ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ «Η ΑΚΟΙΜΗΤΗ ΚΟΙΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ

Διαβάζοντας την «Ακοίμητη Κοιλάδα και άλλα διηγήματα» του Κώστα Γραμματικόπουλου, στάθηκα για αρκετή ώρα σε μία φράση που προηγείται όλων των ιστοριών του: «Γράφω για τον ηττημένο άνθρωπο».

Δεν τη βλέπω ως ένα απλό συγγραφικό μότο. Είναι σχεδόν μια δήλωση ταυτότητας. Μας λέει από την πρώτη στιγμή που στρέφει το βλέμμα του ο συγγραφέας και, ίσως ακόμη περισσότερο, από ποια θέση επιλέγει να κοιτάξει τον κόσμο. Δεν τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος της επιτυχίας, της αυτάρκειας και της βεβαιότητας. Τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος όταν δοκιμάζεται, όταν συντρίβεται, όταν φοβάται, όταν υποτάσσεται, όταν αδικείται, όταν αποτυγχάνει να αγαπήσει ή όταν η ίδια η κοινωνία τον σπρώχνει στο περιθώριο.

Και αυτό έχει σημασία, γιατί ο συγγραφέας δεν παρατηρεί αυτόν τον άνθρωπο από απόσταση. Τον πλησιάζει. Συχνά τον κρίνει, άλλοτε τον συμπονά, άλλοτε τον αφήνει εκτεθειμένο μέσα στις αντιφάσεις του. Πάνω απ’ όλα, όμως, προσπαθεί να τον καταλάβει.

Ο «ηττημένος άνθρωπος» δεν είναι, τελικά, εκείνος που έχασε μια μάχη. Είναι ο άνθρωπος που έχασε τη σχέση του με τον εαυτό του, με τον άλλον, με τη φύση, με την ελευθερία και τη συνείδησή του.

Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου.

Τα διηγήματα του Κώστα Γραμματικόπουλου διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την πλοκή, το ύφος και την έκταση. Κάποτε κινούνται στον ρεαλισμό, κάποτε στην αλληγορία, κάποτε στο παράλογο, στο σκοτεινό, ακόμη και στο μεταφυσικό. Η ίδια η συλλογή, με τριάντα δύο διαφορετικά κείμενα, μαρτυρεί έναν συγγραφέα που δεν επιδιώκει να εγκλωβιστεί σε έναν μόνο αφηγηματικό τρόπο.

Αυτό που ενώνει αυτά τα τόσο διαφορετικά κείμενα είναι περισσότερο η συνείδηση του συγγραφέα παρά η τεχνική τους συγγένεια.

Γιατί πίσω από τις ιστορίες υπάρχει ένα επίμονο ερώτημα: τι κάναμε στον άνθρωπο;

Και ακόμη περισσότερο: τι έκανε ο άνθρωπος στον ίδιο του τον εαυτό;

Η «Ακοίμητη Κοιλάδα», το πρώτο και ομώνυμο διήγημα, μας τοποθετεί εξαρχής μπροστά σε αυτή τη σύγκρουση. Οι άνθρωποι της κοιλάδας ζουν χωρίς χρήμα, ιδιοκτησία και εξουσία. Η τροφή, η εργασία και η στέγη είναι κοινές. Έχουν λίγες επιθυμίες και αυτή ακριβώς η απουσία συσσώρευσης τους επιτρέπει να είναι αυτάρκεις. Ζουν κοντά στη φύση και οργανώνουν την κοινότητά τους χωρίς την ιεραρχία που έχουμε μάθει να θεωρούμε αυτονόητη.

Δεν με ενδιαφέρει εδώ να αναρωτηθώ αν μια τέτοια κοινωνία θα μπορούσε πράγματι να υπάρξει. Η λογοτεχνία δεν είναι διοικητικό εγχειρίδιο ούτε πολιτικό πρόγραμμα. Η σημασία αυτής της κοινότητας βρίσκεται αλλού. Ο Γραμματικόπουλος αφαιρεί μία προς μία τις συμβάσεις του σύγχρονου πολιτισμού και μας αναγκάζει να ξαναδούμε εκείνα που θεωρούμε φυσικά, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ανθρώπινες κατασκευές.

Ιδιοκτησία. Εξουσία. Ιεραρχία. Ανταγωνισμός. Συσσώρευση.

Πόσα από αυτά είναι πράγματι αναγκαία για να συνυπάρξουν οι άνθρωποι και πόσα έχουμε απλώς συνηθίσει τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούμε πλέον να φανταστούμε την κοινωνία χωρίς αυτά;

Εδώ η λογοτεχνική αφήγηση συναντά ένα ερώτημα που με απασχολεί χρόνια στη δική μου έρευνα: αν ο ανταγωνισμός είναι πράγματι αναπόφευκτη κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης προόδου ή αν η συλλογικότητα μπορεί να αποτελέσει μια διαφορετική αρχή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Η κοινότητα της κοιλάδας δεν έχει «αρχηγό». Όταν εμφανίζεται ο λοχαγός και ρωτά ποιος παίρνει τις αποφάσεις, μαθαίνει ότι αποφασίζει το «σοφό παιδί». Και όταν απειλεί ότι θα χρησιμοποιηθεί βία για να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, ο Χανς ρωτά: «Τι είναι βία;» Η στιγμή αυτή είναι βαθύτερη από την αφέλειά της. Απέναντι στον θεσμοποιημένο κόσμο της ισχύος στέκεται ένας άνθρωπος που δεν έχει ακόμη μάθει τη γλώσσα της βίας.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η τραγωδία.

Ο πολιτισμός που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο καταστρέφει εκείνους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τη λέξη με την οποία θα μπορούσαν να περιγράψουν την καταστροφή τους.

Σε αυτό το σημείο φαίνεται καθαρά και κάτι που χαρακτηρίζει τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Γραμματικόπουλος δημιουργεί συχνά ακραίες καταστάσεις, οξύνει τις αντιθέσεις, οδηγεί τους ήρωές του στα όριά τους. Θέλει να ταράξει τον αναγνώστη. Μερικές φορές μάλιστα προτιμά την ηθική καθαρότητα της θέσης του από τη λεπτή αμφισημία. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει άλλοτε ως δύναμη και άλλοτε να αφήσει μικρότερο περιθώριο στον αναγνώστη να φθάσει μόνος του στο συμπέρασμα. Είναι όμως μια συνειδητή συγγραφική στάση: δεν κρύβεται πίσω από την ουδετερότητα.

Το ίδιο ερώτημα επανέρχεται με διαφορετικές μορφές σε ολόκληρο το έργο.

Στον «Δικαστή» η προβληματική μεταφέρεται στη σχέση ελευθερίας και ευθύνης. Ο ήρωας πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν διαθέτει ελεύθερη βούληση, ότι άγεται από τις εξωτερικές συνθήκες, από την κοινωνία και από τον ίδιο τον ατελή εαυτό του. Εδώ εμφανίζεται ένα δύσκολο ηθικό πρόβλημα. Αν πράγματι είμαστε προϊόντα των συνθηκών μας, μέχρι που φθάνει η προσωπική μας ευθύνη;

Έχει ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας δεν αρκείται στην εξωτερική δράση των ηρώων του. Θέλει να εισχωρήσει στον ψυχισμό τους, να καταλάβει τι τους κινεί. Ο ίδιος ο αφηγητής, μιλώντας για τον Δικαστή, δηλώνει ότι θα επιχειρήσει να διεισδύσει στον πνευματικό του κόσμο. Αυτή η ανάγκη να δει πίσω από την πράξη και μέσα στον άνθρωπο είναι σταθερή στο βιβλίο.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιότητες της γραφής του: ακόμη κι όταν καταγγέλλει, αναζητά το ανθρώπινο αίτιο της πτώσης.

Δεν πιστεύω ότι η απάντηση στο ζήτημα της ευθύνης μπορεί να βρίσκεται ούτε στην πλήρη ενοχοποίηση του ανθρώπου ούτε στην πλήρη απαλλαγή του.

Ο άνθρωπος γεννιέται μέσα σε δομές που δεν επέλεξε. Διαμορφώνεται από οικογένειες, θεσμούς, οικονομίες, πολιτισμικές αξίες, σχέσεις εξουσίας. Αλλά κάποια στιγμή βρίσκεται απέναντι στη δική του συνείδηση. Και εκεί αρχίζει η ευθύνη.

Αυτή η συνείδηση γίνεται σχεδόν κυριολεκτική στη «Χειραγώγηση». Ο άνθρωπος ακούει να του απαγορεύουν να εκφράζει τα συναισθήματά του, να επικοινωνεί, να αγαπά, να ονειρεύεται, ακόμη και να ζει. Και όταν η συνείδησή του τον ρωτά «Ως πότε θα σε χειραγωγούν;», εκείνος απαντά: «Για πάντα». Η συνείδηση τότε πεθαίνει.

Εδώ βρίσκεται, για μένα, μία από τις ισχυρότερες ιδέες του βιβλίου.

Η εξουσία δεν ολοκληρώνει τη νίκη της όταν μας αναγκάζει να υπακούσουμε. Την ολοκληρώνει όταν δεν χρειάζεται πια να μας αναγκάζει. Όταν η εξωτερική επιβολή έχει μεταφερθεί μέσα μας. Όταν ο άνθρωπος παραιτείται από την προσωπική κρίση, από την αμφισβήτηση, από την ευθύνη του να σκέφτεται.

Η χειραγώγηση τότε δεν είναι πια μια πράξη που μας γίνεται. Γίνεται τρόπος ύπαρξης.

Ο Γραμματικόπουλος επιστρέφει συχνά στη βία, στον πόλεμο, στον ρατσισμό, στην απληστία και στην ανθρώπινη αλαζονεία. Στη «Ντροπή της ανθρωπότητας» δεν κρύβεται καν πίσω από την αφήγηση. Θέτει ευθέως τα ερωτήματα: γιατί κατασκευάζονται βιολογικά, χημικά και πυρηνικά όπλα, γιατί γίνονται πόλεμοι, γιατί παιδιά πεθαίνουν από την πείνα, γιατί ο άνθρωπος παραμένει ρατσιστής, άπληστος και μισαλλόδοξος.

Εδώ αποκαλύπτεται πολύ καθαρά και ο συγγραφέας πίσω από τα διηγήματα.

Δεν είναι αμέτοχος παρατηρητής της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι ένας συγγραφέας που ενοχλείται, θυμώνει, αγωνιά. Έχει ηθική θέση απέναντι στον κόσμο και δεν προσποιείται ότι δεν την έχει. Η γραφή του σε αρκετά σημεία πλησιάζει την κοινωνική διαμαρτυρία και αλλού τη φιλοσοφική παραβολή.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σε ορισμένες στιγμές αυτή η αμεσότητα γίνεται απόλυτη. Ότι ο συγγραφέας λέει καθαρά αυτό που θα μπορούσε να αφήσει να εννοηθεί. Όμως προσωπικά προτιμώ ένα έργο που διακινδυνεύει να πάρει θέση από ένα έργο που φοβάται τόσο πολύ την κρίση ώστε τελικά δεν λέει τίποτε.

Και, κυρίως, ο Γραμματικόπουλος δεν περιορίζει την ευθύνη στα απρόσωπα συστήματα.

Ο άνθρωπος του δεν παρουσιάζεται απλώς ως θύμα τους. Είναι και δημιουργός τους.

Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη συζήτηση.

Είναι εύκολο να καταγγείλουμε την εξουσία, την κοινωνία, το κράτος, τον πόλεμο ή οποιοδήποτε άλλο απρόσωπο σύστημα. Πολύ δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσουμε ότι αυτά συντηρούνται καθημερινά και από ανθρώπινες συμπεριφορές: την αδιαφορία, τον φόβο, την απληστία, τη σιωπή, την ανάγκη κυριαρχίας, την παραίτηση από την προσωπική ευθύνη.

Τα συστήματα δεν υπάρχουν κάπου έξω από εμάς.

Υπάρχουν μέσα μας και είτε τα αναπαράγουμε ή τα αλλάζουμε.

Αυτή ακριβώς είναι και η βαθύτερη σχέση που βρίσκω ανάμεσα στο βιβλίο και στο δικό μου ενδιαφέρον για τη συλλογικότητα. Συλλογικότητα δεν σημαίνει εξαφάνιση του ατόμου μέσα στο πλήθος. Το αντίθετο. Προϋποθέτει συνειδητούς ανθρώπους. Ανθρώπους που μπορούν να υπάρξουν ως πρόσωπα και ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να υπάρξουν και μαζί.

Χωρίς προσωπική ευθύνη, η συλλογικότητα γίνεται μάζα.

Χωρίς συλλογική ευθύνη, η ατομική ελευθερία γίνεται απομόνωση.

Στο βιβλίο συναντούμε επανειλημμένα αυτή την απομόνωση. Ανθρώπους που απογοητεύονται από τους άλλους, σχέσεις που καταρρέουν, ανθρώπους που κλείνονται στον εαυτό τους. Στον «Νεόπλουτο», για παράδειγμα, ο ήρωας έχει καταλήξει ότι όσο περισσότερο συναναστρέφεται κανείς τους ανθρώπους τόσο περισσότερο απογοητεύεται από αυτούς και τους απογοητεύει.

Αυτός ο ηττημένος άνθρωπος λοιπόν δεν είναι μόνο ο φτωχός, ο αδικημένος ή ο κοινωνικά αποκλεισμένος.

Μπορεί να είναι πλούσιος.

Μπορεί να έχει δύναμη.

Μπορεί να είναι δικαστής.

Μπορεί να ανήκει στους νικητές.

Και όμως να είναι βαθιά ηττημένος, επειδή έχει χάσει την ικανότητα να σχετίζεται.

Εδώ βρίσκεται ίσως και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιστροφές του βιβλίου. Η ήττα δεν είναι κοινωνική κατηγορία. Είναι υπαρξιακή κατάσταση.

Ο Γραμματικόπουλος φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα γι’ αυτή την εσωτερική ήττα. Για τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος χάνει κάτι ουσιώδες από τον εαυτό του. Δεν είναι τυχαία ούτε η παρουσία του Ντοστογιέφσκι προς το τέλος της συλλογής. Στο «Αγαπημένε μου Φιοντόρ…» αναφέρεται με θαυμασμό στο «Όνειρο ενός γελοίου» και στη δύναμη της μεγάλης τέχνης να κάνει τον άνθρωπο καλύτερο.

Η αναφορά αυτή λέει κάτι και για τον ίδιο.

Φανερώνει μια αντίληψη για τη λογοτεχνία που δεν περιορίζεται στην αισθητική απόλαυση. Η τέχνη, για τον Γραμματικόπουλο, έχει ηθική λειτουργία. Μπορεί να μετακινήσει τη συνείδηση, να ανοίξει έναν δρόμο αυτογνωσίας, να μας κάνει να κοιτάξουμε διαφορετικά τον άνθρωπο.

Αυτή η πίστη διατρέχει όλη τη συλλογή.

Γι’ αυτό και οι έννοιες του Δικαίου, της Αγάπης και της Ελευθερίας εμφανίζονται προς το τέλος σχεδόν ως πρόσωπα. Ο ίδιος γράφει: «Στο δίκαιο προσδοκώ την ισότητα των ανθρώπων. Στην αγάπη το θαύμα της ζωής. Στην ελευθερία την ουτοπία της ύπαρξης μου».

Δεν είναι τυχαία αυτή η συνύπαρξη.

Δίκαιο χωρίς αγάπη μπορεί να γίνει ψυχρός μηχανισμός.

Αγάπη χωρίς δίκαιο μπορεί να γίνει ιδιωτικό συναίσθημα που αδιαφορεί για την αδικία γύρω του.

Ελευθερία χωρίς ευθύνη μπορεί να γίνει δικαίωμα του ισχυρού να πράττει ό,τι επιθυμεί.

Χρειαζόμαστε, επομένως, μια αντίληψη του ανθρώπου στην οποία αυτές οι έννοιες δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη αλλά συνυπάρχουν.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το σημείο όπου ο συγγραφέας συναντά τη μεγάλη πολιτική και κοινωνική συζήτηση της εποχής μας.

Έχουμε μάθει να μετράμε την πρόοδο με δείκτες. Μεγέθυνση, παραγωγή, κατανάλωση, τεχνολογία, ταχύτητα, αποτελεσματικότητα. Μετράμε σχεδόν τα πάντα.

Δεν έχουμε όμως ακόμη μάθει να μετράμε τι άνθρωπο παράγει ο πολιτισμός μας.

Τι αξία έχει μια κοινωνία περισσότερο παραγωγική, αν ο άνθρωπος γίνεται περισσότερο μόνος;

Τι σημαίνει ανάπτυξη όταν καταστρέφουμε τη φύση από την οποία εξαρτάται η ίδια μας η ύπαρξη;

Τι αξία έχει η ελευθερία, όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν να φοβούνται να σκέφτονται;

Τι σημαίνει επιτυχία, όταν για να υπάρξει ο νικητής πρέπει διαρκώς να παράγεται κάποιος ηττημένος;

Η φύση στην «Ακοίμητη Κοιλάδα» δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Οι άνθρωποι ζουν μέσα σε αυτήν και όχι απέναντί της. Τη βιώνουν ως μέρος της ύπαρξής τους. Και όταν ο πολιτισμός εισβάλλει στην κοιλάδα με τα όπλα του, δεν καταστρέφει μόνο ανθρώπους. Καταστρέφει έναν τρόπο σχέσης με τον κόσμο.

Σε μια από τις χαρακτηριστικότερες φράσεις του διηγήματος, το «σιωπηλό σύννεφο» λέει ότι «ο άνθρωπος ανήκει στην γη και όχι η γη στον άνθρωπο».

Μέσα σε αυτή τη φράση υπάρχει μια ολόκληρη διαφορετική ανθρωπολογία.

Η περιβαλλοντική κρίση δεν είναι μόνο πρόβλημα τεχνολογίας ή διαχείρισης πόρων. Είναι, πριν από όλα, κρίση της σχέσης του ανθρώπου με τη ζωή. Όσο βλέπουμε τη φύση αποκλειστικά ως ιδιοκτησία, πρώτη ύλη ή οικονομικό μέγεθος, θα προσπαθούμε να θεραπεύσουμε τις συνέπειες χωρίς να αγγίζουμε την αιτία.

Και εδώ επιστρέφω στον ίδιο τον συγγραφέα.

Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον στον Κώστα Γραμματικόπουλο είναι ότι δεν προσπαθεί να εμφανιστεί ως αλάνθαστος ερμηνευτής της ανθρώπινης φύσης. Οι ήρωές του τον απασχολούν και τον ίδιο. Υπάρχουν στιγμές όπου ο αφηγητής σχεδόν συνομιλεί μαζί τους, προσπαθεί να εισχωρήσει στις σκέψεις τους, παραδέχεται τις αντιφάσεις τους και τις δικές του δυσκολίες να τους κατανοήσει.

Αυτή η παρουσία του συγγραφέα μέσα στο έργο του δίνει στη συλλογή κάτι προσωπικό.

Δεν αισθάνεσαι ότι διαβάζεις ιστορίες κατασκευασμένες σε ένα αποστειρωμένο λογοτεχνικό εργαστήριο. Αισθάνεσαι ότι υπάρχει ένας άνθρωπος πίσω από αυτές, που έχει ερωτήματα, θυμό, ευαισθησίες, πληγές, πολιτικές και ηθικές αγωνίες.

Ορισμένες φορές συμφωνείς μαζί του.

Άλλες μπορεί να αντιδράς.

Αλλά δύσκολα μένεις αδιάφορος.

Και αυτό, για μένα, είναι σημαντική ποιότητα ενός συγγραφέα.

Ίσως τελικά αυτό να μου άφησε περισσότερο η «Ακοίμητη Κοιλάδα και άλλα διηγήματα».

Δεν με έκανε να αναρωτηθώ μόνο γιατί ο άνθρωπος ηττάται.

Με έκανε να αναρωτηθώ τι ακριβώς ονομάζουμε νίκη.

Αν νίκη είναι η συσσώρευση, η επικράτηση, η ισχύς, η κυριαρχία πάνω στον άλλον και πάνω στη φύση, τότε ίσως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει κερδίσει πολλές μάχες.

Αν όμως νίκη σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος, να μπορείς να αγαπάς χωρίς να κατέχεις, να είσαι ελεύθερος χωρίς να συντρίβεις την ελευθερία του άλλου, να δημιουργείς χωρίς να καταστρέφεις, να ζεις μαζί με τους άλλους χωρίς να χρειάζεται να τους νικήσεις, τότε ο απολογισμός γίνεται πολύ πιο δύσκολος.

Και τότε η φράση του Κώστα Γραμματικόπουλου «γράφω για τον ηττημένο άνθρωπο» αποκτά μια άλλη σημασία.

Γιατί ο ηττημένος άνθρωπος του βιβλίου ίσως είμαστε εμείς.

Ένας πολιτισμός που απέκτησε τεράστια δύναμη, αλλά δεν έμαθε ακόμη τι να την κάνει.

Ένας άνθρωπος που κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, αλλά δεν κατάφερε ακόμη να συμφιλιωθεί με τον άλλον άνθρωπο.

Ο Κώστας Γραμματικόπουλος επιλέγει να γράψει γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Και ίσως αυτή η επιλογή να είναι από μόνη της μια ηθική θέση. Να στρέφεις το βλέμμα όχι εκεί όπου λάμπει η επιτυχία, αλλά εκεί όπου βρίσκεται η καταστροφή. Γιατί μέσα από τη καταστροφή μπορούμε πολλές φορές να δούμε καθαρότερα όχι μόνο αυτό που έγινε ο άνθρωπος, αλλά και αυτό που θα μπορούσε ακόμη να γίνει.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική πρόκληση που αφήνει το βιβλίο στον αναγνώστη: όχι να αποφασίσει αν συμφωνεί με τον συγγραφέα, αλλά να κοιτάξει για λίγο τον δικό του τρόπο ύπαρξης και να αναρωτηθεί ποιο μέρος αυτού του κόσμου συντηρεί ο ίδιος.

Γιατί η αλλαγή της κοινωνίας χωρίς την αλλαγή της ανθρώπινης συνείδησης παραμένει ελλιπής.

Και η αλλαγή της συνείδησης χωρίς ευθύνη απέναντι στην κοινωνία παραμένει ιδιωτική υπόθεση.

Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται, ίσως, ο δρόμος προς έναν πολιτισμό όπου ο άνθρωπος δεν θα χρειάζεται πια να είναι ούτε νικητής ούτε ηττημένος για να έχει αξία.

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

30.10.2026

Τελευταία Άρθρα