ΠΑΙΔΙ or not to ΠΑΙΔΙ; Γράφει ο Σταμάτης Γαλάνης

Παραφράζοντας, με ανάλαφρο αστεισμό, το παγκόσμιο φιλοσοφικό απόφθευμα του ΑΜΛΕΤ,
«To BE or not to BE», που για την ακρίβεια σημαίνει να «υπάρχει» κανείς ή να «μην υπάρχει»,
ε, λοιπόν, η πρώτη μου σκέψη σήμερα τριγυρίζει γύρω από αυτή την όμορφη λεξούλα:
«ΥΠΑΡΞΗ»! Από το ρήμα ΥΠΑΡΧΩ, που είναι σύνθετο και προέρχεται από το πρόθεμα «υπό»,
που σημαίνει κάτω ή από κάτω, και από το «άρχω», που σημαίνει ξεκινώ, κυβερνώ, είμαι
πρώτος. Η ύπαρξη, λοιπόν, σημαίνει βρίσκομαι εδώ – ποιητικά αν θέλετε, κυβερνώ στο
ΠΑΡΟΝ. Ύπαρξη σημαίνει να ΕΙΣΑΙ. Να είσαι ΕΔΩ. Και αφού έβγαλα αυτόν τον λεκτικό
ψυχαναγκασμό από μέσα μου, πάμε και στα υπόλοιπα – και συγκεκριμένα στο επίκεντρο αυτού
του κειμένου.

ΠΑΙΔΙΑ, λοιπόν. Να κάνουμε ή να μην κάνουμε; Να «έχουμε» ή να «μην έχουμε»; Και βάζω το
«έχουμε» μέσα σε inverted commas, μιας και ένα θέμα με την κτήση – με το τι έχει κανείς ή δεν
έχει – το «έχω»! Προχωράμε. Τι μεγάλο δίλημμα! Ας το περιγράψουμε γλαφυρά. Σε αυτή τη
μικρή και μάταιη ζωή συναντάμε πολλές κατηγορίες ανθρώπων – και ακόμη περισσότερους
διαχωρισμούς. Μία κατηγορία, λοιπόν, είναι οι άνθρωποι που έχουν παιδιά και οι άνθρωποι που
δεν έχουν παιδιά. Άνθρωποι που έγιναν γονείς και άνθρωποι που δεν έγιναν ή δεν έχουν ακόμη
γίνει – πείτε το όπως θέλετε. Και, όπως είναι λογικό, σχεδόν όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε πιει
πολυάριθμους καφέδες ή ποτά προσπαθώντας να αναλύσουμε, να υπερθεματίσουμε ή και να
προβληματιστούμε πάνω στο πάντα επίκαιρο ζήτημα: ποια από τις δύο κατηγορίες ανθρώπων
είναι η πιο τυχερή – η πιο ευλογημένη – ή και πιο «συμφέρουσα» (ας το πούμε κι έτσι, αν και δεν
είναι και εντελώς ακριβές). Τι αλλάζει και τι δεν αλλάζει με την έλευση ενός παιδιού; Τι χάνει η
μία κατηγορία και τι ενδεχομένως κερδίζει η άλλη; Ας γελάσουμε όμως λίγο πρώτα: Πόσες
φορές, ανεξάρτητα σε ποια από τις δύο κατηγορίες βρίσκεται κανείς, είπατε στον εαυτό ή στον
συνομιλητή σας για εκείνη τη μάνα που έχει πλέον «βελάξει» από τα καμώματα του γιου της;
Πως ο κανακάρης της είναι ένας πραγματικός στρατιώτης KAMIKAZI και δεν έχει αφήσει βάζο
για βάζο στο σπίτι; Πόσες άραγε φορές σκεφτήκατε ότι η κολλητή σας δεν έχει ούτε μία ώρα για
εσάς, διότι τρέχει όλη μέρα σε φροντιστήρια και δραστηριότητες των παιδιών της; Και πόσες
άλλες φορές είπατε: «κρίμα για την κοπέλα, ήθελε να κάνει παιδιά αλλά δεν μπορούσε»;
Ταυτόχρονα, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι έχετε επίσης σκεφτεί – ή και δηλώσει – πολλάκις πόσο
«φυλακισμένος» είναι ο φίλος σας που έκανε τέσσερα παιδιά και τώρα δεν ξέρει πώς να
καλύψει τα έξοδα του νοικοκυριού του – χωρίς να πουλήσει το νεφρό του; Από την άλλη, η
γειτόνισσά σας έχει «ζαλίσει τον έρωτα» με τα ξεπορτίσματα της κόρης της, που ξεκίνησε «μέσα
σε όλα» και το κάπνισμα, ο νέος σας δεσμός πρέπει κάθε Τετάρτη και ΣΚ να πάρει τα παιδιά
του από την πρώην σύζυγο για να τα κρατήσει (πιθανώς και μαζί σας), και ο 2 ος γιος της
ξαδέρφης σας έμπλεξε με το ποτό και τη βραδινή εξώφρενη διασκέδαση και τώρα βρίσκεται σε
κέντρο αποτοξίνωσης. Παράλληλα, έχετε και την κολλητή σας που διαρκώς σας γκρινιάζει ότι
πέρασαν τα χρόνια, ότι «έμεινε στο ράφι» και σας εκφέρει διαρκώς το άλλο μεγάλο απόφθευμα
της (ελληνικής) ζωής, και όχι του Άμλετ: «ΕΓΩ ΠΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΩ ΜΑΝΑ;».

Από την κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν παιδιά, θα ακούσεις συχνά τα ακόλουθα:
«Δεν έχει ποτέ χρόνο για εμένα», «πήγε και παντρεύτηκε και χάθηκε», «τα παιδιά της είναι
διαόλια, γι’ αυτό δεν πάω σπίτι της», «δεν συμμετέχει ποτέ σε αυτά που κάνω», «δεν σηκώνει
τηλέφωνο», «Καλά πως βγαίνει έξω έτσι, μάνα είναι…» «έρχεται για μία-δύο ώρες και
εξαφανίζεται», «φεύγει σαν τον κεραυνό», «αμάν πια με τα παιδιά σας, γεράσατε πριν από την
ώρα σας», «και εμείς που δεν έχουμε παιδιά, ξέρουμε διότι έχουμε ανίψια». Αυτά είναι μόνο λίγα
από όσα λέγονται. Από την άλλη, έχουμε την κατηγορία των ανθρώπων που έχουν παιδιά, και
συχνά θα ακούσεις: «Καλά, κάνε κι εσύ παιδί να δεις τι σημαίνει ευθύνη», «αν είχε παιδιά θα
καταλάβαινε τι εστί βερίκοκο», «που να ξέρεις εσύ τι νιώθω όταν μου λέει ότι πονάει η κοιλιά
του», «αν δεν έχεις παιδί δεν καταλαβαίνεις το βαθύπλουτο νόημα της ζωής», «μακάρι να είχες
παιδιά να μάθεις σφιχτή οικονομία», «δεν μπορώ να έρθω – τα παιδιά κοιμούνται στις 21:00»,
«μπορείς να μου τα κρατήσεις δύο ώρες;», «πάει τώρα, ξόφλησα, δεν είναι πια για εμένα αυτά τα
λούσα», «έχω παιδιά και υποχρεώσεις, τι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις και παραπονιέσαι;»
«ταξίδι; τι είναι αυτό, τρώγεται;». «ηρεμία και χαλάρωση; Εδώ γελάμε…» Αυτά είναι μόνο μια
σταγόνα στον ωκεανό. Ε, λοιπόν: και οι ΔΥΟ κατηγορίες έχουν τα δίκια τους. ΝΑΙ – είναι ΟΛΑ
σωστά, έστω και αν λίγο τραβηγμένα κάποιες φορές. Ο καθένας εκφράζει δικαίως τη δική του
οπτική και βιώνει την ύπαρξή του από το δικό του μετερίζι – το δικό του λιμάνι. Εδώ υπάρχει
ωστόσο ένας κοινός παρανομαστής. Ένα επίκεντρο που εμπεριέχει δύο λέξεις – και ταυτόχρονα
δύο καταστάσεις: ΧΡΟΝΟΣ και ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑ.

Όσοι έχουν παιδιά ΔΕΝ έχουν χρόνο και δεν έχουν μοναχικότητα. Αυτά τα δύο «ΔΕΝ» είναι που
καθορίζουν τόσο την ισορροπία όσο και την τάξη μέσα τους. Διότι, όταν έχεις παιδιά, είναι
σχεδόν αδύνατο να βιώσεις μοναξιά, καθότι ολόκληρη η καθημερινότητα – η σκέψη, ο μόχθος, η
πράξη, κάθε έκφανση της ζωής – περιστρέφεται γύρω από την ύπαρξή τους. Μάλιστα, είτε
ψυχικά είτε βιολογικά το προσεγγίσεις, η ύπαρξη του ενός καθορίζει πρακτικά την ύπαρξη του
άλλου. Πρόκειται για μια σχέση μόνιμης αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης. Αυτό, λοιπόν, ως
μια ιδιότυπη νομοτέλεια, έχει ως αποτέλεσμα τη σχεδόν παντελή έλλειψη χρόνου για τον γονέα.
Ακόμη και όταν το παιδί ή τα παιδιά μεγαλώσουν, αυτή η αλληλεπίδραση δεν σταματά – και οι
λόγοι είναι προφανείς. Ακόμη και στα βαθιά γεράματα, αν το σκεφτεί κανείς. Ο χρόνος, λοιπόν,
λιγοστεύει – σχεδόν εξαφανίζεται – αλλά, στα σίγουρα… it’s never a dull moment, baby, που λένε
και οι Άγγλοι. Από το πρώτο χαμόγελο, στο επόμενο ξενύχτι, μέχρι την πρώτη ημέρα στο
σχολείο, τις πρώτες φιλίες και τα ποιηματάκια της 25ης Μαρτίου, και αργότερα στην πρώτη
έξοδο, στο πρώτο μήνυμα που θα λέει «θα αργήσω 10 λεπτά», μέχρι τη μέρα που θα σου πει
ότι βρήκε μια ωραία δουλειά, ότι δέχτηκε πρόταση γάμου ή που θα το δεις να φέρνει στον
κόσμο το δικό του παιδί… η λίστα είναι ανελέητα μεγάλη. Η μοναξιά (εκτός αν πρόκειται για
ψυχολογικό ζήτημα – ας το ξεκαθαρίσουμε) δεν ευδοκιμεί. Αντίθετα, η συντροφικότητα, η παρέα,
η έκπληξη, η μοιρασιά παίρνουν τη θέση της. Και ως αποτέλεσμα, ο χρόνος γίνεται το πιο
πολύτιμο πετράδι στον κόσμο.

Όσοι δεν έχουν παιδιά, έχουν (σχεδόν) άπλετο χρόνο – αλλά έχουν και μεγάλη μοναχικότητα.
Ξυπνούν το πρωί και έχουν (τον) χρόνο να σκεφτούν, όπως κάθε άνθρωπος, κυρίως τον εαυτό
τους: τι θα φάνε, πώς θα το φάνε, πού θα πάνε, πώς θα ντυθούν, τι έξοδο ή τι ταξίδι θα
σκαρώσουν. Δεν χρειάζεται να πλανάρουν ούτε για τους ίδιους, και ούτε και για κανένα άλλο.
Μπορούν να σταθούν με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη ή να απολαύσουν το μπάνιο (αλλά
και απλά την τουαλέτα τους!) Ξενυχτούν όχι για να ταΐσουν ένα μωρό ή επειδή αυτό κλαίει όλη
νύχτα από κολικούς, αλλά γιατί το Netflix έχει μια εξαιρετική σειρά ή γιατί χαζεύουν χωρίς «να
υπάρχει αύριο», στο YouTube ή το Instagram. Εργάζονται, τελειώνουν το οκτάωρο και φεύγουν
για καφέ ή φαγητό – όχι για να προλάβουν σαν μανιακοί να μαζέψουν το παιδί από το σχολείο ή
τη δραστηριότητα. Ή απλά πέφτουν στον καναπέ δίχως να κοιτάνε το ρολόι. Και κάθονται…
μέχρι να σβήσει ο δίκαιος ήλιος. Κάνουν χόμπι και δραστηριότητες – δεν τρέχουν σε
δραστηριότητες ή ενασχολήσεις των παιδιών. Οι Κυριακές τους είναι διαθέσιμες για φίλους,
βόλτες, δικά τους πάρτι και συναντήσεις. Δεν είναι υποχρεωμένοι να συναναστρέφονται τους
γονείς των φίλων των παιδιών τους, ούτε να τρέχουν Παρασκευή βράδυ τελευταία στιγμή για
δώρα στο Jumbo ή τον «Κύριο Μουστάκα». Και, σχεδόν βέβαιο, έχουν και μια συνδρομή σε
γυμναστήριο – ή personal – για να βγουν «τέντα» το καλοκαίρι. Ο χρόνος, λοιπόν, είναι
γενναιόδωρος – σχεδόν ατελείωτος. Από την άλλη, όμως, μπορεί να γίνει και εχθρός. Μια ανία,
μια πλήξη, ενίοτε εμφανίζεται. Πόσο πια να βγεις; Πόσο να γυμναστείς; Πόσα ταξίδια να κάνεις;
(όλα αυτά έχουν και κόστος). Και τι γίνεται όταν το βράδυ γυρίσεις σε ένα άδειο σπίτι; Αν δεν
υπάρχει και σύντροφος, τα πράγματα δυσκολεύουν. Και συμβαίνει, πολύ συχνά μάλιστα, οι
περισσότεροι φίλοι να μην είναι πλέον διαθέσιμοι, για τον απλούστατο λόγο ότι … έχουν κάνει
και οι ίδιοι οικογένεια με παιδιά. Η μοναξιά μεγαλώνει – και εκεί χρειάζεται τόλμη, γενναιότητα και
ευρηματικότητα για να μη διολισθήσει κανείς.

Το κλειδί, λοιπόν, είναι αυτές οι δύο λέξεις που εισέρχονται διαφορετικά σε δύο κόσμους – αλλά
δημιουργούν την ίδια πρόκληση. Και οι δύο κατηγορίες έχουν κάθε δίκιο όταν εκφράζουν το
παράπονο της έλλειψης που βιώνουν – είτε σε χρόνο είτε σε μοναχικότητα. Υπάρχει άραγε
αντίδοτο; Ποια είναι η «ίαση»; Προσωπικά, θεωρώ ότι σε αυτή τη μικρή ζωή όλα είναι πιθανά –
αρκεί να δημιουργήσουμε και να παίξουμε με τις πιθανότητες. Όσοι έχουν παιδιά οφείλουν να
καταλάβουν ότι δεν χρειάζεται να χτίσουν τη ζωή τους μόνο πάνω σε αυτά. Οφείλουν να
δημιουργούν χρόνο για τον εαυτό τους και τους άλλους. Όσοι δεν έχουν παιδιά οφείλουν να
καταλάβουν ότι δεν είναι μόνο τα παιδιά που μπορούν να δώσουν ευτυχία – και ότι και εκείνοι
πρέπει να είναι δημιουργικοί με τον χρόνο τους, και να τα βρίσκουν καλά με τον εαυτό τους.
Ταυτόχρονα, μπορούν να δώσουν ένα χέρι βοηθείας σε όσους έχουν παιδιά – και από αυτό να
κερδίσουν περισσότερα απ’ όσα νομίζουν.

Παιδί or not παιδί, λοιπόν; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Σαν πατέρας, δεν μπορώ να
φανταστώ τη ζωή πλέον χωρίς τα παιδιά μου. Δεν ξέρω αν θα είχα την ίδια πληρότητα – ή αν θα
ήμουν ο ίδιος άνθρωπος – χωρίς τις εμπειρίες και τις αγκαλιές που μου χάρισαν. Από την άλλη,
το κόστος σε χρόνο, ενέργεια, άγχος και θυσίες είναι τεράστιο, ως ανυπολόγιστο. Ταυτόχρονα,
δεν είναι εύκολο να απαντήσει ούτε κάποιος που δεν έχει παιδιά. Πολλοί λένε – και όχι άδικα

ότι απολαμβάνουν την ελευθερία τους, τον χρόνο, τις επιλογές τους και αφήνουν τα παιδιά «για
τους άλλους».

Η κατακλείδα, λοιπόν, ίσως να μην είναι η απάντηση στο «παιδί ή όχι παιδί». Ίσως να είναι κάτι
πιο άβολο: Ότι δεν υπάρχει επιλογή χωρίς κόστος. Και δεν υπάρχει ζωή χωρίς το «τι θα
γινόταν αν». Όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις, κάτι θα σου λείπει. Όσοι έχουν παιδιά, θα
αναρωτηθούν κάποτε για τη ζωή που άφησαν πίσω. Όσοι δεν έχουν, θα αναρωτηθούν για αυτή
που δεν έζησαν ποτέ. Και το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε τη «σωστή» απάντηση. Αλλά να
μπορούμε να σταθούμε με ειλικρίνεια μέσα στην επιλογή μας. Χωρίς να ζηλεύουμε. Χωρίς να
ακυρώνουμε τον άλλον. Χωρίς να έχουμε ανάγκη να αποδείξουμε ότι η δική μας εκδοχή είναι η
καλύτερη ή η χειρότερη. Γιατί στο τέλος της ημέρας, όλοι κάπου κερδίζουμε – και όλοι κάπου
χάνουμε. Και ίσως, τελικά, η ωριμότητα να βρίσκεται ακριβώς εκεί: Στην αποδοχή όχι μόνο
αυτού που ζούμε – αλλά και αυτού που δεν ζήσαμε.

Σταμάτης Γαλάνης
16/05/2026