ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
Απάντηση στην τοποθέτηση Υφυπουργού και Διευθύνοντος Συμβούλου ΕΚΚΟΜΕΔ για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού
Ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΕΚΚΟΜΕΔ τοποθετήθηκε στη Βουλή, όπως και ο Υφυπουργός Πολιτισμού — ο οποίος απάντησε επανειλημμένως, σε τέσσερις διαφορετικές συνεδριάσεις, στην κριτική για το Μέρος Δ΄ του νομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού. Εμείς ακούσαμε προσεκτικά, σε όλες τις συνεδριάσεις. Οφείλουμε δημόσια απάντηση, γιατί η εικόνα που δόθηκε και οι αριθμοί που ακούστηκαν, όσο “ακριβής” κι αν είναι ο καθένας μεμονωμένα, στήνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μη διασταυρώνονται ποτέ μεταξύ τους και μια εικόνα που δεν αντέχει να κοιταχτεί συνολικά είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μισή αλήθεια.
Πριν από την ουσία, θέτουμε ένα ζήτημα διαδικασίας που δεν είναι όμως δευτερεύον, όσο κι αν βολεύει να περάσει έτσι. Η διαβούλευση του νομοσχεδίου κράτησε μόλις 12 ημέρες — για ένα κείμενο που αναδιατυπώνει από την αρχή ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο χρηματοδότησης του ελληνικού κινηματογράφου και του οπτικοακουστικού τομέα. Στην ακρόαση φορέων της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων αποκλείστηκε σειρά σωματείων που ζήτησαν να συμμετάσχουν, ανάμεσά τους η Ένωση Ελληνικού Ντοκιμαντέρ και το Σωματείο Εργαζομένων στον Οπτικοακουστικό Τομέα «Κλακέτα». Και στους φορείς που τελικά κλήθηκαν να μιλήσουν για τη λειτουργία ολόκληρου του κλάδου τους για τα επόμενα χρόνια, δόθηκαν μόλις τρία λεπτά για τον καθένα.Είναι λοιπόν σαφές οτι δεν πρόκειται για διάλογο· είναι διαβούλευση-άλλοθι, με το χρονόμετρο να κάνει τη δουλειά του. Ο Υφυπουργός επικαλέστηκε σε επόμενη συνεδρίαση δύο χρόνια συζητήσεων, λέγοντας ότι είδε προσωπικά «όλους τους φορείς… τουλάχιστον μια φορά τους περισσότερους». Ας μας εξηγήσει, τότε, πώς «όλοι χαιρέτησαν» το νομοσχέδιο, όπως ισχυρίστηκε επανειλημμένα, όταν πολλά σωματεία και φορείς του χώρου παραμένουν δημόσια ενάντια στο νομοσχέδιο,και μάλιστα και εγγράφως,.
Επί της ουσίας, ξεκινάμε από κάτι που δεν χρειάζεται ερμηνεία, μόνο προσοχή: και οι δύο ομιλητές περιέγραψαν λάθος τη σύνθεση της ίδιας Κεντρικής Επιτροπής του άρθρου 85, του οργάνου που θα αποφασίζει ποια έργα χρηματοδοτούνται. Ο Διευθύνων Σύμβουλος μίλησε για «τρεις κινηματογραφιστές και δύο γενικούς διευθυντές ΕΚΚΟΜΕΔ». Ο Υφυπουργός μίλησε για τρία μέλη συνολικά, ένα ανά φορέα, παραλείποντας το δευτερο μελος του ΕΚΚΟΜΕΔ και εντελώς το πέμπτο μέλος — αυτό ακριβώς που διορίζεται απευθείας από τον Υπουργό. Η πραγματική σύνθεση, όπως γράφεται μέσα στο ίδιο το άρθρο 85 §1, είναι 5μελής: δύο στελέχη ΕΚΚΟΜΕΔ, ένα πρόσωπο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ένα της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, και ένα πρόσωπο διορισμένο απευθείας από τον Υπουργό — δηλαδή 3 από τα 5 μέλη συνδέονται άμεσα με τη διοίκηση ή το Υπουργείο. Αν οι δύο βασικοί υπερασπιστές του νομοσχεδίου δεν συμφωνούν καν πόσα μέλη έχει το ίδιο τους το όργανο, ίσως αξίζει να ξαναδιαβάσουν το νομοσχέδιο πριν το υπερασπιστούν ξανά.
Ο πολλαπλασιαστής «4,2» που ακούστηκε προέρχεται από τη μελέτη της βρετανικής Olsberg SPI: κάθε ευρώ δημόσιας επένδυσης στο cash rebate δημιούργησε 4,2 ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας την περίοδο 2018-2025. Είναι όμως ακριβώς η ίδια μελέτη που βρήκε ότι πέντε μόνο εταιρείες απορροφούν το 36 με 37 τοις εκατό αυτής της ενίσχυσης — εύρημα που, περιέργως, δεν χώρεσε στην ίδια ομιλία. Στη δική μας επεξεργασία του δημόσιου Ευρετηρίου Πληρωμών του ίδιου του ΕΚΚΟΜΕΔ καταλήγουμε στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, από εντελώς άλλη πηγή: οι 5 μεγαλύτεροι δικαιούχοι απορροφούν το 27,7% (€81,7 εκατ.), οι 15 μεγαλύτεροι το 59,0%, με μεγαλύτερο μεμονωμένο δικαιούχο €23,2 εκατ. σε σύνολο 25 έργων . Μια βρετανική μελέτη , και η δική μας ανάλυση πάνω σε δημόσια στοιχεία του ίδιου του ΕΚΚΟΜΕΔ, καταλήγουν στο ίδιο σημείο από αντίθετες κατευθύνσεις: το χρήμα συγκεντρώνεται σε λίγους μεγάλους δικαιούχους. Η δημοσιοποίηση του Ευρετηρίου, στην οποία παραπέμπει με τόση υπερηφάνεια ο Διευθύνων Σύμβουλος, δεν αναιρεί αυτή τη συγκέντρωση — την τεκμηριώνει, με τα δικά του στοιχεία.
Αξίζει, μάλιστα, ένα σχόλιο ανάμεσα στις δύο μελέτες που κυκλοφορούν παράλληλα, γιατί δείχνει το ίδιο μοτίβο σε άλλη μορφή. Η Olsberg SPI δίνει «4,2» σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (GVA), σωρευτικά για την περίοδο 2018-2025. Η Μελέτη ΙΟΒΕ 2026, από την άλλη, δίνει «2,67» επίδραση στο ΑΕΠ ανά ευρώ «άμεσης συνεισφοράς» — αριθμός που, αν υπολογιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως η προηγούμενη Μελέτη ΙΟΒΕ του 2014 (δηλαδή πάνω στην ίδια τη δαπάνη, όχι πάνω σε ένα τεχνητά μικρότερο κομμάτι της), πέφτει στο 1,43 — χαμηλότερο, όχι υψηλότερο, από το 1,6 του 2014. Τρεις μελέτες, τρεις διαφορετικοί αριθμοί, καμία δημόσια εξήγηση γιατί διαφέρουν οι μέθοδοι υπολογισμού μεταξύ τους. Το μόνο σταθερό μοτίβο είναι ότι κάθε φορά επιλέγεται δημόσια ο μεγαλύτερος διαθέσιμος αριθμός, όποια μελέτη κι αν τον παράγει.
Στα διοικητικά νούμερα που ακούστηκαν —70% ποσοστό αποπληρωμής, 0,4% ληξιπρόθεσμα σε μόλις δύο έργα— δεν έχουμε λόγο να αντιτάξουμε κάτι. Το πρώτο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, σε συνέντευξή του στο διεθνές έντυπο Variety τον Νοέμβριο του 2024, όπου ανέφερε 211 από 319 εγκεκριμένες αιτήσεις πλήρως αποπληρωμένες, δηλαδή 66% — κοντά στο 70% που ακούστηκε στη Βουλή, είκοσι μήνες αργότερα. Στην ίδια όμως συνέντευξη ο κ. Χριστόπουλος αποκάλυπτε κάτι που δεν χώρεσε στη Βουλή: ότι η πλατφόρμα του cash rebate είχε πάψει εντελώς να λειτουργεί επί μήνες, ειδικά για να «καθαρίσει» ένα backlog άνω των €100 εκατομμυρίων σε εκκρεμείς οφειλές — δικά του λόγια ήταν ότι «δεν μπορείς να είσαι αξιόπιστος, ειδικά στο εξωτερικό, αν έχεις τεράστιο backlog». Δεν πρόκειται για αντίφαση στα ίδια τα νούμερα· το «ληξιπρόθεσμο» προφανώς ορίζεται στενά, ώστε να εξαιρεί ό,τι βρίσκεται σε ένσταση ή εκκρεμή έλεγχο. Είναι όμως αρκετά ενδεικτικό ότι στη Βουλή επιλέχθηκε ο αριθμός που καθησυχάζει.
Πρέπει εδώ να είμαστε ακριβείς, γιατί ο Υφυπουργός έχει όντως δίκιο σε ένα σημείο. Το άρθρο 103 §5 του κατατεθέντος νομοσχεδίου ορίζει ρητά ότι τα ποσά που προβλέπονται για τις Δράσεις Film Greece και TV Greece «αποτελούν ελάχιστα εγγυημένα ποσά χρηματοδότησης και δύνανται να αναπροσαρμόζονται μόνο προς αύξηση» για όλη την περίοδο 2026-2030. Αυτό ισχύει,αφορά όμως αποκλειστικά το cash rebate τον διαχωρισμό ανάμεσα σε κινηματογράφο και τηλεόραση μέσα στο επενδυτικό εργαλείο. Δεν αφορά όμως το Επιλεκτικό Πρόγραμμα, το οποίο μέσα στις πολλές του δράσεις, είναι το μόνο που αφορά και την ελληνική κινηματογραφική τέχνη. Σε ολόκληρο το Μέρος Δ΄ του νομοσχεδίου η λέξη «εγγυημένα» εμφανίζεται ακριβώς μία φορά, και είναι αυτή για το cash rebate. Όταν λοιπόν ο Υφυπουργός λέει για τα €15 εκατ. του Επιλεκτικού ότι είναι «προορισμένα να καταλήξουν εκεί που πρέπει» και δεν έχουν «καμία σχέση» με τα άλλα κονδύλια, δανείζεται τη βεβαιότητα μιας εγγύησης που υπάρχει αλλού στον νόμο, δηλαδή στα επενδυτικά εργαλεία. Το Επιλεκτικό Πρόγραμμα παραμένει, όπως δείξαμε, στη διακριτική ευχέρεια ενός μελλοντικού Κανονισμού Χρηματοδότησης.
Για τα €15 εκατ. που, σύμφωνα με τον Υφυπουργό, «θα στηρίζουν μόνο την ελληνική δημιουργία»: με βαση την ανακοίνωση κατανομής του ίδιου του πενταετούς Σχεδίου «Greece On Screen» (Υπουργικό Συμβούλιο, 30.4.2026). Τα €412 εκατ. της περιόδου 2026-2030 δίνονται σε ένα ενιαίο κονδύλι, «για επενδυτικά προγράμματα… και για επιλεκτικά προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής» μαζί, χωρίς κανέναν εσωτερικό διαχωρισμό ποσού. Καμία επίσημη πηγή δεν δείχνει δεσμευμένη, ξεχωριστή γραμμή αποκλειστικά για το επιλεκτικό — το «€15 εκατ.» υπάρχει μόνο εκεί όπου δεν κοστίζει τίποτα να ειπωθεί, στον προφορικό λόγο. Και ακόμη κι αν αυτά τα €15 εκατ. υλοποιηθούν όπως λέγεται προφορικά, η ίδια η έννοια του «επιλεκτικού για τον ελληνικό κινηματογράφο» διαλύεται από μέσα: το άρθρο 86 §3γ επιτρέπει, με απλό Κανονισμό Χρηματοδότησης, να ενταχθούν στο ίδιο κονδύλι «ψηφιακά παιχνίδια (gaming), τεχνολογίες εμβύθισης (XR, VR, AR)… και κάθε άλλη καινοτόμο μορφή». Ρήτρα σκόπιμα απεριόριστη, γραμμένη ακριβώς όσο αόριστα χρειάζεται για να χωράει τα πάντα. Και όσο εντυπωσιακά κι αν ακούγονται τα ποσοστά αύξησης (78%, 200%, 233%), η Ελλάδα παρέμενε πριν από αυτές τις αυξήσεις η χώρα με τη χαμηλότερη, στην Ευρώπη, στήριξη της εθνικής κινηματογραφίας: Πορτογαλίας €23 εκατ., Βελγίου €37 εκατ., Κροατίας €15 εκατ. (χώρα με ΑΕΠ στο ένα τρίτο του ελληνικού). Δεν είναι κατόρθωμα να μένεις τελευταίος έχοντας απλώς τρέξει λίγο περισσότερο από τον εαυτό σου.
Το ίδιο ισχύει και για το «+316%» του Προγράμματος Εξωστρέφειας που επικαλέστηκε ο Διευθύνων Σύμβουλος: μεγάλο ποσοστό, μικρό ποσό. Σύμφωνα με τον ίδιο τον απολογισμό του ΕΚΚΟΜΕΔ, ολόκληρο το πρόγραμμα διαχειρίστηκε, στο πρώτο πλήρες έτος λειτουργίας του, περίπου €800.000 συνολικά. Είναι λιγότερο από το 1% του ετήσιου πακέτου δημόσιας χρηματοδότησης του κλάδου (€78,3 εκατ.), και ασήμαντο μπροστά στα €58 εκατ. που παίρνει μόνο του το cash rebate. Μια θεαματική αύξηση πάνω σε ένα τόσο μικρό ποσό είναι, στην πράξη, θέαμα — όχι πολιτική.
Στη Βουλή ο Υφυπουργός υπερασπίστηκε ρητά τη χρηματοδότηση ριάλιτι και τηλεπαιχνιδιών μέσα από τη Δράση TV Greece του cash rebate, με τα εξής λόγια: «Το cash rebate δεν είναι πρόγραμμα αισθητικής αξιολόγησης. Δεν είναι μηχανισμός με τον οποίο το κράτος αποφασίζει ποιο τηλεοπτικό είδος είναι υψηλή τέχνη και ποιο όχι — δεν υπάρχει τέτοιος μηχανισμός και δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Είναι ένα εργαλείο αναπτυξιακής και βιομηχανικής πολιτικής». Ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΕΚΚΟΜΕΔ πρόσθεσε παρόμοιο επιχείρημα από άλλη κατεύθυνση: ότι πρέπει να στηρίζονται και εκπομπές με ευρύ κοινό, αφού δεν βλέπουν όλοι art house ταινίες. Σε επόμενη συνεδρίαση, ο Υφυπουργός όταν ρωτήθηκε ευθέως αν προσωπικά θεωρεί ότι ένα reality ή ένα τηλεπαιχνίδι έχει καλλιτεχνική αξία και συνιστά πολιτισμό, ο Υφυπουργός αρνήθηκε να απαντήσει — είπε ρητά ότι δίνει «τη μάχη» ώστε η προσωπική άποψη κανενός υπουργού να μην έχει καμία αξία στην κρίση αυτή, και παρέπεμψε το ερώτημα στους «ανεξάρτητους αξιολογητές». Ας το προσέξουμε αυτό: ο ίδιος ο άνθρωπος που υπερασπίζεται δημόσια τη χρηματοδότηση ριάλιτι δεν δεσμεύεται να πει αν το θεωρεί καν πολιτισμό. Ωραία ρητορική και από τους δύο, μόνο που κανείς τους δεν διάβασε πρώτα το ίδιο το άρθρο που υπερασπιζόταν: αν πρόκειται για καθαρά βιομηχανικό εργαλείο χωρίς αισθητική κρίση, γιατί το άρθρο 78 §8 και §13 απαιτεί ρητά να «τεκμηριώνεται πολιτιστικός χαρακτήρας» για να ενταχθεί ένα πρόγραμμα; Δεν μπορεί το κριτήριο να είναι ταυτόχρονα «τι βλέπει ο κόσμος» και «πολιτιστικός χαρακτήρας». Η ίδια η διατύπωση του άρθρου 78 §8 δείχνει πού οδηγεί στην πράξη αυτή η βολική ασάφεια: επιλέξιμη γίνεται ρητά η «δραματοποιημένη πραγματικότητα», καθώς και «ψυχαγωγικά και διαγωνιστικά προγράμματα, τηλεπαιχνίδια και παιχνίδια γνώσεων» — αρκεί να τεκμηριωθεί «πολιτισμική προσαρμογή διεθνών μορφότυπων στην ελληνική πραγματικότητα». Με τόσο ελαστικά κριτήρια, ένα ριάλιτι περνάει ως «δραματοποιημένη πραγματικότητα», μια εκπομπή μαγειρκής ως πρόγραμμα προώθησης της ελληνικής γαστρονομίας, κι ενα talent show ως ανάδειξη της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Δεν είναι υπερβολή, είναι η ίδια η ευρύτητα της διάταξης που το επιτρέπει, όσο κι αν φαίνεται αστείο γραμμένο σε νόμο του κράτους.
Και ενώ στο cash rebate η κυβέρνηση δέχεται, στην πράξη, την τηλεθέαση ως κριτήριο, το πραγματικό καταφύγιο του μη εμπορικού έργου — το ντοκιμαντέρ, το πρώτο έργο, η μυθοπλασια και η ανεξαρτητη παραγωγη έχουν το δικό τους, ξεχωριστό πρόβλημα: είναι το Επιλεκτικό Πρόγραμμα, το οποίο, όπως δείξαμε παραπάνω, διαλύεται από μέσα μέσω του άρθρου 86 §3γ. Το αποτέλεσμα είναι απλό και δεν χρειάζεται στολίδια: πουθενά μέσα σε αυτό το νομοσχέδιο δεν απομένει πια ένας καθαρός, προστατευμένος χώρος για έργο που δεν κρίνεται ούτε από την τηλεθέαση, ούτε από την εμπορική του απόδοση.
Κανείς από τους δύο ομιλητές δεν απάντησε στο ερώτημα για το άρθρο 84 §8θ, το οποίο επιτρέπει την ανάκληση ήδη εγκεκριμένης χρηματοδότησης «για λόγους δημοσίου συμφέροντος», χωρίς ο νόμος να ορίζει πουθενά τι ακριβώς αυτό σημαίνει. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί το προσπέρασαν και οι δύο: σε κάθε τους τοποθέτηση, σε κάθε συνεδρίαση, η λέξη που επαναλαμβάνουν περισσότερο από κάθε άλλη είναι «ασφάλεια δικαίου» — νομοθετημένη εγγύηση, σταθερότητα, προβλεψιμότητα για τον δημιουργό. Μόνο που το άρθρο 84 §8θ αναιρεί ακριβώς αυτή την ασφάλεια για όποιο έργο κριθεί, εκ των υστέρων, “επικίνδυνο”. Κανένα έργο δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ασφαλές όταν η τύχη του εξαρτάται από μια τόσο ασαφή, πολιτικά προσαρμόσιμη ρήτρα.
Και οι δύο, τέλος, στα ερώτηματα “ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται, ποιος ελέγχει το περιεχόμενο” απάντησαν με πλήρη προσοχή “πόσο γρήγορα πληρώνει ο φορέας, πόσο διαφανές είναι το Ευρετήριο” . Δεν είναι τα ίδια ερωτήματα, όσο κι αν βολεύει να απαντηθούν σαν να είναι. Και για τη μονοπώληση του χώρου δεν ειπώθηκε ούτε λέξη..
Θα επιμείνουμε, όσο χρειαστεί: το ζήτημα δεν είναι αν ο ΕΚΚΟΜΕΔ έγινε πιο αποτελεσματικός διαχειριστικά. Το ζήτημα είναι ότι ο δημιουργός, ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος παραμένουν σχεδόν αόρατοι μέσα στο ίδιο το νομοσχέδιο που υποτίθεται τους αφορά, ότι η καλλιτεχνική ελευθερία δεν κατοχυρώνεται πουθενά, και ότι ο κινηματογράφος συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως τέχνη.
ΖΗΤΑΜΕ:
- Την άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου. Μετά την κατάργηση του ΕΚΚ, θεωρούμε ότι πρέπει να δημιουργηθεί ενιαίος φορέας παραγωγής και διανομής της εθνικής κινηματογραφίας, διακριτός από κάθε επενδυτικό εργαλείο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων. Μέχρι τότε, το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να δεχθούμε ως υποχώρηση είναι: θεσμοθετημένη χρηματοδότηση των επιλεκτικών προγραμμάτων στα 16 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, για την υλική ενίσχυση της κινηματογραφικής τέχνης , ως κατώτατο όριο, με δεσμευμένο κωδικό προϋπολογισμού αποκλειστικά για τον κινηματογράφο, και θεσμοθέτηση αναλογικής ποσόστωσης υπέρ των επιλεκτικών προγραμμάτων.
- Πλήρη αποκατάσταση της εισφοράς 1,5% των τηλεοπτικών σταθμών στην αρχική της βάση.
- Υποχρεωτική συνεισφορά 2–5% επί των εγχώριων εσόδων κάθε πλατφόρμας streaming προς όφελος της ελληνικής κινηματογραφικής τέχνης.
- Σταθερή κρατική χρηματοδότηση του πολιτισμού στο 2% του προϋπολογισμού, με δεσμευμένο κωδικό για την ελληνική κινηματογραφία.
Το Δ.Σ. της ΕΝΩΣΗΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
29.7.2026






