Τρεις στρογγυλές πισίνες. Νερό σε διαρκή κίνηση. Εκατοντάδες λευκά πορσελάνινα μπολ επιπλέουν, συναντιούνται και συγκρούονται, δημιουργώντας μια εμπειρία παύσης και ηρεμίας στην καρδιά της Αθήνας. Η εικαστική και ηχητική εγκατάσταση που έγινε viral διεθνώς, από το Bourse de Commerce – Pinault Collection στο Παρίσι έως το Park Avenue Armory της Νέας Υόρκης, παρουσιάζεται στην Onassis Mandra, για πρώτη φορά σε ανοιχτό χώρο.
«Με ενδιαφέρει να δίνω μορφή στις αισθήσεις των επισκεπτών, προσφέροντάς τους κατεύθυνση αλλά και χώρο για να ονειροπολήσουν. Το μόνο μήνυμα που θέλω να μεταφέρω είναι μια πρόσκληση να κατοικήσουν έναν χώρο που έχω σχεδιάσει ειδικά για εκείνους» λέει ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό.
Εικαστικός, μουσικός και συνθέτης, ο βραβευμένος Γάλλος καλλιτέχνης εξερευνά εδώ και δεκαετίες τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την καθημερινή ζωή. Αντί να συνθέτει μουσική με τον παραδοσιακό τρόπο, δημιουργεί ζωντανά συστήματα από αντικείμενα, νερό, κίνηση και χώρο. Τα πιο απλά υλικά μετατρέπονται σε απρόσμενα μουσικά όργανα που παράγουν ήχους σε πραγματικό χρόνο, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση κάποιου ερμηνευτή.
Στην εγκατάσταση, εκατοντάδες λευκά πορσελάνινα μπολ επιπλέουν ελεύθερα στο νερό, ακολουθώντας τη ροή ενός ήπιου ρεύματος. Πλησιάζουν το ένα το άλλο, απομακρύνονται και συγκρούονται απαλά, παράγοντας λεπτούς, κρυστάλλινους ήχους. Κάθε στιγμή είναι διαφορετική και κάθε μικρή σύγκρουση εισάγει μια νέα εκδοχή του έργου.
Ο Μπουζιέ-Μουζενό ανέπτυξε για πρώτη φορά το “clinamen” το 1997. Ο τίτλος της εγκατάστασης προέρχεται την αρχαιοελληνική λέξη «παρέγκλισις», που αποτέλεσε κομβικό όρο της επικούρειας φιλοσοφίας και περιγράφει την απρόβλεπτη παρέκκλιση στην κίνηση των ατόμων: μια μικρή απόκλιση που αφήνει χώρο για το τυχαίο, την ελευθερία, το απροσδόκητο.
Κάθε φορά που παρουσιάζεται, το “clinamen” προσαρμόζεται στην αρχιτεκτονική και στην ατμόσφαιρα του χώρου που το φιλοξενεί. Στην Αθήνα, δεν μεταφέρεται απλώς αλλά συντονίζεται εκ νέου με τον ήχο της πόλης και με τις μεταβολές του καιρού και του φωτός του αττικού ουρανού. Οι επισκέπτες καλούνται να σταθούν μέσα σε ένα τοπίο νερού και ήχου, να ακούσουν, να παρατηρήσουν και να αφήσουν τον χρόνο να κυλήσει αλλιώς. Σαν μια πανηγυρική ωδή στην ονειροπόληση, την ακρόαση και τον αναστοχασμό. Κι αν βρέξει, ο ήχος της βροχής θα γίνει μέρος της παρτιτούρας.
Με το “clinamen”, η ανακαινισμένη Onassis Mandra συστήνεται εκ νέου στο κοινό, επαναφέροντας στο προσκήνιο το μοναδικό σωζόμενο αθηναϊκό υπαίθριο θέατρο της μπελ επόκ: έναν ιστορικό χώρο δίπλα στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη και στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Εκεί, η εγκατάσταση μεταμορφώνει τον χώρο σε μια ανοιχτή πρόσκληση ακρόασης και ανάπαυλας, καλώντας μας να αφεθούμε σε μια σχεδόν εθιστική εμπειρία περισυλλογής και ονειροπόλησης.
Το “clinamen” έχει παρουσιαστεί, μεταξύ άλλων, στο Asia Culture Center στην Γκουάνγκτζου, στη Victoria National Gallery της Μελβούρνης, στο SFMOMA του Σαν Φρανσίσκο, στο Minsheng Art Museum της Σαγκάης και στο Museum of Contemporary Art του Τόκιο.
- Το “clinamen” δεν είχε πάντα τη σημερινή του μορφή. Ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό συνέλαβε την πρώτη εκδοχή του το 1997 στο Παρίσι και το παρουσίασε την ίδια χρονιά στο CAPC Musée de Bordeaux. Έκτοτε, το έργο εξελίχθηκε μέσα από περισσότερες από είκοσι διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες συνομιλούν κάθε φορά με τον εκάστοτε εκθεσιακό χώρο.
- Το έργο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Λειτουργεί ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο ηχητικό περιβάλλον, όπου κανένας επισκέπτης δεν ακούει ακριβώς τον ίδιο ήχο. Κάθε μικρή σύγκρουση δημιουργεί ένα νέο ηχητικό συμβάν, κάνοντας κάθε στιγμή της έκθεσης μοναδική.
- Κάθε μπολ έχει επιλεγεί ξεχωριστά από τον καλλιτέχνη, με βάση το ιδιαίτερο ηχόχρωμά του και τον ήχο που παράγει όταν αντηχεί ή συγκρούεται με τα υπόλοιπα.
- Η θερμοκρασία του νερού στις πισίνες διατηρείται περίπου στους 30°C, ώστε να ενισχύεται η δημιουργία και η μεταφορά του ήχου.
- Πριν τα πορσελάνινα μπολ γίνουν το κύριο αντικείμενο του έργου, ο Μπουζιέ-Μουζενό πειραματιζόταν με καθημερινά αντικείμενα, παιχνίδια, κομμάτια ξύλου και μικρά μουσικά όργανα, ακόμη και με ένα γιουκαλίλι.
- Το “clinamen” συνομιλεί με μια ευρύτερη παράδοση έργων που αξιοποιούν το τυχαίο και τις συμπεριφορές ζωντανών συστημάτων ως δημιουργικά εργαλεία. Έχει συσχετιστεί με τις ιδέες της απροσδιοριστίας του John Cage, με τις γενετικές μουσικές δομές του Brian Eno και με καλλιτέχνες που διερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και το τυχαίο, όπως ο Marcel Duchamp και ο Hans Haacke.
- Σε συνέντευξή του στο Park Avenue Armory, ο Μπουζιέ-Μουζενό εξηγεί ότι τον ενδιαφέρει να «κάνει ορατό τον ίδιο τον ήχο». Δεν τον απασχολεί η αναπαράσταση ή η αφήγηση αλλά η δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες ο ήχος παράγεται και αποκαλύπτεται μπροστά στον θεατή.
- Το “clinamen” δεν είχε πάντα τη σημερινή του μορφή. Ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό συνέλαβε την πρώτη εκδοχή του το 1997 στο Παρίσι και το παρουσίασε την ίδια χρονιά στο CAPC Musée de Bordeaux. Έκτοτε, το έργο εξελίχθηκε μέσα από περισσότερες από είκοσι διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες συνομιλούν κάθε φορά με τον εκάστοτε εκθεσιακό χώρο.
- Το έργο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Λειτουργεί ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο ηχητικό περιβάλλον, όπου κανένας επισκέπτης δεν ακούει ακριβώς τον ίδιο ήχο. Κάθε μικρή σύγκρουση δημιουργεί ένα νέο ηχητικό συμβάν, κάνοντας κάθε στιγμή της έκθεσης μοναδική.
- Κάθε μπολ έχει επιλεγεί ξεχωριστά από τον καλλιτέχνη, με βάση το ιδιαίτερο ηχόχρωμά του και τον ήχο που παράγει όταν αντηχεί ή συγκρούεται με τα υπόλοιπα.
- Η θερμοκρασία του νερού στις πισίνες διατηρείται περίπου στους 30°C, ώστε να ενισχύεται η δημιουργία και η μεταφορά του ήχου.
- Πριν τα πορσελάνινα μπολ γίνουν το κύριο αντικείμενο του έργου, ο Μπουζιέ-Μουζενό πειραματιζόταν με καθημερινά αντικείμενα, παιχνίδια, κομμάτια ξύλου και μικρά μουσικά όργανα, ακόμη και με ένα γιουκαλίλι.
- Το “clinamen” συνομιλεί με μια ευρύτερη παράδοση έργων που αξιοποιούν το τυχαίο και τις συμπεριφορές ζωντανών συστημάτων ως δημιουργικά εργαλεία. Έχει συσχετιστεί με τις ιδέες της απροσδιοριστίας του John Cage, με τις γενετικές μουσικές δομές του Brian Eno και με καλλιτέχνες που διερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και το τυχαίο, όπως ο Marcel Duchamp και ο Hans Haacke.
- Σε συνέντευξή του στο Park Avenue Armory, ο Μπουζιέ-Μουζενό εξηγεί ότι τον ενδιαφέρει να «κάνει ορατό τον ίδιο τον ήχο». Δεν τον απασχολεί η αναπαράσταση ή η αφήγηση αλλά η δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες ο ήχος παράγεται και αποκαλύπτεται μπροστά στον θεατή.
- Η εικαστική και ηχητική εγκατάσταση έχει χαρακτηριστεί από το Artforum ως «μια σχεδόν ιερή συνάντηση με την τέχνη και τη φύση», ενώ ο Observer την περιέγραψε ως «ένα αστικό Ζιβερνί του 21ου αιώνα: ήρεμο, κομψό, ένα καταφύγιο από την οχλαγωγία του σύγχρονου κόσμου».
«Ένα αστικό Ζιβερνί του 21ου αιώνα. Γαλήνιο, κομψό, ένα καταφύγιο από την ένταση του σύγχρονου κόσμου».
– Observer
«Μια λεπταίσθητη χορογραφία ήχου και κίνησης».
«Και μόνο η πρόσκληση να καθίσεις και να χαλαρώσεις δημιουργεί μια διάθεση για ακρόαση και ονειροπόληση».
«Στη ζωή, τέτοιου είδους ανακαλύψεις μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις αμηχανία. Ή να παραδοθείς σε μια κατάσταση που, έως έναν βαθμό, μοιάζει με ελευθερία. Ή και τα δύο. Και αυτή φαίνεται να είναι η μορφή ψυχικής παράδοσης που επιδιώκει ο Boursier-Mougenot να προκαλέσει στους ακροατές του».
«Μια διαλογιστική συμφωνία ουσιαστικής επαφής».
– Surface
«Τα μπολ σού ζητούν να σταματήσεις και να δώσεις προσοχή».
«Τα κλινκ από τα αιωρούμενα μπολ του Céleste Boursier-Mougenot είναι όσο δυνατά χρειάζεται για να φέρουν στον νου φυσικά φαινόμενα, όσο δυνατά χρειάζεται για να μας υπενθυμίσουν όλα όσα κινδυνεύουμε να χάσουμε».
«Το συναρπαστικό είναι ότι το έργο αυτό μπορεί να σε μεταφέρει αλλού. Μερικές φορές σε παρασύρει κάπου και παύεις να αντιλαμβάνεσαι πού βρίσκεσαι».
«Τα μπολ μετατρέπονται σε όργανα μιας συμφωνίας δίχως παρτιτούρα ή ερμηνευτή, ενός έργου σε αέναη εξέλιξη, όπου η μουσική γεννιέται από τη στιγμή, από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ύλης, κίνησης και χώρου».
«Μια ζεν ορχήστρα χωρίς μουσικούς, μια μουσική σύνθεση από ευρεθέντα αντικείμενα ή μια τυχαία καθοδηγούμενη περφόρμανς».
– NGV
Ο Céleste Boursier-Mougenot (γενν. 1961, Νίκαια, Γαλλία) ζει και εργάζεται στη Σετ. Τα έργα του, τα οποία έχουν παρουσιαστεί σε χώρους σύγχρονης τέχνης στη Γαλλία και διεθνώς τα τελευταία τριάντα χρόνια, μπορούν να θεωρηθούν πρωτίστως ως έργα ενός μουσικού. Αφού εργάστηκε ως συνθέτης για την ομάδα Side One – Posthume Théâtre του συγγραφέα και θεατρικού σκηνοθέτη Pascal Rambert, στο Παρίσι από το 1985 έως το 1994, ο Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό άρχισε να δίνει μια αυτόνομη μορφή στη μουσική του δημιουργώντας καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις. Σχεδιάζει μηχανισμούς ή περιβάλλοντα που επεκτείνουν την έννοια της μουσικής παρτιτούρας σε ανορθόδοξες συνθέσεις υλικών και μέσων, αξιοποιώντας τις πιο διαφορετικές καταστάσεις ή αντικείμενα προκειμένου να αναδείξει τις ηχητικές τους δυνατότητες και να δημιουργήσει αυθόρμητες, ζωντανές ακουστικές μορφές. Σε συνάρτηση με το αρχιτεκτονικό ή εννοιολογικό πλαίσιο των εκθεσιακών χώρων, κάθε μηχανισμός συνιστά μια πρόσκληση σε μια ακουστική εμπειρία, κατά την οποία οι διαδικασίες παραγωγής ήχου αποκαλύπτονται στο βλέμμα και στην αντίληψη του επισκέπτη.
Ανάμεσα στις πιο αντιπροσωπευτικές σειρές έργων του Μπουρσιέ-Μουζενό συγκαταλέγονται οι εξής: “clinamen” (1997 – σε εξέλιξη), κυκλικές δεξαμενές γεμάτες νερό, μέσα στις οποίες κοινά πορσελάνινα μπολ, επιλεγμένα για το ηχόχρωμά τους, επιπλέουν, συγκρούονται απαλά μεταξύ τους και παράγουν ήχους καμπάνας· “from here to ear” (1999 – σε εξέλιξη), πτηνοτροφεία σχεδιασμένα ως «επικράτειες πουλιών», στα οποία οι επισκέπτες αλληλεπιδρούν, μέσω της απλής παρουσίας και των κινήσεών τους, με αυστραλιανούς σπίνους που πετούν, κουρνιάζουν ή πηδούν πάνω σε ηλεκτρικές κιθάρες με ενίσχυση, παράγοντας έτσι μια αφηρημένη ροκ σύνθεση· “offroad” (2014 & 2019), ένα αδιάκοπο μπαλέτο τριών πιάνων με ουρά, τα οποία ο καλλιτέχνης έχει καταστήσει κινητά και των οποίων η καταδίωξη, η απομάκρυνση και οι περιστασιακές συγκρούσεις μεταξύ τους συνθέτουν μια αυθόρμητη παρτιτούρα για πιάνο· και πιο πρόσφατα, το 2026, το “envolée”, μια μεγάλη κυκλική ανοξείδωτη μεταλλική κατασκευή που στηρίζει οκτώ κούνιες, καθεμία από τις οποίες χτυπά μια εκκλησιαστική καμπάνα καθώς οι επισκέπτες αιωρούνται, δημιουργώντας ένα σύνολο κωδωνοκρουσιών.
* Με το ημερήσιο εισιτήριο μπορείτε να επισκεφθείτε την έκθεση όσες φορές επιθυμείτε εντός της ίδιας ημέρας.
Εισιτήρια διαθέσιμα και στο ταμείο της Onassis Mandra.
Έναρξη προπώλησης Φίλων Στέγης και γενικού κοινού: 15 ΣΕΠ 2026, 17:00
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
clinamenCélesteBoursier-Mougenot26 Σεπτεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου 2026
Onassis Mandra, Διονυσίου Αρεοπαγίτου 2, ΠλάκαΤετάρτη – Κυριακή 11:00 – 14:30 & 17:30 – 21:30
Έναρξη προπώλησης Φίλων Στέγηςκαι γενικού κοινού: 15 Σεπτεμβρίου 2026, 17:00Ημερήσιο εισιτήριο*: 5 €Παιδιά έως 15 ετών:Είσοδος ελεύθερη* Με το ημερήσιο εισιτήριο μπορείτε να επισκεφθείτε την έκθεση όσες φορές επιθυμείτε εντός της ίδιας ημέρας.
Εισιτήρια διαθέσιμα και στο ταμείο της Onassis Mandra






