να φωτίζω το δικό μου λευκό πανί.
ΕΡ.: Τι θα θέλατε να δείτε να αλλάζει στην ελληνική τηλεόραση και τι θέση πιστεύετε ότι αξίζει να έχουν τα ντοκιμαντέρ;
ΑΠ.: Θα ήθελα η τηλεόραση να αφιερώνει περισσότερο χρόνο και χώρο στα ντοκιμαντέρ. Γιατί πίσω από κάθε ντοκιμαντέρ υπάρχει έρευνα, αναζήτηση, κόπος και, πάνω απ’ όλα, η ανάγκη να φωτιστούν ιστορίες που αξίζει να γνωρίζουμε.
Τα ντοκιμαντέρ ξυπνούν μνήμες, διασώζουν την ιστορία, μας φέρνουν πιο κοντά σε ανθρώπους και εποχές, και πολλές φορές μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τον ίδιο μας τον εαυτό. Πιστεύω ότι έχουν τη δύναμη να καλλιεργούν τον συναισθηματικό μας κόσμο, να μας κάνουν πιο ευαίσθητους απέναντι στους άλλους, και να μας θυμίζουν πράγματα που η καθημερινότητα συχνά μας κάνει να τα ξεχνάμε.
Θα ήθελα, λοιπόν, να βλέπουμε περισσότερα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, όχι απλώς ως ένα μικρό μέρος του προγράμματος, αλλά ως μια ουσιαστική επένδυση στον πολιτισμό και στον άνθρωπο. Γιατί μια κοινωνία δεν χρειάζεται μόνο να ψυχαγωγείται. Χρειάζεται και να θυμάται, να αναρωτιέται, να συγκινείται, να μαθαίνει….
Και ίσως αυτός να είναι για μένα ο βαθύτερος λόγος που επιλέγω να δημιουργώ ντοκιμαντέρ: θέλω οι ιστορίες των ανθρώπων να μην χάνονται, αλλά να συνεχίζουν να ζουν μέσα από τις εικόνες και τις μνήμες που αφήνουν πίσω τους.
Γράφει η συγγραφέας Νούλη Τσαγκαράκη






