Μπορεί η εργοδοσία να αποποιείται την ευθύνη για θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα και ποια κοινωνική λειτουργία επιτελεί αυτή η στάση;
Ποιος ευθύνεται όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές στον χώρο εργασίας;
Είναι το τραγικό αποτέλεσμα απλώς μια «ατυχία» ή συνέπεια συγκεκριμένων επιλογών;
Και ποιος έχει τη δύναμη να ορίζει τη σημασία ενός τέτοιου γεγονότος στον δημόσιο λόγο; Εκείνος που εργάζεται ή εκείνος που διοικεί;
Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του ιδιοκτήτη της «ΒΙΟΛΑΝΤΑ», σύμφωνα με την οποία δεν φέρει ευθύνη για τον θάνατο πέντε εργατριών, δεν αποτελεί απλώς προσωπική υπερασπιστική γραμμή.
Αντίθετα, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου κοινωνικού μηχανισμού. Της μετακύλισης ευθυνών από την κορυφή της ιεραρχίας προς τη βάση της παραγωγής.

Η λαϊκή ρήση «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» αποτύπωνε την παραδοσιακή αντίληψη ότι η φθορά ενός συστήματος ξεκινά από εκείνους που το διοικούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, παρατηρείται μια αντιστροφή αυτής της λογικής. Η κορυφή εμφανίζεται ως άμοιρη ευθυνών και η
ευθύνη μεταφέρεται σε απρόσωπους παράγοντες, σε «συγκυρίες» και στο ίδιο το γεγονός ως μεμονωμένο περιστατικό. Με αυτόν τον τρόπο, η ευθύνη αποσυνδέεται από τις εργοδοτικές επιλογές και παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα τύχης ή αναπόφευκτου κινδύνου.
Η εργασία, όμως, δεν είναι ουδέτερος χώρος. Είναι πεδίο σχέσεων εξουσίας, πειθαρχίας και ιεραρχίας.
Οι συνθήκες εργασίας, ο ρυθμός παραγωγής, τα μέτρα ασφάλειας, η στελέχωση, η εκπαίδευση, οι έλεγχοι, δεν προκύπτουν αυθόρμητα. Είναι προϊόν συγκεκριμένων αποφάσεων. Και οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται από την κορυφή της διοικητικής πυραμίδας. Όταν, λοιπόν, η εργοδοσία δηλώνει ότι δεν έχει ευθύνη για ό,τι συνέβη στο κατώτερο επίπεδο της παραγωγής, δεν πρόκειται για απλή άρνηση ενοχής. Πρόκειται για πολιτική πράξη που επιχειρεί να αποσυνδέσει την εξουσία από τις συνέπειες των επιλογών της.
Η μετακύλιση ευθυνών προς τα κάτω επιτελεί και μια βαθύτερη ιδεολογική λειτουργία: ατομικοποιεί το πρόβλημα. Αντί να εξεταστεί ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας, η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο μεμονωμένο γεγονός. Αντί να τεθούν ερωτήματα για τις δομικές αιτίες, προβάλλονται αφηγήσεις περί «ατυχίας» ή «μοιραίου». Ο θάνατος πέντε εργατριών δεν αναγνωρίζεται ως κοινωνικό σύμπτωμα,
αλλά ως εξαίρεση.
Οι γυναίκες αυτές δεν πέθαναν εκτός κοινωνικού πλαισίου. Πέθαναν μέσα σε έναν συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, με συγκεκριμένες εργασιακές συνθήκες και ιεραρχικές σχέσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε πρόθεση, αλλά αν υπήρξε ευθύνη. Η ευθύνη συνδέεται με τη θέση ισχύος. Όσο ψηλότερα βρίσκεται κανείς στην ιεραρχία, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη του για τις συνέπειες των αποφάσεων που λαμβάνονται στο όνομά του.

Η ρητορική της «μη εμπλοκής» του εργοδότη δεν συνιστά απλώς άρνηση ενοχής. Συνιστά αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας. Παρουσιάζει ένα σύστημα χωρίς κέντρο, χωρίς λήπτες αποφάσεων και χωρίς υπόλογους. Ένα σύστημα στο οποίο οι εργαζόμενοι είναι εκτεθειμένοι, αλλά κανείς δεν φέρει θεσμική ευθύνη. Σε αυτό το σχήμα, η ευθύνη μεταφέρεται προς τα κάτω, σε εκείνους που δεν διαθέτουν φωνή, ισχύ ή πρόσβαση στον δημόσιο λόγο.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο ποιος φταίει, αλλά ποιος ορίζει το νόημα του γεγονότος. Αν ο θάνατος πέντε εργατριών παρουσιαστεί ως «ατύχημα», τότε δεν απαιτείται καμία αλλαγή. Αν, όμως, αναγνωριστεί ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων εργασιακών συνθηκών, τότε δεν μιλάμε για εργατικό ατύχημα αλλά για εγκληματική αμέλεια.
Σε μια κοινωνία όπου η ευθύνη μετακινείται συστηματικά προς τα κάτω, το κόστος δεν είναι αφηρημένο. Έχει πρόσωπα, οικογένειες και απώλειες ζωών. Και όσο η εξουσία παραμένει στο απυρόβλητο, η «ατυχία» κινδυνεύει να μετατραπεί σε κανονικότητα.
Ειρήνη Τάχα
Κοινωνιολόγος
27.2.2026






