Η Κατίνα … η γιατρός…….

Χειμώνας καιρός ,ήταν….
Αρρωστος ο αδελφός μου , τριών χρόνων περίπου και γω επτά..
Μας έντυσε η μαμά μου ζεστά και πήραμε το αστικό για το κέντρο της πόλης ,για να τον δει γιατρός.
Κατεβήκαμε στη στάση,’Λέσχη Αξιωματικών” και απο κει, το ΙΚΑ Ήταν κι είναι ακόμη κοντά, σχεδόν απέναντι.
Με τον μικρό αγκαλιά και μένα ,απ το χεράκι κρατημένη ,άνοιξε τη βαριά μαύρη σιδερένια πόρτα του κτηρίου και ανεβήκαμε και τα λίγα σκαλιά ,που οδηγούσαν στον μεγάλο χώρο και που, δεξιά- αριστερά του, είχε άσπρες πόρτες με νούμερα πάνω τους και ταμπελίτσες με την ειδικότητα του γιατρού, που ήταν μέσα.
Κατευθυνόμασταν, προς τον ψηλό πάγκο ,που απο μακρυά εβλεπα ,’οτι πίσω του καθόταν μια νοσοκόμα με το καπελλάκι στα μαλλιά της, σκυμένη ,αλλά απο κοντά ,μια που ,ήμουν κοντή θα την ΄ακουγα μόνο ,όπως κι άλλες φορές, που ερχόμασταν.
Σε μερικά βήματα , αν και φορτωμένη τον αδελφό μου ,με τα βασιλεμένα του ματάκια και το στόμα ανοιχτό απ το πυρετό,η μάνα μου ,άκουσα να κάνει ενα χαμογελαστό ” Α….!!!!!!”…..
Μέχρι να καταλάβω το γιατί,πλησιάσαμε την κυρία ,με την άσπρη ρόμπα ,τα γυαλιά με μαύρο μακρόστενο σκελετό και τα καλοχτενισμενα μαλλιά ,που ερχόταν προς το μέρος μας,,….
“Καλημέρα ,Κατίνα!!!! , είπε η μαμά μου πρόσχαρα….
“Εδώ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΤΙΝΑ !! ΕΙΜΑΙ ΓΙΑΤΡΟΣ!! απάντησε με ύφος εκείνη και δεν κοντοστάθηκε ούτε στιγμή….
Η μαμά μου πάγωσε…
Εγώ κοίταξα, μια , τη σιλουετα της την λευκή ,που έφευγε και μια τη μαμά μου ,μέσα στο καφέ μάλλινο παλτό της ,που πριν λίγο καιρό ,το είχε δώσει σε μοδίστρα ,να της το γυρίσει το μέσα έξω , αφού είχε τριφτεί το απ έξω του και απο μέσα διατηρούνταν ακόμη καλό.
(Το συνήθιζε ο κόσμος τότε ,το γύρισμα “μέσα έξω” σε κάποια χοντρά ρούχα , λόγω αδυναμίας να αγορασθεί καινούριο…)
Απορημένη ,ρώτησα… “ποιά ήταν, μαμά ; “…
“Θα σε πω σε λίγο, μου απάντησε..” κάτσε να κόψουμε χαρτί για το γιατρό και μετά…”
Φθάσαμε στον γκισέ ..
Εδωσε το βιβλιάριο και είπε” Παιδίατρο!! “
“Θέλετε την κα Κ…. η… τον κο Παπαγεωργίου ; “άκουσα τη φωνή της νοσοκόμας ,που δεν έβλεπα όμως..
“Τον κ. Παπαγεωργίου!!!” είπε η μαμά μου, πήρε το βιβλιάριο με το χαρτάκι μέσα και αφού βρήκαμε ,την πόρτα του γιατρού, καθήσαμε απ έξω , να περιμένουμε τη σειρά μας…
Είχε κόσμο αρκετό….
Μάνες και παιδιά κι εμείς με τη μάνα μας, ανάμεσα μας στο σκληρό μακρύ ,σαν καναπέ κάθισμα , απο άσπρο ξύλο..
Περίμενα τη μαμά μου ,να μου πει ….να μου απαντήσει.. σε ό,τι τη ρώτησα…όσο εκείνη ρωτούσε, ποιός είναι ,πριν απο μας, για τον γιατρό και εν τω μεταξύ , άνοιξα το βιβλιάριο..
Χαρτονένια τα εξώφυλλα του και στη μέσα μεριά αριστερά, φωτογραφίες τρείς, των .. ασφαλισμένων ,η μαμά , εγώ κι ο αδελφός μου.
Ασπρόμαυρες ,βγαλμένες στους φωτογράφους της πλατείας ,που σ ‘ έβαζαν να κάτσεις σε μια πτυσσόμενη πολυθρόνα ,απ αυτές του θερινού σινεμά και μπρος, σε ένα μπλέ πανί
Μετά τη φωτογραφία , “της στιγμής” , δεν πολυγνωριζόσουν …
Μας ‘εβγαζαν έτσι ,που θαρρείς κι όλοι ,”είχαμε μούτρα” …
Υφος θλιβερό…και στημένο….
Στα φύλλα του ,κάτι μελανές σφραγίδες, μεγάλες ,
εγραφαν..”Εθεωρήθη δια το έτος……. “
Δεν πρόλαβα να προχωρήσω το ξεφύλλισμα κι η μαμά απάντησε ..
“Είναι δεύτερη ξαδέλφη μου ,αυτή που είδες ,η γιατρέσσα..,,…
Η μάνα της με το μπαμπά μου ,τον παππού σου ,τον Κοσμά ,πρώτα ξαδέλφια, αδελφών παιδιά.
Εμεναν στη Καβάλα…αλλά έρχονταν στο χωριό, πολύ συχνά Κυριακές και τους κρατούσαμε για φαί.
Τη μάνα, το μπαμπά της και τα τρία παιδιά ,μαζί.
Κι αν δεν φούρνισε ψωμιά ,πινακωτές ολόκληρες η γιαγιά και πιταλιές έψηνε πιο μπροστά, να κολατσίσουν και αν δεν έπλασε πίτες κι αν δεν ‘εκανε φαγιά ,να φάμε όλοι μαζί ..
Λέγαμε ,γελούσαμε , …. Τι καλά χρόνια!!!!
Μετά ,μεγάλωσαν , τα σπούδασε ο μπαμπάς τους,,,
Τάπαιρναν τα γράμματα..
Εμείς, στα χωράφια και μοδιστρική ,εκτός απο τον θείο σου τον Νίκο ,που πήγε στο Γυμνάσιο…
Πέρασαν χρόνια ,, μας βρήκαν και πολλά…
Και τώρα…. η Κατίνα….. “Καλημέρα , ” την είπα…αλλά είναι γιατρός,
” άκουσες;;; και ξεχάστηκαν τα σόγια και όλα τα καλά ,που είχαν απο μας…”
Ήρθε η σειρά μας , μπήκαμε όλοι μαζί μέσα στο ιατρείο.
“Αμυγδαλίτιδα¨,, είπε ,όταν ‘εβγαλε το πλατύ ξυλάκι ,σαν του παγωτού, απ το στοματάκι του αδελφού μου,που αναγούλιασε απ την εξέταση.
Γράφτηκαν τα φάρμακα και φεύγοντας ,πήραμε κι απ το φαρμακείο ‘ο,τι επρεπε και ξανά ,αστικό και πίσω στο σπίτι…
Η μάνα μου στεναχωρέθηκε πολύ και σ’ ολη τη διαδρομή μουρμούριζε κάτι ,που δεν ακουγόταν δυνατά..
Οταν, ‘ηρθε το μεσημέρι ,ο μπαμπάς απ τη δουλειά ,ρώτησε τι κάναμε , του είπε όλο το περιστατικό ,κι εκείνος ,, χωρίς να πει πολλά,,της είπε…
“Αλλη φορά κι εσύ ,άμα τη δεις ,αφού ξέρεις ότι η ” δουλειά της μεγάλωσε κι η ψείρα χόρτασε και βγήκε στο γιακά ” τώρα που είναι γιατρός ,ΜΗ τυχόν και τη ξαναμιλησεις!!
” Στο γαιδούρι, ενάμισυ γαιδούρι νάσαι κι όχι ένα!!!…. καλά λεει η μάνα μ΄… “
Πέρασαν μέρες ,ήρθε η γιαγιά απ το χωριό ,να ψωνίσει απ της Καβάλας τα μαγαζιά ,’ο,τι δεν εύρισκε στα εκεί ,ήρθε και στο σπιτι μας, ‘οπως πάντα και μας έφερνε, ή … τσουρεκάκια απ του Καράογλου τον φούρνο, η “σίσια ” ***όπως έλεγε τα σάντουιτς με σουβλάκια η κεφτεδάκια..
Της είπε η μανα μου ,τι έγινε στο ΙΚΑ…
” Ζείτε χρονείτε, όπου κάτσετε για φαί , αυτωνών το σπίτι πάντα να θυμάστε και να φχαριστάτε” είπε ,μόνο……και συμπλήρωσε.. ” εγώ ,τότε , όλα με τη καρδιά μ΄ τάκαμνα ….
Ας τα ξέχασαν …
Σκάλες ανεβάζει ,σκάλες κατεβάζει ο Θεός… κι εμάς μας ηύραν πολλά …και κακά…
Τότε, που έρχονταν σε μας ,αυτοί , είχαμε το καιρό μας ,το καλό…,αλλα ,πιά ανεβηκαν στ΄αλογο ,κάτ΄ (ω), δε καταδέχονται να διούν… “
Αυτό το φαί ,της αλαζονείας , της μύτης ψηλά και του σηκωμένου φρυδιού, το γευόμαστε , ενίοτε…
Κι είναι για λύπη ,’οσοι κι όσες ” το πήραν πάνω τους” επειδή η ζωή τους , έχει πορεία διαφορετική και ξεχνούν πως, είμαστε όλοι άνθρωποι κι εκείνο ,που μετράει, είναι νάσαι καλοπροαίρετος ,με αγαθή ματιά και να μη ξεχνάς, ό,τι καλό εισέπραξες και χωρις να στο χρωστούν. Απο το βιβλίο μου , ” Τα Καβαλιώτικα ,μικρά μου χρόνια”
19.1.2024