Tο θεατρικό έργο < Bacon > της Sophie Swithinbank, όπως παρουσιάζεται στο θέατρο Άνεσις σε σκηνοθεσία της Έμιλυ Λουίζου και ερμηνεία από τον Γιώργο Μπένο και Αλέξανδρο Πιεχόβιακ συνιστά μία πολυεπίπεδη δραματουργική πρόταση που υπερβαίνει την αρχική του ανάγνωση ως αφήγηση καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Αντιθέτως, το έργο αναπτύσσεται ως ένα σύνθετο πεδίο διερεύνησης της βίας, της ταυτότητας, της μνήμης και της δυνατότητας- ή αδυναμίας – συγχώρεσης. Η Swithinbank αρθρώνει ένα σύμπαν όπου η ενδοοικογενειακή βία λειτουργεί ως πρωταρχικό τραυματικό υπόστρωμα, οι διαπροσωπικές σχέσεις αναπαράγουν μηχανισμούς κυριαρχίας και εξάρτησης, η αρρενωπότητα παρουσιάζεται ως κοινωνική κατασκευή και η επιθυμία εκδηλώνεται ταυτόχρονα ελκτική και καταστροφική.
Η Λουίζου επιλέγει μία λιτή αλλά απόλυτα εστιασμένη σκηνοθεσία. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται σε σκηνογραφικές υπερβολές, αλλά: στην σχεδόν χορογραφημένη βία και την σωματικότητα των ηθοποιών. Κάθε σκηνή ανεβάζει την ένταση μέχρι το σημείο που ο θεατής νιώθει άβολα, εκεί ακριβώς επιμένει. Η επιλογή της να τοποθετήσει τους ηθοποιούς ήδη στον σκηνικό χώρο πριν την έναρξη της παράστασης σε μια κατάσταση οικειότητας, λειτουργεί συνειδητά ως διάρρηξη της θεατρικής σύμβασης. Έτσι, το κοινό έρχεται αντιμέτωπο όχι με τους ρόλους, αλλά με τα σώματα των ερμηνευτών σε μια σχεδόν καθημερινή, ανεπιτήδευτη συνθήκη.
Επιπρόσθετα, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σκηνοθετική διαχείριση του χρόνου. Η αφήγηση δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά μέσα από μία κυκλική και αναδρομική δομή, όπου η τελική σκηνή προβάλλεται και επανέρχεται , διακόπτοντας και επαναπλαισιώνοντας την κεντρική δράση. Αυτή η τεχνική δημιουργεί μια αίσθηση προ οικονομίας, ο θεατής καλείται να ερμηνεύσει τα γεγονότα γνωρίζοντας ήδη έστω υπαινικτικά, την κατάληξή τους. Έτσι, ενισχύεται η αίσθηση ότι το έργο δεν εκτυλίσσεται απλώς στο παρόν, αλλά ανασυντίθεται μέσα από την μνήμη και το τραύμα.
Η ερμηνεία του Αλέξανδρου Πιεχόβιακ δεν φοβάται την υπερβολή, αλλά την χρησιμοποιεί ελεγχόμενα και επιτυχημένα , ως μέσο ανάδειξης της εσωτερικής αστάθειας. Ο χαρακτήρας του δεν παρουσιάζεται απλώς ως φορέας βίας, αλλά ως ένα σύνθετο πρόσωπο που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στην αδυναμία διαχείρισής της. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ικανότητά του να μεταβαίνει απότομα από την οικειότητα στην επιθετικότητα, χωρίς να χάνει την συνοχή του χαρακτήρα. Η παρουσία του είναι καθηλωτική, χωρίς περιττές εντάσεις ή επιφανειακές δραματοποιήσεις, καταφέρνοντας να διατηρεί μία συνεχή ενεργειακή φόρτιση που οδηγεί τον θεατή σε ουσιαστικό προβληματισμό.
Αντίθετα, η ερμηνεία του Γιώργου Μπένου χαρακτηρίζεται από βαθιά εσωτερικότητα, η οποία δεν εκδηλώνεται άμεσα, αλλά διαχέεται σταδιακά μέσα από τη σωματική του παρουσία και την συγκρατημένη εκφορά του λόγου. Πρόκειται για μια υποκριτική προσέγγιση που βασίζεται στον έλεγχο και όχι στην εξωτερίκευση, επιτρέποντας στο συναίσθημα να υποβόσκει αντί να εκρήγνυται. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτη ερμηνεία, όπου κάθε κίνηση, κάθε παύση υπηρετεί με ακρίβεια το δραματουργικό υλικό.
Το σκηνικό της Νίκη Ψυχογιού διαμορφώνεται μέσα από μια έντονα αφαιρετική αλλά ταυτόχρονα συμβολικά φορτισμένη κατασκευή. Ο μεταλλικός κόκκινος σκελετός που δεσπόζει στη σκηνή λειτουργεί ως δομή εγκλωβισμού. Η γεωμετρική του αυστηρότητα, σε συνδυασμό με τις κάθετες γραμμές, δημιουργεί την αίσθηση ασφυξίας και περιορισμού, σαν οι χαρακτήρες να κινούνται εντός ενός ψυχικού ή κοινωνικού κλουβιού. Η παρουσία της κούνιας είναι ιδιαίτερα εύγλωττη : ένα αντικείμενο συνδεδεμένο με την αθωότητα και την παιδικότητα μετατοπίζεται εδώ σ’ ένα περιβάλλον έντασης και απειλής. Έτσι, λειτουργεί ως σύμβολο της χαμένης αθωότητας, αλλά και ως υπαινιγμός επιστροφής στο τραύμα της παιδικής ηλικίας.

Εν κατακλείδι, το έργο δεν προσφέρει σαφή απάντηση ως προς το αν η συγχώρεση είναι εφικτή ,την αφήνει σχεδόν αμφίβολη και η απουσία κάθαρσης δεν αποτελεί δραματουργική έλλειψη, αλλά συνειδητή επιλογή που αντανακλά την δυσκολία υπέρβασης βαθιά ριζωμένων βιωμάτων. Και τελικά, όταν η απόσταση γίνεται επιλογή αλλά και πληγή ταυτόχρονα, τι είναι πιο δύσκολο να αντέξεις: ότι δεν συγχωρέσες ή ότι παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσες να αποδεσμευτείς;
Γράφει η θεατρολόγος Σοφία Σταθάτου.

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Γιώργος Μπένος, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Συγγραφεάς: Sophie Swithinbank
Σκηνοθεσία: Έμιλυ Λουίζου
Μετάφραση: Τζούλια Διαμαντοπούλου
Κίνηση/Χορογραφία: Ιόλη Φιλιππακοπούλου
Μουσική/Σχεδιασμός Ήχου: Ειρήνη Σκυλακάκη
Σκηνικά/Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Ηχοληψία: Θέμης Παντελόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βίβιαν Τσιταμπάνη
Βοηθός Σκηνογράφου/Ενδυματολόγου: Ελπίδα Δαλιάνη
Φωτογραφίες: Γιάννης Αντώνογλου
Trailer: Μαρίζα Καψαμπέλη
Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια)
Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Προβολή/Επικοινωνία: Αγλαΐα Παγώνα (email aglaiapagona@gmail.com)
Το τραγούδι της παράστασης ερμηνεύει ο Παύλος Παυλίδης, σε στίχους/μουσική της Ειρήνης Σκυλακάκη
Παραγωγή: Happy Productions






