Μια φορά κι έναν καιρό, πριν ο κόσμος χωριστεί σε αντικείμενα και ερμηνείες, ο ουρανός δεν ήταν κάτι που παρατηρείται, αλλά κάτι μέσα στο οποίο ο άνθρωπος βρισκόταν. Δεν υπήρχε ακόμη απόσταση ανάμεσα στον γνώστη και το γνωστό. Η γνώση ήταν τρόπος συμμετοχής και όχι κατάκτησης.
Σε εκείνον τον χρόνο, ο λόγος δεν σήμαινε μόνο νόμο, ούτε μόνο νόημα. Σήμαινε τάξη. Τη δυνατότητα του κόσμου να είναι κατανοήσιμος χωρίς να εξαντλείται. Και ο άνθρωπος δεν ρωτούσε τι είναι τα άστρα ανεξάρτητα από τον εαυτό του, αλλά ποια είναι η θέση του μέσα στην κίνησή τους.
Αν η Ουρανία στεκόταν σήμερα ανάμεσα σε έναν αστρονόμο και έναν αστρολόγο, θα αναγνώριζε όχι μια σύγκρουση, αλλά μια διάσπαση ενός ενιαίου ερωτήματος. Θα ήξερε ότι και οι δύο στρέφονται προς τον ίδιο ουρανό, αλλά μέσα από διαφορετική άρθρωση του λόγου. Ο ένας μιλά τη γλώσσα της μέτρησης, ο άλλος τη γλώσσα της ερμηνείας.
Και οι δύο, όμως, προέρχονται από την ίδια ανάγκη –να κατανοηθεί ένας κόσμος που προηγείται του ανθρώπου, αλλά δεν του είναι ξένος.
Για την Ουρανία, ο διαχωρισμός ανάμεσα στον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο δεν είναι οντολογικός, αλλά γνωσιολογικός. Το σύμπαν δεν καθορίζει τον άνθρωπο, ούτε ο άνθρωπος προβάλλεται αυθαίρετα πάνω στο σύμπαν. Η σχέση τους είναι αναλογική. Όχι αιτιακή, αλλά δομική. Ό,τι ισχύει στο όλον δεν επαναλαμβάνεται στο μέρος, αλλά καθρεφτίζεται με μετασχηματισμό.

Στον αστρονόμο θα έβλεπε εκείνον που αποκαλύπτει τη δομή –την κανονικότητα της κίνησης, τη μαθηματική αναγκαιότητα, την απρόσωπη συνοχή της ύλης και του χρόνου. Τον φύλακα του πώς λειτουργεί ο κόσμος.
Στον αστρολόγο θα έβλεπε εκείνον που επιμένει στο ερώτημα του τι σημαίνει αυτή η λειτουργία για ένα ον που τη βιώνει από μέσα. Όχι ως πρόβλεψη γεγονότων, αλλά ως ερμηνεία θέσης.
Για εκείνη, η Αστρονομία είναι τα μαθηματικά του κόσμου και η Αστρολογία η ερμηνευτική του. Και καμία ερμηνεία δεν στέκει χωρίς δομή, όπως καμία δομή δεν αρκεί χωρίς νόημα.
Η γνώση, θα έλεγε, δεν είναι συσσώρευση δεδομένων, αλλά στάση απέναντι στο είναι. Όταν η μέτρηση αποκόπτεται από την εμπειρία, μετατρέπεται σε μηχανισμό. Και όταν η ερμηνεία αποκόπτεται από τον κόσμο, μετατρέπεται σε αυθαιρεσία.
Η αλήθεια δεν βρίσκεται στην κατάργηση της μιας όψης από την άλλη, αλλά στη συνύπαρξή τους μέσα σε κοινό ορίζοντα.
Η μεγαλύτερη απώλεια της σύγχρονης σκέψης δεν είναι η πλάνη, αλλά η απώλεια του δέους –όχι ως συναίσθημα, αλλά ως γνωσιολογική αρετή. Το δέος είναι εκείνη η στάση που αναγνωρίζει ότι ο κόσμος είναι κατανοήσιμος, αλλά όχι εξαντλήσιμος. Ότι κάθε απάντηση αφήνει υπόλοιπο.
Στον Ησίοδο, η Ουρανία προστατεύει την ουράνια σφαίρα. Όχι ως μύθο, αλλά ως τάξη του κόσμου. Για εκείνη, ο ουρανός δεν είναι πεδίο αντιπαράθεσης γνωστικών συστημάτων, αλλά ο κοινός ορίζοντας μέσα στον οποίο αυτά αποκτούν νόημα.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν η επιστήμη και η ερμηνεία μπορούν να συμφιλιωθούν. Ίσως το ερώτημα είναι αν μπορούμε ακόμη να σκεφτόμαστε κοσμολογικά –να γνωρίζουμε τον κόσμο χωρίς να ξεχνάμε ότι ανήκουμε σε αυτόν. Να ρωτάμε πώς είναι φτιαγμένος, χωρίς να παραιτούμαστε από το ερώτημα τι σημαίνει το ότι είμαστε μέσα του.
Γράφει η Κωνσταντίνα Βλαχοπούλου
Αντιπρόεδρος του ΠΑ.ΣΥ.Φ.Α (Πανελλήνιος Σύλλογος Φίλων Αστρολογίας)






