Η Ασπίδα του Αχιλλέα ή η Αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης; Της Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

Μερικές λέξεις στην πολιτική έχουν τη δύναμη να σταματούν τη συζήτηση πριν καν αρχίσει. Μία από αυτές είναι η λέξη: «ασφάλεια».

Μόλις μια δαπάνη συνδεθεί με την εθνική ασφάλεια, το οικονομικό της ύψος γίνεται δυσκολότερο να αμφισβητηθεί, οι εναλλακτικές επιλογές περνούν σε δεύτερη μοίρα και όποιος επιμένει να ρωτά «γιατί τώρα;», «γιατί τόσο;» ή «γιατί από αυτόν τον προμηθευτή;» κινδυνεύει να εμφανιστεί γραφικός, ανεύθυνος απέναντι στις «απειλές» που αντιμετωπίζει η χώρα.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη συμφωνία της Ελλάδας με το Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».

Στις 31 Αυγούστου η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία ύψους 3,035 δισ. ευρώ για ένα πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι-drone άμυνας. Περισσότερα από 750 εκατ. ευρώ προβλέπεται να συνδεθούν με τη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ το σύστημα εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό της «Ατζέντας 2030». Το ίδιο το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας μιλά για ριζική αναμόρφωση της ελληνικής άμυνας και χαρακτηρίζει την ταχεία αλλαγή «αναγκαίο όρο εθνικής επιβίωσης» (ΥΠΕΘΑ, 2026).

Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να προστατεύσει την εθνική της ασφάλεια. Είναι αν μπορεί να το κάνει με έναν τρόπο που δημιουργεί ηθική συνενοχή, διοχετεύοντας δισεκατομμύρια στην ισραηλινή πολεμική βιομηχανία, και ταυτόχρονα οικοδομεί μια στρατηγική εξάρτηση ικανή να περιορίσει αύριο την πολιτική και εθνική της αυτονομία.

Η Ελλάδα έχει πράγματι προβλήματα ασφαλείας. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές είναι υπαρκτές, το κλίμα είναι ασταθές και σίγουρα κανένα σοβαρό κράτος δεν μπορεί να παραμελεί την άμυνά του (Reuters, 2024).

Άλλο όμως η αναγνώριση μιας απειλής και άλλο η μετατροπή κάθε συγκεκριμένης εξοπλιστικής επιλογής σε αναπόφευκτη συνέπειά της.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι μια έκτακτη αγορά που πρέπει να γίνει σήμερα επειδή η χώρα απειλείται αύριο το πρωί. Το ίδιο το Υπουργείο Άμυνας έχει ανακοινώσει ότι το πλήρες σύστημα θα είναι επιχειρησιακά έτοιμο σε 35 μήνες, με σταδιακές παραδόσεις, και ότι εντάσσεται σε μακροχρόνιο εξοπλιστικό σχεδιασμό. Το συνολικό ελληνικό πρόγραμμα στρατιωτικού εκσυγχρονισμού μέχρι το 2036 υπολογίζεται σε περίπου 28 δισ. ευρώ (ΥΠΕΘΑ, 2026· Reuters, 2026).

Άρα δεν επρόκειτο για μια απόφαση που έπρεπε να ληφθεί υπό το καθεστώς αιφνίδιου επείγοντος. Οι συζητήσεις είχαν αρχίσει ήδη από το 2024, η προμήθεια είχε περάσει από κοινοβουλευτική και κυβερνητική έγκριση μήνες πριν από την υπογραφή και η πλήρης ανάπτυξη του συστήματος απαιτεί σχεδόν τρία χρόνια. Χρόνος για ουσιαστικό δημόσιο και πολιτικό διάλογο υπήρχε (Reuters, 2024· 2026).

Χρόνος για να συζητηθεί αν η συγκεκριμένη δαπάνη πρέπει να έχει αυτό το μέγεθος. Αν ο συγκεκριμένος προμηθευτής είναι η μόνη ή η καλύτερη στρατηγική επιλογή. Αν η συμφωνία μπορούσε να μετατεθεί, να διαφοροποιηθεί ή να ενταχθεί περισσότερο σε ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Και κυρίως αν μια απόφαση που θα δεσμεύσει την ελληνική άμυνα για χρόνια πρέπει να παρουσιάζεται ως τεχνικό ζήτημα που πρέπει να βρίσκεται έξω από την πολιτική αντιπαράθεση.

Η ασφάλεια δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως ασπίδα απέναντι στον δημοκρατικό έλεγχο.

Γιατί πίσω από τα 3,035 δισ. ευρώ υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα.

Μια Ελλάδα στην οποία το 12,1% των πολιτών δηλώνει ότι δεν μπόρεσε να καλύψει ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στις συγκρίσιμες χώρες του OECD είναι 3,4%. Μια χώρα με σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό υγείας και με μεγάλες ανισότητες πρόσβασης στις υπηρεσίες περίθαλψης (OECD, 2025).

Και βέβαια το επιχείρημα δεν είναι «να μην αγοράσουμε όπλα για να φτιάξουμε νοσοκομεία». Οι κρατικοί προϋπολογισμοί δεν λειτουργούν έτσι. Λειτουργούν όμως με προτεραιότητες.

Κάθε δισεκατομμύριο που δεσμεύεται για μια επιλογή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα για μια άλλη. Κάθε κυβέρνηση, όταν καταρτίζει έναν προϋπολογισμό, απαντά έμπρακτα σε ένα ερώτημα πολύ πιο πολιτικό από όσο παραδέχεται: ποιον κίνδυνο θεωρεί πιο επείγοντα;

Τον πύραυλο που μπορεί κάποτε να απειλήσει τη χώρα ή το νοσοκομείο που σήμερα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει εγκαίρως τον ασθενή; Τη στρατιωτική απειλή ή την οικονομική ανασφάλεια του ανθρώπου που δεν μπορεί να ζήσει από τον μισθό ή τη σύνταξή του; Την εξωτερική ισχύ ή τη λειτουργία ενός κράτους που εξακολουθεί να χρειάζεται βαθιές μεταρρυθμίσεις για να υπηρετεί αποτελεσματικά τους πολίτες του;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «ή το ένα ή το άλλο». Ένα σοβαρό κράτος οφείλει να κάνει και τα δύο.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, κάθε μεγάλη εξοπλιστική δαπάνη πρέπει να δικαιολογείται ως συγκεκριμένη πολιτική επιλογή και όχι να προστατεύεται από την κριτική με την επίκληση μιας γενικής και αόριστης απειλής.

Στην περίπτωση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» όμως συμβαίνει κάτι ακόμη πιο σοβαρό. Δεν έχει σημασία μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται. Έχει σημασία και πού πηγαίνουν.

Η συμφωνία διοχετεύει δισεκατομμύρια ευρώ στην ισραηλινή αμυντική βιομηχανία, σε μια περίοδο κατά την οποία η στρατιωτική δράση του Ισραήλ στη Γάζα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη βαρύτερη δυνατή διεθνή κατηγορία. Η Ανεξάρτητη Διεθνής Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ κατέληξε τον Σεπτέμβριο του 2025 ότι οι ισραηλινές αρχές και δυνάμεις έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν γενοκτονία εναντίον των Παλαιστινίων στη Γάζα. Το Ισραήλ απορρίπτει αυτό το πόρισμα· η τελική δικαστική κρίση επί της υπόθεσης δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Τον Ιούνιο του 2026 η ίδια Επιτροπή επανέλαβε ότι, κατά τα ευρήματά της, η γενοκτονική συμπεριφορά συνεχίζεται (ΟΗΕ, 2025· 2026).

Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια που μπορεί να τοποθετηθεί σε παρένθεση κάτω από τη λέξη «προμήθεια».

Το Ισραήλ δεν πουλά απλώς ένα τεχνολογικό προϊόν. Το ίδιο το ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας παρουσιάζει τα συστήματά του μέσα από το «proven track record» τους στο πεδίο. Η πολεμική εμπειρία μετατρέπεται σε τεχνογνωσία, η τεχνογνωσία σε εμπορικό πλεονέκτημα και το εμπορικό πλεονέκτημα σε εξαγωγικά έσοδα. Οι ισραηλινές αμυντικές εξαγωγές έφτασαν το 2024 σε ιστορικό ρεκόρ σχεδόν 15 δισ. δολαρίων. Το 54% αυτών κατευθύνθηκε στην Ευρώπη (Ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας, 2026· Reuters, 2025).

Άρα, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη συζήτηση περί ηθικής συνενοχής.

Αν με τον όρο ηθική συνενοχή εννοούμε τη συνειδητή οικονομική ενίσχυση ενός στρατιωτικού και βιομηχανικού οικοσυστήματος, ενώ γνωρίζουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί και τις πράξεις που του αποδίδονται, τότε η ελληνική συμφωνία δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτή την ευθύνη.

Η Ελλάδα δεν πατά τη σκανδάλη στη Γάζα. Μεταφέρει όμως δισεκατομμύρια ευρώ σε εκείνον τον αμυντικό τομέα που στηρίζει τη στρατιωτική μηχανή του κράτους που διεξάγει τον πόλεμο.

Το χρήμα δεν γίνεται ηθικά ουδέτερο επειδή περνά μέσα από μια νόμιμη σύμβαση προμηθειών.

Δεν μπορεί ένα κράτος να γνωρίζει όσα γνωρίζει σήμερα η διεθνής κοινότητα, να έχει ενώπιόν του πορίσματα του ΟΗΕ, να παρακολουθεί επί χρόνια την καταστροφή στη Γάζα και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει μια συμφωνία δισεκατομμυρίων με την ισραηλινή πολεμική βιομηχανία σαν μια ηθικά αποστειρωμένη συναλλαγή.

Μπορεί να υποστηρίζει ότι η συμφωνία εξυπηρετεί τα στρατηγικά του συμφέροντα. Αυτό είναι πολιτική θέση και μπορεί να κριθεί ως τέτοια. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί ότι η επιλογή αυτή δεν έχει καμία ηθική συνέπεια.

Το ακόμη βαθύτερο πρόβλημα αρχίζει την επόμενη ημέρα της αγοράς.

Γιατί η Ελλάδα δεν αγοράζει ένα οπλικό σύστημα που μόλις παραδοθεί η σχέση θα τελειώσει.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι ένα μεμονωμένο οπλικό σύστημα, αλλά ένα ολόκληρο δίκτυο άμυνας που βασίζεται σε ισραηλινή τεχνολογία, με συστήματα όπως τα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX, ραντάρ και κεντρικό σύστημα ελέγχου. Αυτό σημαίνει ότι η σχέση με τον προμηθευτή δεν τελειώνει με την αγορά: απαιτεί συνεχή τεχνική υποστήριξη, συντήρηση, αναβαθμίσεις και συνεργασία για πολλά χρόνια (Reuters, 2026).

Και τότε η αμυντική πολιτική παύει να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από την εξωτερική πολιτική.

Ο ίδιος ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών δήλωσε, λίγες ημέρες μετά την υπογραφή, ότι «η αμυντική βιομηχανία έχει καταστεί ένα διπλωματικό και γεωπολιτικό όπλο». Την ίδια στιγμή διαβεβαίωσε ότι η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ δεν θα διαταράξει τις άλλες ελληνικές συμμαχίες (ΥΠΕΞ, 2026).

Αλλά ακριβώς επειδή η άμυνα είναι και γεωπολιτικό όπλο, η εξάρτηση από έναν προμηθευτή δεν μπορεί να θεωρείται πολιτικά αδιάφορη.

Τι θα συμβεί την ημέρα που η Ελλάδα θα πρέπει να πάρει μια πραγματικά δύσκολη θέση απέναντι στο Ισραήλ;

Όχι να εκφράσει «ανησυχία». Όχι να ζητήσει γενικά σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Αλλά να στηρίξει κυρώσεις, να απαιτήσει οικονομικό κόστος, να ψηφίσει ένα μέτρο που η ισραηλινή κυβέρνηση θεωρεί εχθρικό ή να συγκρουστεί μαζί της σε ένα κρίσιμο διεθνές ζήτημα.

Πόσο ελεύθερη θα είναι η ελληνική εξωτερική πολιτική όταν ένα σημαντικό τμήμα της εθνικής άμυνας θα στηρίζεται σε ισραηλινή τεχνολογία και μακροχρόνια συνεργασία;

Η εξάρτηση δεν χρειάζεται να εκφραστεί με απειλή. Δεν χρειάζεται καν τηλεφώνημα. Αρκεί να έχει γίνει εσωτερικός υπολογισμός.

Αν η ρήξη με έναν στρατηγικό εταίρο αποκτά και αμυντικό κόστος, τότε η σαφής πολιτική θέση γίνεται επικίνδυνη. Η γλώσσα γίνεται προσεκτικότερη. Η καταδίκη ηπιότερη. Η αποχή πιο εύκολη. Η σιωπή πιο βολική.

Αυτός είναι ο πολιτικός κίνδυνος που γεννά η ίδια η δομή της εξάρτησης.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο μιας συμφωνίας που υπογράφεται στο όνομα της εθνικής ασφάλειας: μπορεί να αυξάνει τη στρατιωτική δυνατότητα της χώρας και ταυτόχρονα να περιορίζει την πολιτική και εθνική της αυτονομία.

Η αντίφαση είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή η ίδια η ελληνική εξωτερική πολιτική δηλώνει ακριβώς το αντίθετο ως αρχή. Στις 2 Σεπτεμβρίου, μία μόλις ημέρα μετά την υπογραφή, ο υπουργός Εξωτερικών δήλωνε ότι «δεν υπάρχει καμία δυνατότητα παραχώρησης σε σχέση με τους κανόνες της διεθνούς νομιμότητας» και ότι η Ελλάδα στέκεται πάντοτε στο πλευρό του διεθνούς δικαίου (ΥΠΕΞ, 2026).

Αυτή δεν είναι απλώς μια ενδιαφέρουσα αντίφαση λόγων. Είναι το πραγματικό τεστ συνοχής μιας κρατικής πολιτικής.

Η Ελλάδα δεν μπορεί από τη μία να επικαλείται το διεθνές δίκαιο ως αδιαπραγμάτευτη αρχή και από την άλλη να δημιουργεί αμυντικές εξαρτήσεις που μπορεί αύριο να την κάνουν πιο διστακτική απέναντι σε εκείνον που το παραβιάζει.

Και η Ελλάδα δεν είναι παρά το παράδειγμα. Το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση επανεξέτασε το 2025 τη συμμόρφωση του Ισραήλ με το άρθρο 2 της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ και κατέληξε ότι υπάρχουν ενδείξεις παραβίασης των υποχρεώσεών του για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ακολούθησαν προτάσεις για περιοριστικά μέτρα και αναστολή ορισμένων εμπορικών προνομίων (EEAS, 2025).

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη παραμένει ο κυριότερος προορισμός των ισραηλινών αμυντικών εξαγωγών (Reuters, 2025).

Άρα δεν έχουμε πια πρόβλημα άγνοιας. Η Ευρώπη γνωρίζει. Γνωρίζει τα πορίσματα. Γνωρίζει τις ανθρωπιστικές συνέπειες. Γνωρίζει τις νομικές ενστάσεις. Γνωρίζει τι λένε οι δικοί της θεσμοί.

Και εξακολουθεί να αγοράζει.

Αυτό είναι το σημείο όπου η ευρωπαϊκή ρητορική περί διεθνούς δικαίου συναντά το πραγματικό της όριο.

Η Ευρώπη απαίτησε, και ορθώς, τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος από τη Ρωσία για την παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας στην Ουκρανία. Επέβαλε κυρώσεις, περιόρισε εμπορικές σχέσεις, αντιμετώπισε ενεργειακό κόστος και επανέλαβε αδιαφιλονίκητα ότι οι αρχές δεν μπορούν να υποχωρούν μπροστά στα συμφέροντα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2026).

Το δύσκολο ερώτημα είναι αν αυτές οι αρχές παραμένουν εξίσου καθολικές όταν το τίμημα πρέπει να το πληρώσει η ίδια η Ευρώπη.

Όταν κινδυνεύει να χάσει μια σύγχρονη τεχνολογία. Έναν στρατηγικό εταίρο. Έναν προμηθευτή. Μια αγορά. Ένα συμβόλαιο δισεκατομμυρίων.

Εκεί ακριβώς κρίνεται μια αρχή. Όχι όταν είναι ανέξοδη. Αλλά όταν συγκρούεται με το συμφέρον.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί πράγματι να κάνει την Ελλάδα στρατιωτικά ισχυρότερη. Αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της συμφωνίας. Δεν αρκεί όμως.

Γιατί η ασφάλεια μιας χώρας δεν μετριέται μόνο με τους πυραύλους που μπορεί να αναχαιτίσει. Μετριέται και με την ποιότητα του κράτους της, με την ασφάλεια που αισθάνονται οι πολίτες στην καθημερινή τους ζωή, με την οικονομική της ανθεκτικότητα, με την ανεξαρτησία των αποφάσεών της και με την ελευθερία της να λέει “όχι” ακόμη και σε έναν ισχυρό σύμμαχο.

Αν μια χώρα, για να ενισχύσει την άμυνά της, εξαρτάται τόσο πολύ από έναν ξένο προμηθευτή ώστε να δυσκολεύεται αργότερα να συγκρουστεί πολιτικά μαζί του, τότε αυτή η «ασφάλεια» έχει και ένα σοβαρό τίμημα: περιορίζει την ελευθερία των αποφάσεών της.

Και αν μια Ευρώπη που δηλώνει ότι οι αρχές της είναι καθολικές συνεχίζει να χρηματοδοτεί εκείνο που ταυτόχρονα καταγγέλλει, τότε η κρίση δεν βρίσκεται μόνο στη Μέση Ανατολή.

Βρίσκεται μέσα στην ίδια την Ευρώπη.

Η ομηρική ασπίδα του Αχιλλέα δεν έφερε πάνω της μόνο εικόνες πολέμου. Έφερε ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή: πόλεις, εργασία, δικαιοσύνη, γιορτή, ειρήνη, σύγκρουση.

Ίσως αυτή να είναι η ειρωνεία της σημερινής «Ασπίδας του Αχιλλέα». Στο όνομα της προστασίας της χώρας κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε τι ακριβώς σημαίνει να προστατεύεις μια κοινωνία.

Ίσως, τελικά, η πραγματική Αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης να μην είναι η στρατιωτική της αδυναμία, αλλά η αδυναμία της να υπερασπιστεί τις αρχές της όταν αυτές συγκρούονται με τα συμφέροντά της…

Παναγιώτα Μπλέτα – Συγγραφέας, Διανοήτρια

16.9.2026