Παρατηρήσεις του Κυριάκου Πιερρακάκη μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 8 Οκτωβρίου 2026

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω αναφέροντας μερικά στοιχεία για την ευρύτερη εικόνα.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις. Η γεωπολιτική αστάθεια ασκεί ανανεωμένες πιέσεις στις τιμές της ενέργειας, ο πληθωρισμός αυξάνεται και οι αγορές κρατικών ομολόγων αντιδρούν. Το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί και οι δημοσιονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες προσελκύουν ολοένα και μεγαλύτερη προσοχή από τους επενδυτές.

Οι αγορές αξιολογούν τις οικονομίες με βάση τα θεμελιώδη μεγέθη τους. Αυτό είναι ένα φυσιολογικό μέρος του τρόπου λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών. Τα θεμελιώδη μεγέθη της ζώνης του ευρώ είναι υγιή και έχουμε ένα μεταρρυθμισμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης εντός του οποίου λειτουργεί κάθε κράτος μέλος της Ευρώπης.

Η ευθύνη μας είναι να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη μέσω συνετών δημοσιονομικών πολιτικών, ισχυρών θεσμών και συντονισμένης δράσης.

Όσον αφορά την απαιτητική ενεργειακή κατάσταση, αντιμετωπίζουμε μια δύσκολη διαδικασία εξισορρόπησης. Πρέπει να προστατεύσουμε τους πολίτες από τις υψηλές τιμές ενέργειας χωρίς να στείλουμε λανθασμένα δημοσιονομικά μηνύματα. Πρέπει να στηρίξουμε την οικονομική δραστηριότητα χωρίς να θέσουμε σε κίνδυνο τη σταθερότητα. Και πρέπει να χρηματοδοτήσουμε τις ανάγκες του μέλλοντος, διαφυλάσσοντας παράλληλα την αξιοπιστία μας.

Αυτή η αξιοπιστία είναι που μας επιτρέπει να ενεργούμε αποτελεσματικά όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Η ζώνη του ευρώ έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά της μέσα από διαδοχικές κρίσεις. Έχουμε στη διάθεσή μας ισχυρότερους θεσμούς, πολύτιμη εμπειρία και σημαντικά εργαλεία οικονομικής πολιτικής. Σε αυτή τη βάση, ενεργούμε πάντα με ψυχραιμία, συνέπεια και αποφασιστικότητα.

Με αυτό το πνεύμα προσεγγίσαμε τη σημερινή ημερήσια διάταξη.

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω αναφέροντας την ενέργεια. Από τα τέλη Αυγούστου, οι τιμές της ενέργειας έχουν επιστρέψει σε υψηλά επίπεδα, επηρεάζοντας προϊόντα όπως το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ο συνεχιζόμενος πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας υπογραμμίζουν την έκθεση της Ευρώπης σε σοβαρούς εξωτερικούς ενεργειακούς κινδύνους.

Στη συνάντησή μας σε μορφή χωρίς αποκλεισμούς, εξετάσαμε τα μέτρα που έχουν λάβει τα κράτη μέλη για την προστασία των πιο ευάλωτων και τη διατήρηση της ανθεκτικότητας των οικονομιών μας. Όλοι μας επιβεβαιώσαμε εκ νέου τη σημασία της τήρησης των μέτρων που είναι «τριπλού Τ» – προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα.

Η προστασία των πολιτών αποτελεί άμεση προτεραιότητα για όλους μας. Ωστόσο, τα μέτρα στήριξης πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η δυσανάλογη επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών.

Ταυτόχρονα, η ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης δεν μπορεί να υπαγορεύεται από τη μία κρίση μετά την άλλη. Χρειαζόμαστε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και επενδύσεις για να ενισχύσουμε την ενεργειακή μας αυτονομία. Αυτό σημαίνει περισσότερη καθαρή ενέργεια, μεγαλύτερη ηλεκτροδότηση, ισχυρότερα δίκτυα και καλύτερες διασυνδέσεις.

Αυτές οι υποδομές χρειάζονται χρόνο για να κατασκευαστούν. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι αποφάσεις δεν μπορούν να περιμένουν. Η ενεργειακή ασφάλεια, η ανταγωνιστικότητα και η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας είναι αλληλένδετες προτεραιότητες. Η Ευρώπη πρέπει να σημειώσει πρόοδο και στα τρία.

Το δεύτερο θέμα που θέσαμε στην ημερήσια διάταξή μας ήταν η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των δημόσιων οικονομικών.

Το Eurogroup συζήτησε αυτό το ζήτημα το 2016. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια, οι συνθήκες έχουν αλλάξει και μάλιστα αρκετά δραματικά. Επιτρέψτε μου να παραθέσω εδώ μερικούς αριθμούς για να το δείξω αυτό.

Τότε, το δημόσιο έλλειμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανερχόταν στο 1,7% του ΑΕΠ. Το 2026 προβλέπεται να φτάσει το 3,5%.

Η μέση απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων ήταν 1,1%. Τώρα είναι 4%.

Οι αμυντικές δαπάνες προφανώς αυξάνονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής έναντι της οποίας πρέπει να επενδύσουμε περαιτέρω στην άμυνα από 1,3% του ΑΕΠ σε 2,4%.

Και το κόστος της ενέργειας, το κόστος του πετρελαίου ή το κόστος του φυσικού αερίου έχουν προφανώς επίσης αυξηθεί από τότε. Το δημόσιο χρέος παραμένει επίσης υψηλό. Και σε ορισμένα κράτη μέλη, αυξάνεται επίσης. Μεγαλύτερες ανάγκες, υψηλότερο κόστος δανεισμού και περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος – αυτή είναι η πραγματικότητα μέσα στην οποία πρέπει να λειτουργούμε όλοι μας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στις αγορές κρατικών ομολόγων μας υπενθυμίζουν ότι οι επενδυτές γίνονται όλο και πιο ευαίσθητοι στους δημοσιονομικούς κινδύνους και επιδιώκουν μεγαλύτερη αποζημίωση για την αβεβαιότητα που περιβάλλει την αξιοπιστία και τον ρυθμό της δημοσιονομικής εξυγίανσης, ιδίως σε χώρες που αντιμετωπίζουν πιο δύσκολες δημοσιονομικές θέσεις.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερος δανεισμός. Ούτε μπορεί να είναι οριζόντιες περικοπές δαπανών που αποδυναμώνουν βασικές δημόσιες υπηρεσίες. Πρέπει να πετύχουμε περισσότερα με τους πόρους που ήδη διαθέτουμε. Πρέπει να επανεκτιμήσουμε τις προτεραιότητες δαπανών, να βελτιώσουμε την αποτελεσματικότητα των φορολογικών μας συστημάτων και να ενισχύσουμε τη συνολική δημοσιονομική μας διακυβέρνηση.

Η ανάλυση δείχνει ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης. Η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα δεν υποκαθιστά τη δημοσιονομική εξυγίανση. Ωστόσο, αποτελεί ουσιαστικό συμπλήρωμά της. Η σημερινή συζήτηση επιβεβαίωσε την κοινή μας δέσμευση για υγιή δημόσια οικονομικά. Αργότερα φέτος, η Ευρωομάδα θα αξιολογήσει τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων των κρατών μελών και τις συνολικές δημοσιονομικές προοπτικές για τη ζώνη του ευρώ.

Θα συνεχίσουμε επίσης τις εξειδικευμένες συζητήσεις μας σχετικά με τις προτεραιότητες των δημόσιων δαπανών, τη βελτιστοποίηση των φορολογικών εσόδων και τη δημοσιονομική διακυβέρνηση.

Το τρίτο θέμα της ημερήσιας διάταξης ήταν η ένωση κεφαλαιαγορών. Διεξήγαμε τη δεύτερη ετήσια αναθεώρηση της δήλωσης του 2024, στο πλαίσιο της ατζέντας της ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Εστιάσαμε στις επικουρικές συντάξεις, τους λογαριασμούς αποταμίευσης και επενδύσεων, τα συστήματα παρακολούθησης συντάξεων και τους λογαριασμούς επενδύσεων μετοχών.

Υπάρχει πρόοδος και αυτή η πρόοδος είναι αρκετά ενθαρρυντική, πρέπει να πω. Η συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών αυξάνεται, ιδίως σε χώρες όπου προηγουμένως ήταν χαμηλότερη. Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν λάβει μέτρα για την αύξηση της συμμετοχής σε συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, μέσω αυτόματης εγγραφής ή κινήτρων. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται νέα επενδυτικά προϊόντα, παράλληλα με την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών.

Αλλά πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα. Η Ευρώπη έχει σημαντικές αποταμιεύσεις που δεν διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία στον βαθμό που θα μπορούσαν. Δεν αρκεί πλέον να περιγράψουμε το επενδυτικό χάσμα. Πρέπει να το κλείσουμε. Χρειαζόμαστε βαθύτερες και πιο ολοκληρωμένες κεφαλαιαγορές, περισσότερες επιλογές για τους αποταμιευτές και καλύτερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Το μέτρο της επιτυχίας μας δεν θα είναι ο αριθμός των πρωτοβουλιών που θα ανακοινώσουμε, αλλά το πόσες επενδύσεις μπορούμε πραγματικά να κινητοποιήσουμε. Γι’ αυτό θα συνεχίσουμε να προωθούμε εθνικές πρωτοβουλίες που συμπληρώνουν την κοινή ευρωπαϊκή δράση.

Συζητήσαμε επίσης τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις ενόψει των ετήσιων συνεδριάσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ την επόμενη εβδομάδα. Η εξαμηνιαία συζήτησή μας επικεντρώθηκε στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες. Αύριο, στο ECOFIN, θα εξετάσουμε ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων.

Η ανατίμηση του ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο έτος έχει σε μεγάλο βαθμό αντιστραφεί τους τελευταίους μήνες. Οι μεγάλες πλεονασματικές και ελλειμματικές οικονομίες χρειάζονται πιο ισορροπημένα μοντέλα ανάπτυξης. Η ζώνη του ευρώ έχει συμβάλει σε αυτήν την παγκόσμια προσαρμογή. Αλλά η προσπάθεια δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη.

Οι μεγάλες οικονομίες πρέπει να επωμιστούν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί, καθώς οι οικονομικές και συναλλαγματικές τους πολιτικές έχουν συνέπειες και για εμάς, αλλά και για την Ευρώπη.

Τέλος, ξεκινήσαμε τη διαδικασία επιλογής διαδόχου της Isabel Schnabel στο εκτελεστικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η κα Schnabel ανακοίνωσε στις 24 Σεπτεμβρίου ότι θα παραιτηθεί πριν από το τέλος της θητείας της, αποχωρώντας από την ΕΚΤ στις 3 Ιανουαρίου 2027.

Ο διορισμός γίνεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετά από διαβούλευση με την ΕΚΤ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η επιλογή του υποψηφίου πραγματοποιείται στο Eurogroup.

Ως εκ τούτου, ορίσαμε την 28η Οκτωβρίου ως την προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων, ώστε να μπορέσουμε να εξετάσουμε το θέμα στην επόμενη συνεδρίασή μας.

Κυρίες και κύριοι,

Η Ευρώπη έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανταποκριθεί ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Σήμερα, ωστόσο, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε απλώς σε όσα έχουμε πετύχει στο παρελθόν. Πρέπει να προετοιμαστούμε για ό,τι μας περιμένει. Η Ευρώπη έχει τη δύναμη να διαμορφώσει το μέλλον της. Πρέπει να έχουμε το θάρρος και την αποφασιστικότητα να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη.

Αυτή είναι η ευθύνη μας στην Ευρωομάδα: να μετατρέψουμε την κοινή μας βούληση σε κοινή ευρωπαϊκή δύναμη.

9.10.2026