Ο Κ. Μητσοτάκη στη Βουλή, με αντικείμενο την ενημέρωση του Σώματος για τον προγραμματισμό των αμυντικών εξοπλισμών και την αμυντική πολιτική της χώρας

«Δεν υπάρχει καμία προκοπή χωρίς ασφάλεια», υπογράμμισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την πρωτολογία του στη Βουλή με αντικείμενο την ενημέρωση του Σώματος για τον προγραμματισμό των αμυντικών εξοπλισμών και την αμυντική πολιτική της χώρας.

Τμήμα της ομιλίας του Πρωθυπουργού στην βουλή για τους αμυντικούς εξοπλισμούς.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, «το τίμημα της ελευθερίας είναι η διαρκής επαγρύπνηση», έλεγε προ δύο αιώνων ο Αμερικανός Πρόεδρος Τόμας Τζέφερσον. Τίμημα το οποίο η πατρίδα μας καταβάλλει σήμερα, με ευθύνη και με συνέπεια, αναγνωρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρχει καμία προκοπή χωρίς ασφάλεια.

Απόδειξη γι’ αυτό είναι και το αντικείμενο της σημερινής μας συνεδρίασης, που δεν είναι άλλο από τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των αμυντικών δαπανών. Θα έλεγα ότι είναι ένα συνολικό σχέδιο, το οποίο αφορά, κατά την άποψή μας, στον πιο δραστικό μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων στη σύγχρονη ιστορία του τόπου.

Όταν, εξάλλου, μιλάμε για πόρους που αφορούν στην Εθνική Άμυνα, δεν εννοούμε, προφανώς, μόνο τις δαπάνες, μόνο τις επενδύσεις για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, όσο πρωτίστως την πάγια, τη σταθερή επένδυση της πατρίδας μας να μένει ισχυρή, σταθερή, ανεξάρτητη, σε έναν κόσμο ο οποίος αλλάζει με απρόβλεπτους ρυθμούς. Αναφερόμαστε, συνεπώς, σε μια πολιτική η οποία συνδέεται και η οποία αλληλεπιδρά με όλο το φάσμα των συλλογικών μας συμφερόντων.

Γιατί, σε ένα πρώτο επίπεδο, η σημασία των ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Χάρη σε αυτές -για να είμαι πιο ακριβής, χάρη και σε αυτές- η χώρα μας απέτρεψε κινδύνους, όπως οι μεταναστευτικές ροές στον Έβρο, υπερασπίστηκε τα δίκαιά της σε κάθε κρίση που εκδηλώθηκε στο Αιγαίο, ενώ ήδη διαθέτει στρατηγικές συμφωνίες με κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, συμμαχίες οι οποίες παρέχουν εγγυήσεις ασφάλειας σε ένα ανασφαλές διεθνές περιβάλλον.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, προφανώς και η άμυνα αναδεικνύεται και σε έναν πυλώνα ευημερίας. Γιατί χωρίς τη δική της ασφάλεια δεν υπάρχουν ούτε οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί η οικονομία, ούτε και οι προϋποθέσεις για να σφυρηλατηθεί η κοινωνική συνοχή.

Ενώ, σε ένα τρίτο επίπεδο, η προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί -και θα επιμείνουμε σε αυτό- να χρηματοδοτείται παρά μόνο από ανθεκτικά δημόσια ταμεία. Κάτι που σημαίνει ότι με τη σειρά της η δημοσιονομική ευρωστία γίνεται καθοριστικός μοχλός και επιτελεί καθοριστικό ρόλο για μια αποτελεσματική εθνική θωράκιση.

Με άλλα λόγια, εάν δεν υπάρχει προστασία από εξωτερικές απειλές, δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη, επενδύσεις, τουρισμός, καινοτομία. Τα πάντα απαιτούν ένα σταθερό και ένα ασφαλές περιβάλλον. Ποιος, άλλωστε, θα τοποθετούσε τα κεφάλαιά του σε μια χώρα η οποία έχει αφύλακτα τα σύνορά της; Και ποιος θα πάρει το ρίσκο να επιχειρήσει σε ένα κράτος του οποίου η κυριαρχία δεν είναι άτρωτη;

Από την άλλη πλευρά, πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να εδραιώνονται χωρίς μια ισχυρή οικονομία; Το παλαιότερο δίλημμα, λοιπόν, το οποίο το ακούγαμε συχνά κυρίως από την αριστερά, «κανόνια ή βούτυρο», αποδεικνύεται ένα δίλημμα το οποίο είναι σαθρό αλλά και επικίνδυνο, ιδίως σήμερα.

Σε μια πραγματικότητα όπου ο παγκόσμιος χάρτης των γεωπολιτικών συμφερόντων αναδιατάσσεται, συχνά με τρόπο δραματικό, με πολέμους οι οποίοι πλέον αμφισβητούν σύνορα και διεθνές δίκαιο, με δασμούς -αναμένουμε σήμερα, εξάλλου, τις εξαγγελίες του Αμερικανού Προέδρου, αλλά σίγουρα μπαίνουμε πια σε ένα περιβάλλον όπου οι δασμοί ενδέχεται να απειλούν συνολικά τις παγκόσμιες διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Και βέβαια, σε έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία γίνεται όπλο παρέμβασης, όχι μόνο για να πληγεί η εξωτερική ασφάλεια κρατών αλλά και να διαταραχθεί, συχνά, η εσωτερική ισορροπία των κοινωνιών.

Στην Ευρώπη η συνεχιζόμενη κρίση, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δοκιμάζει όλη την αρχιτεκτονική ασφάλειας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Παράλληλα, στη Μέση Ανατολή η αστάθεια εντείνεται καθώς, δυστυχώς, τις εύθραυστες εκεχειρίες τις διαδέχεται ξανά η ωμή βία, προκαλώντας νέες ανθρωπιστικές κρίσεις και πυροδοτώντας και πάλι τη μάστιγα της τρομοκρατίας. Ενώ αυτό το επικίνδυνο παζλ το συμπληρώνει πρόσφατα και η αβεβαιότητα της Συρίας, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαχυθεί σε ολόκληρη την περιοχή.

Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιφερειακές εξάρσεις. Έχουμε να κάνουμε με κομμάτια ενός δυσεπίλυτου γρίφου που αφορά ευρύτερες μετατοπίσεις ισχύος, όχι μόνο γεωπολιτικής και στρατιωτικής, αλλά και οικονομικής και τεχνολογικής, με εξελίξεις που μεταβάλλουν τις διεθνείς σχέσεις και επαναξιολογούν παραδοσιακές συμμαχίες.

Συνεπώς, και οι στρατηγικές επιλογές της πατρίδας μας, με αυτά τα νέα δεδομένα, καθίστανται απολύτως κρίσιμες. Πολύ περισσότερο όταν, από τη μία πλευρά, η αμυντική αντίληψη της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ φαίνεται να διαφοροποιείται σε σχέση με τον ρόλο του ΝΑΤΟ. Και από την άλλη, όταν οι οικονομικοί σχεδιασμοί της υπερδύναμης φαίνεται να αποκλίνουν από ένα πλαίσιο ελεύθερων συναλλαγών που ίσχυαν ως τώρα.

Έτσι, από την Αρκτική έως τον Ινδο-ειρηνικό οι ισορροπίες διαφοροποιούνται, κάτι που συνεπάγεται και νέες προκλήσεις για όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για χώρες όπως η δική μας, μικρές, ίσως, σε έκταση και πληθυσμό, όμως, μεγάλες σε σημασία και δυναμισμό.

Γι’ αυτό και θα το ξαναπώ: Οι επενδύσεις στις αμυντικές μας δυνατότητες είναι επενδύσεις στην κυριαρχία μας, επενδύσεις που αφορούν την προστασία της εθνικής αξιοπρέπειας.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πρωτοβουλίες που ισχυροποιούν την ελληνική διπλωματία, ενδυναμώνοντας τον ρόλο της πατρίδας μας σε πολλά και παράλληλα πεδία: από την παγκόσμια πρόκληση του μεταναστευτικού μέχρι τους νέους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στους ενεργειακούς δρόμους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με βάση τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά καλείται να επαναπροσδιορίσει την θέση της στον χάρτη των διεθνών συμφερόντων και των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών.

Η Ελλάδα εδώ και καιρό, και εγώ προσωπικά, έχει μιλήσει για το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αρχή ήμασταν λίγοι αυτοί που υπερασπιζόμασταν αυτή τη θέση. Όμως, αντιλαμβανόμενοι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας και τις σημαντικές αλλαγές στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη, αποφάσισαν να κάνουν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Προς μια κατεύθυνση η οποία όχι απλά ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης αλλά είναι και απολύτως συντονισμένη με πάγιες ελληνικές θέσεις, οι οποίες καλύπτονται απόλυτα από τις τελευταίες αποφάσεις για την άμυνα του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πολλοί θεωρούσαν, θέλω να θυμίσω, αυτές τις εξελίξεις ως ανέφικτες.

Όμως, καταφέραμε με μεθοδική δουλειά να πετύχουμε ευρωπαϊκές αποφάσεις που είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων. Η πιο σημαντική, ίσως, αφορά την ενεργοποίηση για την επόμενη τετραετία της λεγόμενης ρήτρας διαφυγής, ενός εργαλείου, δηλαδή, που δίνει στην Ελληνική Κυβέρνηση πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο να ενισχύσει τις επενδύσεις στην άμυνα, πρόσθετες επενδύσεις οι οποίες δεν θα συνυπολογίζονται στις «οροφές» δαπανών, όπως αυτές προσδιορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δίνει στη χώρα μας έναν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο έτσι ώστε να μπορέσει απρόσκοπτα να υλοποιήσει το πρόγραμμα για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

Θέλω, όμως, να πω και κάτι ακόμα: ανεξαρτήτως των δημοσιονομικών δυνατοτήτων που η Ελληνική Κυβέρνηση έχει ως αποτέλεσμα της ρήτρας διαφυγής, αυτή η δημοσιονομική ευελιξία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει και δεν θα γίνει αφορμή για υπερβολές. Όχι μόνο γιατί οι αγορές μας παρακολουθούν και μας κρίνουν, αλλά και διότι οι επιδόσεις της οικονομίας συνολικά αποτελούν από μόνες τους σημαντικούς παράγοντες ασφάλειας και σταθερότητας.

Στη σωστή κατεύθυνση επίσης κινείται και το Ταμείο SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο το οποίο επιτρέπει στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Θέλω να τονίσω ότι το Ταμείο SAFE αφορά δάνεια τα οποία μπορούν να δοθούν στα κράτη μέλη με προνομιακούς όρους. Δεν αφορά, ουσιαστικά, επιδοτήσεις. Δεν είναι δηλαδή ένα Ταμείο το οποίο έχει αντίστοιχα χαρακτηριστικά με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η άποψη της Ελληνικής Κυβέρνησης είναι ότι κάποια στιγμή η Ευρώπη θα πρέπει να συζητήσει και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου, το οποίο θα μπορεί να είναι εστιασμένο, με ευρωπαϊκούς πόρους, στη χρηματοδότηση έργων κοινής ευρωπαϊκής ωφέλειας, όπως, παραδείγματος χάρη, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας που θα καλύπτει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους που θα διατεθούν στη συνέχεια στα κράτη μέλη με τη μορφή επιδοτήσεων και όχι με τη μορφή δανείων. Δεν είμαστε, όμως, εκεί ακόμα.

Έχουμε κάνει, όμως, ένα σημαντικό βήμα. Και το σχέδιο ReArm, το οποίο ήρθε προς ψήφιση στο Ευρωκοινοβούλιο, θέλω να τονίσω ότι ψηφίστηκε από τους Ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, καταψηφίστηκε όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ, από το Κομμουνιστικό Κόμμα -καμία έκπληξη εδώ-, από την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ οι «υπερπατριώτες» της Ελληνικής Λύσης, της Νίκης, και της Φωνής Λογικής προτίμησαν να απέχουν.

Ας βγάλει, λοιπόν, ο καθένας τα συμπεράσματά του για το ποιοι είναι οι πατριώτες στην πράξη και ποιοι οι πατριώτες στα λόγια.

Ολόκληρη η ομιλία στο Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στη συζήτηση με αντικείμενο την ενημέρωση του Σώματος για τον προγραμματισμό των αμυντικών εξοπλισμών και την αμυντική πολιτική της χώρας | Ο Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας