Συνέντευξη του ζωγράφου Μανώλη Μπίτζου: Η ζωγραφική όπως και η ποίηση δεν είναι γρίφος για να τον λύσεις, αλλά μια εμπειρία για να βιώσεις

Ο ζωγράφος Μανώλης Μπίζος καταφέρνει να συνδυάζει την ζωγραφική εμπνεόμενος από τον ποιητικό λόγο, ένας καταπληκτικό τρόπο έκφρασης, αφήνει το ποίημα να ‘’οργώσει’’ τον πίνακα, ‘’σταλάζοντας’’ και τις προσωπικές του εικόνες πάνω στον καμβά, ένας τέλειος συνδυασμός που αφήνει τον θεατή να δει και συνάμα να αισθανθεί μέσα από τον ζωγραφικό πίνακα,  ακόμα και την αλμύρα της θάλασσας με την ‘’εσωτερική’’ του ματιά.

Κ.Κ.: Κοιτάζοντας προσεκτικά την ζωγραφική σας διαδρομή, παρατηρώ ότι οι μνήμες και λιγότερο το θυμικό κυριαρχούν στις πρώτες σας συλλογές. Όντως συμβαίνει αυτό;

Μ.Μ.: Η μνήμη για μένα λειτούργησε ως η πρώτη ύλη, το θεμέλιο. Στις πρώτες μου συλλογές ένιωθα την ανάγκη να καταγράψω το αποτύπωμα που άφησε ο χρόνος και οι εμπειρίες μου. Το θυμικό υπήρχε, αλλά ήταν ίσως πιο συγκρατημένο, φιλτραρισμένο μέσα από την απόσταση του χρόνου. ήταν μια προσπάθεια να καταλάβω από πού έρχομαι, πριν αφεθώ στο που με πάει το συναίσθημα.

Κ.Κ.: Προχωρώντας στο σήμερα το θυμικό πιο έντονα συνεχίζει να απεικονίζεται, στους πίνακες σας, αλλά με ένα τρόπο διαφορετικό.  Αυτές οι αποχρώσεις του σίδερου όπως το γρι, το καφέ της σκουριάς και το βαθύ κόκκινο με παραπέμπουν στην αλμύρα της θάλασσας, από που προέρχεται αυτή η «ωρίμανση» μέσα στο χρόνο;

Μ.Μ.: Αυτή η ωρίμανση είναι η αποδοχή της φθοράς που φέρνει η αλμύρα και ο χρόνος στοιχεία που δεν καταστρέφουν, αλλά μεταμορφώνουν. το σίδερο η σκουριά δεν είναι για μένα νεκρά υλικά, αλλά σύμβολα αντοχής. η στροφή σε αυτές τις γήινες και βιομηχανικές αποχρώσεις γεννήθηκε από την ανάγκη μου να μιλήσω για το μετά της ορμής για ότι μένει όρθιο όταν τα φώτα σβήνουν και μένει μόνο η ουσία και θάλασσα.

Κ.Κ.: Η αντανάκλαση και η συνεχής αλλά ήπια κίνηση με παραπέμπει σε ήρεμα λιμάνια με παροπλισμένα ‘’κουφάρια’’ και άλλες φορές οι πίνακες σας μας προκαλούν επαγρύπνηση να προβληματισμό. Τελικά οι πίνακές σας μας παραπέμπουν στην ποίηση δηλαδή πρέπει να τους αισθανθούμε και όχι να τους καταλάβουμε;

Μ.Μ.: Η ζωγραφική όπως και η ποίηση δεν είναι γρίφος για να τον λύσεις,  αλλά μια εμπειρία για να βιώσεις. Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις λογικά έναν πίνακα, ίσως χάσεις την ουσία του. Τα κουφάρια και οι αντανακλάσεις είναι οι στίχοι μου. Θέλω ο θεατής να νιώσει την υγρασία και την ησυχία του λιμανιού, να αναμετρηθεί με τις δικές του σιωπές. Η τέχνη είναι επιτυχημένη όταν γίνεται καθρέφτης των συναισθημάτων του άλλου.

Κ.Κ.: Μιλήστε μας για την επερχόμενη ατομική σας έκθεση με τίτλο « Μετέωρες Ελπίδες»

Μ.Μ.: Οι μετέωρες Ελπίδες είναι μια κατάθεση για την εποχή μας. Βρισκόμαστε σε μια ενδιάμεση κατάσταση, μεταξύ φθοράς και ονείρου. Στην έκθεση αυτή, ο εξπρεσιονισμός συναντά τον ποιητικό λόγο για να μιλήσει για την προσμονή. Είναι ελπίδες που δεν έχουν πατήσει ακόμα γερά στο έδαφος, αλλά αρνούνται να πέσουν. Είναι η στιγμή που το πινέλο οργώνει τον καμβά αναζητώντας ένα λιμάνι.

Κ.Κ.: Ο εξπρεσιονισμός για σας είναι ένα ‘’εργαλείο’’ για να αποτυπώσετε την αλήθεια που προκύπτει μέσα από το συναίσθημα;

Μ.Μ.: Ο εξπρεσιονισμός για μένα δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, αλλά η ανάγκη μου να παραμορφώσω την πραγματικότητα για να αναδείξω την αλήθεια του συναισθήματος. στις Μετέωρες Ελπίδες η χειρονομία μου γίνεται πιο έντονη, οι στρώσεις του χρώματος πιο πυκνές και οι φόρμες συχνά υποχωρούν μπροστά στην εσωτερική ένταση. Δεν με ενδιαφέρει να απεικονίσω το φαίνεσθαι ενός σκουριασμένου πλοίου η ενός τοπίου, αλλά την αγωνία, την σιωπή η την προσμονή που αυτό εκπέμπει. Ο εξπρεσιονισμός είναι το εργαλείο μου για να μετατρέψω τον ποιητικό λόγο σε ορμητική εικόνα, εκεί όπου το χρώμα σταματά να είναι περιγραφικό και γίνεται καθαρή ψυχογραφία.

Κ.Κ.: Ευχαριστώ πολύ!  Περιμένουμε με πολύ ενδιαφέρων την Ατομική σας Έκθεση  με τίτλο “Μετέωρες Ελπίδες”, που θα διεξαχθεί στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων. Εγκαίνια τη Τρίτη 12 Μάϊου και ώρες 19.00-22.00