Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται μία γυναίκα[Ρούλα Πατεράκη] που μιλά όχι για να αφηγηθεί, αλλά για να επιβιώσει. Ο μονόλογός της ξεδιπλώνει μια διαδρομή μέσα από την απώλεια, την εξάρτηση και την ψυχική φθορά, ανακαλύπτοντας σταδιακά έναν κόσμο διαλυμένων σχέσεων και αδιεξόδων. Ο κόσμος της Λούλα Αναγνωστάκη δεν είναι ποτέ σταθερός, είναι ένας κόσμος που ραγίζει σιωπηλά, αφήνοντας τους ανθρώπους του εκτεθειμένους στα τραύματά τους.

Η κεντρική μας ηρωίδα εκτελεί και την σκηνοθεσία στο Θέατρο Ψυρρή όπου αναδεικνύει τον μονόλογο όχι ως απλή αφήγηση, αλλά ως μια διαδικασία εσωτερικής απογύμνωσης που εκτυλίσσεται μπροστά στον θεατή σε πραγματικό χρόνο. Σε αντίθεση με πιο <<θεατρικές>> προσεγγίσεις που επιχειρούν να δώσουν εξωτερική δράση σε ένα μονολογικό κείμενο, η Πατεράκη επιλέγει να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση : περιορίζει τα εκφραστικά μέσα και εστιάζει στην ένταση του λόγου. Ο μονόλογος δεν λειτουργεί ως ιστορία που λέγεται, αλλά ως κατάσταση που βιώνεται, σχεδόν σαν μια εξομολόγηση που δεν ζητά λύτρωση.
Η ερμηνεία της αποφεύγει τις συναισθηματικές κορυφώσεις. Αντί για εξάρσεις, κυριαρχεί μία ελεγχόμενη, συσσωρευμένη ένταση. Το αποτέλεσμα είναι ένας λόγος που δεν <<παίζει>> προς το κοινό, αλλά μοιάζει να επιστρέφει συνεχώς στον ίδιο τον ομιλητή, σαν να αδυνατεί να βρει πραγματικό αποδέκτη. Αυτό ενισχύει την αίσθηση της μοναξιάς που διαπερνά το έργο της Αναγνωστάκη. Ωστόσο, η επιλογή αυτής της εσωστρέφειας έχει και το κόστο της. Σε μερικά σημεία, η απουσία εξωτερικής δράσης οδηγεί σε μία μονοτονία που μπορεί να απομακρύνει τον θεατή.
Αξίζει να αναφερθεί η ζωντανή μουσική συνοδεία[ Βάϊος Πράπας ] της παράστασης, η οποία λειτουργεί όχι ως απλό ηχητικό υπόβαθρο, αλλά ως ενεργό δραματουργικό στοιχείο. Η επιλογή της ζωντανής εκτέλεσης προσδίδει μία αίσθηση ρευστότητας και αμεσότητας, καθώς λειτουργεί ως ένας παράλληλος ,άτυπος <<συνομιλητής>> του μονολόγου. Εκφράζει όσα ο λόγος αδυνατεί να αρθρώσει, με αποτέλεσμα να γεφυρώνει τα κενά της αφήγησης, ενισχύοντας τη συναισθηματική φόρτιση, χωρίς να την επιβάλλει.
Σκηνογραφικά ,η λιτότητα λειτουργεί καθοριστικά. Ο χώρος δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει κάτι συγκεκριμένο, θυμίζει ένα σαλόνι και δημιουργεί ένα πεδίο όπου ο λόγος μπορεί να υπάρξει χωρίς αντιπερισπασμούς. Το φως συχνά ψυχρό λευκό, ενισχύει την αίσθηση της έκθεσης, καθώς ο μονόλογος δεν προστατεύεται, αλλά εκτίθεται. Προς το τέλος της παράστασης με την βοήθεια προβολέα, η σκηνή <<πλημμυρίζει>> από θερμές αποχρώσεις, δημιουργώντας την αίσθηση ενός κατακόκκινου ουρανού. Η εικόνα αυτή δεν λειτουργεί διακοσμητικά, έρχεται ως συμπύκνωση της συναισθηματικής έντασης που έχει προηγηθεί , προσφέροντας μια σπάνια στιγμή οπτικής και ψυχικής κορύφωσης μέσα στη γενικότερη λιτότητα της παράστασης.
Και τελικά όταν ο λόγος εξαντλείται και η εικόνα του κατακόκκινου ουρανού μένει να αιωρείται ως τελευταία ανάμνηση, η παράσταση δεν προσφέρει απαντήσεις ,αφήνει μόνο ένα αίσθημα εκκρεμότητας, σαν κάτι να ειπώθηκε, χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί. Ίσως και αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό της σχόλιο : ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν κορυφώνεται, δεν λύνεται, αλλά παραμένει ανοιχτή, ατελής. Και τότε γεννιέται το ερώτημα : όταν όλα έχουν ειπωθεί και όμως τίποτα δεν έχει πραγματικά ειπωθεί, ποιος είναι αυτός που τελικά ακούει;
Γράφει η θεατρολόγος Σοφία Σταθάτου.







